Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Πώς τοποθετήθηκαν μέσα στο έτος οι εορτές των γεγονότων της Καινής Διαθήκης;

Το παρακάτω άρθρο θεωρούμε ταπεινά ότι φανερώνει τη σχετικότητα των ημερολογιακών ζητημάτων. Νομίζουμε ότι αξίζει να μελετηθεί και πιθανόν να εγείρει κάποιους προβληματισμούς. Αναδημοσιεύεται από ΟΟΔΕ.

Διαβάστε επίσης, αν θέλετε:

*****

Ένα ζήτημα, που εγείρει προβληματισμούς σε ορισμένους ως προς την αξιοπιστία και τις προθέσεις της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, είναι η σύμπτωση της ημερομηνίας σημαντικών χριστιανικών εορτών με τις ημερομηνίες σημαντικών αστρονομικών γεγονότων (ισημερίες και ηλιοστάσια), που ήταν και ημέρες λατρείας για τις αρχαίες θρησκείες.

 

Έτσι, βλέπουμε τα Χριστούγεννα (25 Δεκ.) να εορτάζονται κατά την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου και την ημερομηνία της εορτής του Γενεθλίου του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου) να συμπίπτει περίπου με το θερινό ηλιοστάσιο. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (25 Μαρτίου) πέφτει σχεδόν στην εαρινή ισημερία και η εορτή της Συλλήψεως του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (δηλ. η σύλληψή του στη μήτρα της μητέρας του) να συμπίπτει με τη φθινοπωρινή ισημερία (23 Σεπτεμβρίου).

Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως η αρχαία Εκκλησία αντέγραψε τις εορτές των εθνικών και τις παρουσίασε ως δικές της, για να ξεγελάσει τα αφελή και θρησκόληπτα πλήθη, ή μήπως ο χριστιανισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια συνέχεια των παγανιστικών θρησκειών, που εκφράζει τις ίδιες ακριβώς ανάγκες και πεποιθήσεις των ανθρώπων, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους μύθους, απλώς με άλλο όνομα;

Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι στις λαϊκές παραδόσεις των ανθρώπων, ακόμη και μετά την εδραίωση του χριστιανισμού (όχι διά της βίας, όπως διατείνονται κάποιοι, αλλά παρά την κατά των χριστιανών βία – βλ. εδώ), επιβίωσαν πάμπολλες δοξασίες, τελετουργίες και έθιμα, που προέρχονται κατευθείαν από το παγανιστικό παρελθόν, τα οποία οι απλοί άνθρωποι σύνδεσαν πλέον με τις χριστιανικές εορτές τους, αλλά διατηρώντας τον προχριστιανικό πυρήνα τους. Τα γνωστότερα από αυτά τα έθιμα θα λέγαμε πως είναι τα λαϊκά έθιμα της Αποκριάς, προερχόμενα από τη διονυσιακή λατρεία της γονιμότητας, με την οποία οι αρχαίοι πρόγονοί μας προσπαθούσαν να προκαλέσουν τον ερχομό της άνοιξης (το έθιμο της Τσικνοπέμπτης, κατ’ εξαίρεσιν, φαίνεται πως προέρχεται από τη λατρεία του Δία, στον οποίο ήταν αφιερωμένη η ημέρα Πέμπτη[1]). Όμως, εκτός από αυτό, πλήθος συνηθειών και δοξασιών προχριστιανικής προέλευσης επιβίωσαν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, κυρίως στις κοινωνίες της υπαίθρου, συνθέτοντας το πλούσιο ψηφιδωτό του ελληνικού πολιτισμού, που έχει μελετηθεί κατ’ εξοχήν από την επιστήμη της λαογραφίας. Οι μαντείες και οι τελετουργίες του Κλήδονα (ακριβώς στο Γενέλθιο του αγίου Ιωάννη) ασφαλώς κατέχουν ξεχωριστή θέση σ’ αυτό το ψηφιδωτό.

***

Στην εποχή μας, που η λατρεία της Γης σε μεγάλο βαθμό έχει επανέλθει και πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι πρέπει να λατρεύουν σαν θεότητα τη Φύση, για να συνδεθούν ξανά με κάποιον φυσικό τρόπο ζωής, έχει επανέλθει και η λατρεία του Ήλιου κατά το χειμερινό και το θερινό ηλιοστάσιο. Έτσι, κάθε χρόνο τις μέρες των Χριστουγέννων όλο και περισσότεροι θυμούνται ως γεγονός κεντρικής («πνευματικής») σημασίας το χειμερινό ηλιοστάσιο, ενώ κατά το θερινό ηλιοστάσιο χιλιάδες άνθρωποι κάνουν «γιόγκα του Ήλιου» στην πασίγνωστη Times Square της Νέας Υόρκης και άλλοι πηγαίνουν στο Stonehenge (Στόουνχεντζ), το μεγαλιθικό μνημείο της Αγγλίας (που θεωρείται αρχαίος ναός του «θεού Ήλιου»), και σε άλλα μέρη που είχαν σημασία για τις αρχαίες θρησκείες, και γιορτάζουν το θερινό ηλιοστάσιο με τελετές λατρείας του Ήλιου.

Αν όλοι αυτοί πιστεύουν όντως ότι η Γη, ο Ήλιος και η Φύση είναι θεοί ή τα κάνουν αυτά για συμβολικούς μόνον λόγους, δεν μπορώ να το γνωρίζω. Αυτό όμως που γνωρίζω με βεβαιότητα είναι ότι οι χριστιανοί δεν ενδιαφέρθηκαν για την αστρολογία και όχι μόνο δεν επηρεάστηκαν από τη λατρεία των ουρανίων σωμάτων και των φυσικών δυνάμεων, αλλά την απέρριπταν ρητά, απαντώντας ότι λατρεύουν τον Δημιουργό του κόσμου (τον αληθινό Θεό) και αρνούνται να θεοποιήσουν και να λατρέψουν τα δημιουργήματα, τα οποία είναι απλώς μέρη του κόσμου και όχι θεοί. Αυτό μάλιστα απαντούσαν και όταν τους βασάνιζαν, στους αιώνες των διωγμών, για να τους εξαναγκάσουν να προσφέρουν λατρεία στις θεότητες της αρχαίας θρησκείας. Ο χριστιανισμός δηλαδή αποτελούσε τη φωνή της λογικής – ότι ο Ήλιος, τα άστρα, η Γη, τα ποτάμια, ο θάνατος, ο έρωτας κ.λ.π. δεν είναι θεοί, ότι δεν υπάρχει Μοίρα και πεπρωμένο, ότι η αστρολογία και η μαντεία είναι ανοησίες, ότι η έκσταση και οι αιματηρές θυσίες είναι κάτι επικίνδυνο και απορριπτέο κ.π.ά. – ως απάντηση στην παράλογη θρησκευτικότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και όλων των ειδωλολατρικών θρησκειών (που ήταν γεμάτες δεισιδαιμονίες, άσκηση διαφόρων ειδών μαγείας και αιματηρές τελετές), όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο στις μέρες μας.

Ο λόγος, για τον οποίο κάποιες σημαντικές χριστιανικές γιορτές συμπίπτουν με  τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια, που αναπόφευκτα ήταν και ημέρες λατρείας για τις αρχαίες θρησκείες, είναι ότι οι γιορτές τοποθετήθηκαν μέσα στο έτος με βάση το ημερολόγιο που ίσχυε από τον 4ο αι. μ.Χ., το οποίο άρχιζε από το Σεπτέμβριο (ως πρώτο μήνα) και μάλιστα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, από τις 23 Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας.

Στοιχεία γι’ αυτό το θέμα αντλούμε από την εισήγηση του καταξιωμένου καθηγητή της Λειτουργικής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μακαριστού Ιωάννη Φουντούλη († 2007) «Το εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η γένεση και η διαμόρφωσή του», που περιλαμβάνεται στον τόμο «Τελετουργικά Θέματα – “Ευσχημόνως και κατά τάξιν”», τόμος Α΄, έκδοση της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σειρά «Λογική λατρεία», 12. Ολόκληρο το βιβλίο δημοσιεύεται εδώ.

Ο καθηγητής Φουντούλης θεωρεί ακραίες και τις δύο απόψεις, ότι δηλαδή «το χριστιανικό εορτολόγιο ή δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιβίωση και επιφανειακός εκχριστιανισμός ιουδαϊκών και ειδωλολατρικών εορτών, ή, αντίθετα, πως δεν έχει καμιά σχέση προς αυτές, παρά τυχόν μόνο σε λόγο ονομάτων ή ημερομηνιών. Η αλήθεια, όπως πάντα, δεν βρίσκεται στα άκρα, αλλά στη λογική και σοφή μεσότητα» (σελ. 39, σελ. 9 του pdf). Παρέχει επίσης την πληροφορία ότι η 6η Ιανουαρίου, ημέρα του συνεορτασμού της Γέννησης και της Βάπτισης του Χριστού (Επιφάνεια) κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, ήταν στην Ανατολή «ημέρα των ειδωλολατρικών εορτών του χειμερινού ηλιοστασίου κατά τον παλαιότερο ημερολογιακό προσδιορισμό. Αντίθετα και παράλληλα στη Ρώμη η ίδια ηλιακή εορτή γιορταζόταν με τους νεώτερους προσδιορισμούς στις 25 Δεκεμβρίου ως εορτή του “ανικήτου ηλίου”. Αυτήν αντικατέστησε στη Ρώμη η γιορτή των Χριστουγέννων, που γρήγορα διαδόθηκε και επικράτησε και στην Ανατολή» (σελ. 44, σελ. 12 του pdf).

«Με βάση τώρα τα Χριστούγεννα», συνεχίζει, «και τους χρονολογικούς, όπως είπαμε, προσδιορισμούς, αντικαταστάθηκε με χριστιανικές εορτές όλη η σειρά των ηλιακών ειδωλολατρικών εορτών του ρωμαϊκού ημερολογίου, της εαρινής ισημερίας (25 Μαρτίου) με τον Ευαγγελισμό, της φθινοπωρινής (23 Σεπτεμβρίου) με την Σύλληψη του Βαπτιστού και του θερινού ηλιοστασίου (24 Ιουνίου) με το Γενέθλιο του Προδρόμου. Παρόμοιες περιπτώσεις αντικαταστάσεως ειδωλολατρικών εορτασμών με χριστιανικές εορτές έχουμε και άλλες. Από το ειδωλολατρικό υπόστρωμα με την πάροδο του χρόνου, παρέμειναν ορισμένα λαϊκά έθιμα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, που τα περισσότερα απέκτησαν κάποια χριστιανική επίφαση ή και έχασαν τελείως το αρχικό παγανιστικό νόημά τους» (σελ. 45, σελ. 12 του pdf).

Όλα τα παραπάνω είναι γνωστά – τα επισημάναμε κι εμείς στην αρχή αυτού του άρθρου. Εκείνο όμως που δεν θεωρούμε γνωστό είναι ότι ο τρόπος, με τον οποίο τοποθετήθηκαν μέσα στο έτος οι εορτές των γεγονότων της Καινής Διαθήκης, όπως τον έχει περιγράψει ήδη ο Ι. Φουντούλης στο ίδιο κείμενο, σελ. 39 (σελ. 9 του pdf), δεν ακολούθησε κάποιο «μυστικό σχέδιο» υποκατάστασης των μεν εορτών με άλλες παρόμοιες, προς εξαπάτησιν των αφελών, αλλά ακολούθησε την ημερολογιακή πορεία του έτους και ορισμένες εορτές συνέπεσαν με τις ειδωλολατρικές (και εκ των πραγμάτων τις «αντικατέστησαν») λόγω ιστορικών στοιχείων αντλημένων από τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης και λόγω των εννέα μηνών της κύησης, που θα έπρεπε να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους.

Συγκεκριμένα, το σχετικό απόσπασμα αναφέρει τα εξής:

«Παίρνοντας ως χρονολογική αφετηρία την αρχή της ινδίκτου, δηλαδή την 1η Σεπτεμβρίου, που ήταν πρωτοχρονιά κατά τους αιώνες της διαμορφώσεως του εορτολογίου μας, διακρίνουμε κάποια προσπάθεια διατηρήσεως της ιστορικής συνέχειας στις βασικές τουλάχιστον εορτές, όπου τούτο ήταν δυνατό.

Έτσι η σύλληψη του Προδρόμου, το πρώτο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας [κατά Λουκάν, κεφ. 1], τοποθετείται στις 23 Σεπτεμβρίου, στην παλαιά πρώτη του έτους[2], και η γέννηση της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου πιθανόν μετά τη μετάθεση της πρωτοχρονιάς στην 1η του μηνός αυτού.

Έπονται τα εισόδια της Θεοτόκου και η εορτή των Χριστουγέννων, με τις μνήμες των προφητών που ελκύσθηκαν στην προεόρτιο περίοδό της[3], η περιτομή, η υπαπαντή, τα γεγονότα του πάθους και της αναστάσεως και η πεντηκοστή και το έτος κατακλείεται τον Αύγουστο με την κοίμηση της Θεοτόκου και το θάνατο του Βαπτιστού.

Πλήρης ιστορική κατάταξη δεν ήταν εξ υπαρχής δυνατή, αφού, με βάση τον προσδιορισμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου, θα έπρεπε ο ευαγγελισμός να τοποθετηθεί εννιά μήνες πριν (25 Μαρτίου), έξι μήνες πριν από αυτόν η σύλληψη του Βαπτιστού (23 Σεπτεμβρίου) [σύμφωνα με το κατά Λουκάν 1, 26 &36] και εννιά μήνες μετά η γέννησή του (24 Ιουνίου), όπως και η σύλληψη της αγίας Άννης εννέα μήνες πριν από το γενέσιον της Θεοτόκου (9 Δεκεμβρίου – 8 Σεπτεμβρίου). Πάντοτε υπήρχε η έννοια της συμβατικότητας του εορτολογικού σχήματος.

[...] Εκτός από τις μνήμες των προφητών και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, των κατά σάρκα προπατόρων του Χριστού, που κατέλαβαν [...] την προ των Χριστουγέννων περίοδο, οι μνήμες των αγίων καθορίζονταν κυρίως την ημέρα του θανάτου τους, την γενέθλιο εν Θεώ ημέρα τους. [...]»

***

Με βάση τα παραπάνω, διαπιστώνουμε τέσσερα βασικά βήματα στον καθορισμό της ημερομηνίας του εορτασμού των ευαγγελικών γεγονότων που σχετίζονται με την ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού:

(α) Την αρχή του έτους (23 Σεπτεμβρίου) συνοδεύει ο εορτασμός του αρχαιότερου γεγονότος, της Σύλληψης του Προδρόμου, την οποία αφηγείται το κατά Λουκάν ευαγγέλιο, κεφ. 1.

(β) Έξι μήνες μετά έπρεπε να τοποθετηθεί η ημερομηνία της εορτής του Ευαγγελισμού, σύμφωνα με το κατά Λουκάν κεφ. 1, στίχος 26 («Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού…»), και τον στίχο 36, όπου ο αρχάγγελος Γαβριήλ πληροφορεί τη Θεοτόκο για την αγία Ελισάβετ ότι «ούτος μην έκτος εστίν αυτή τη καλουμένη στείρα». Άρα οδηγούμαστε από τις 23 Σεπτεμβρίου – έξι μήνες μετά – στις 25 Μαρτίου.

Τώρα, στο ερώτημα γιατί 25 Μαρτίου και όχι 23 ή 24, ίσως η απάντηση είναι η αναφορά του χριστιανού ιστορικού του 3ου αιώνα Σέξτου Ιούλιου Αφρικανού (Sextus Julius Africanus) ότι ο Ευαγγελισμός συνέβη την 1η μέρα του έτους 5501 «από κτίσεως κόσμου» (AM, Anno Mundi), η οποία αντιστοιχεί στις 25 Μαρτίου του 1 π.Χ. – πράγμα, που, όπως θα δούμε, τοποθετεί τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου και προφανώς έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο στην καθιέρωση της συγκεκριμένης ημερομηνίας του εορτασμού τους.

(γ) Εννέα μήνες μετά τον Ευαγγελισμό όφειλε να τοποθετηθεί η εορτή της Γέννησης του Χριστού, άρα – όπως είπαμε – πηγαίνουμε στις 25 Δεκεμβρίου.

(δ) Τέλος, εννέα μήνες μετά την εορτή της Σύλληψης του Προδρόμου έπρεπε να τοποθετηθεί η εορτή της Γέννησής του, δηλαδή στις 24 Ιουνίου.

Σχετικά με την ημέρα της ρωμαϊκής εορτής του «ανικήτου ηλίου» (25 Δεκεμβρίου, όπως είδαμε), στο άρθρο του Δημ. Σκουρτέλη "Ηλιούγεννα": Το αρχαίο Ελληνικό έθιμο τών Χριστουγέννων διαβάζουμε: «Ήταν ο Αυτοκράτορας Αυρηλιανός (Lucius Domitius Aurelianus Augustus) που καθιέρωσε την λατρεία του “Ανίκητου Ήλιου” το 274 μ.Χ., (Ναι, τόσο αργά) εγκαινιάζοντας και τον ανάλογο ναό στις 25 Δεκεμβρίου στην Ρώμη, και θεωρώντας την μέρα αυτή γενέθλια μέρα του Ήλιου. (δείτε εδώ) Ήθελε η λατρεία του “Ανίκητου Ήλιου” να είναι η κοινή λατρεία όλων των λαών της Αυτοκρατορίας χωρίς να απαγορεύει τις άλλες λατρείες, εκτός βέβαια από αυτή του Χριστού!

Γιατί, ήδη ο Χριστιανός ιστορικός Sextus Julius Africanus κατόπιν έρευνας, είχε πει πως ο Ευαγγελισμός έγινε στις 25 Μαρτίου, οπότε η γέννηση του Χριστού πρέπει να έγινε στις 25 Δεκεμβρίου. (δείτε εδώ) Βέβαια είχαν προταθεί από τους Χριστιανούς Πατέρες και άλλες ημερομηνίες. Ο Σέξτος πέθανε το 240 μ.Χ., ενώ η Παγανιστική γιορτή του Ήλιου καθιερώθηκε για πρώτη φορά στη Ρώμη, όπως είπαμε από τον Αυτοκράτορα Αυρηλιανό το 274 μ.Χ. τριαντατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιστορικού».

  Η ημέρα εορτασμού του Πάσχα

Αν και γνωστό το θέμα, θα προσπαθήσουμε να γράψουμε δύο λόγια, για την αρτιότητα του άρθρου μας.

Οι χριστιανοί τιμούμε τα Πάθη και γιορτάζουμε την Ανάσταση του Ιησού Χριστού την άνοιξη, όμως αυτό συμβαίνει για ιστορικούς λόγους, με βάση τις διηγήσεις των τεσσάρων ευαγγελίων και την σύμφωνη γνώμη των πρώτων χριστιανών. Δεν πρόκειται για μετασχηματισμό κάποιας προχριστιανικής εορτής, ο δε Ιησούς δεν είναι ένας «ήρωας της άνοιξης» που πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε χρόνο (ως διάδοχος του Άδωνη) συμβολίζοντας απλώς την «ανάσταση της φύσης». Πολύ απλά, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις χριστιανικές διηγήσεις, ο Ιησούς σταυρώθηκε πάνω στο ιουδαϊκό Πάσχα του έτους εκείνου και αναστήθηκε μία μέρα μετά. Για τον παραπάνω λόγο, η εκάστοτε ημερομηνία του εορτασμού του χριστιανικού Πάσχα εξαρτάται από την ημερομηνία του ιουδαϊκού Πάσχα (του οποίου πάντοτε έπεται), είναι δε κινητή μέσα στο έτος (με βάση το ηλιακό ημερολόγιο που χρησιμοποιούμε) επειδή το ιουδαϊκό ημερολόγιο είναι σεληνιακό.

Οποιοιδήποτε συμβολισμοί ενυπάρχουν στον εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα είναι βιβλικής προελεύσεως (νοηματοδοτούν εκ νέου το περιεχόμενο του ιουδαϊκού Σαββάτου ως ημέρας αγιασμού και «καταπαύσεως», καθώς και το περιεχόμενο του ιουδαϊκού Πάσχα) και όχι ελληνορωμαϊκής και «φυσιολατρικής». Για το ζήτημα βλ. στο προαναφερθέν κείμενο του Ι. Φουντούλη σελ. 40-44 (σελ. 10-12 του pdf).

Ομοίως και οι τρεις εβδομάδες και οι τέσσερις Κυριακές της Αποκριάς (οι προπαρασκευαστικές εβδομάδες και Κυριακές πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή) τοποθετήθηκαν σε αυτή τη θέση λόγω συγκεκριμένης απόστασης από την εκάστοτε ημερομηνία του Πάσχα και όχι για να «υπερκαλύψουν» τις διονυσιακές τελετουργίες της γονιμότητας, από τις οποίες ο λαϊκός πολιτισμός άντλησε έθιμα και τα «ενέταξε».

  Οι δεσποτικές και θεομητορικές εορτές (δηλ. εορτές του Ιησού Χριστού & της Θεοτόκου)

«Οι άλλες δεσποτικές και θεομητορικές εορτές καθορίσθηκαν σε συμβατικές ημερομηνίες, κατά το πλείστον σε ημερομηνίες εγκαινίων μεγάλων ναών, που είχαν ανεγερθεί στους Αγίους Τόπους, στα μέρη όπου συνέβησαν τα ιερά αυτά γεγονότα. Έτσι π.χ. η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου), που εξελίχθηκε σε ισότιμη με τη Μεγάλη Παρασκευή μνήμη του θανάτου του Κυρίου, ορίσθηκε την επομένη των εγκαινίων του ναού της Αναστάσεως των Ιεροσολύμων (13 Σεπτεμβρίου), σαράντα ημέρες πριν από αυτήν η εορτή της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου) την ημέρα των εγκαινίων του ναού στο Θαβώρ· ομοίως η Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου) κατά τα εγκαίνια του Θεομητορικού Καθίσματος στα Ιεροσόλυμα, των Εισοδίων (21 Νοεμβρίου) στα εγκαίνια του ναού «Άγια των Αγίων» στη θέση του ναού του Σολομώντος κ.ο.κ.» (ό.π., σελ. 45-46, σελ. 12-13 του pdf).

Ως προς τις εορτές της Θεοτόκου, ωστόσο, παρατηρούμε μια πορεία πάλι ιστορικού χαρακτήρα, που ακολουθεί την πορεία του έτους, με πρώτο μήνα το Σεπτέμβριο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τέσσερα γεγονότα από τη ζωή της Παναγίας: τη Γέννηση, τα Εισόδια, τον Ευαγγελισμό και την Κοίμηση (υπάρχει βέβαια και η εορτή της Συλλήψεως της Θεοτόκου από τη μητέρα της, την αγία Άννα, στις 9 Δεκεμβρίου, η οποία όμως εξαρτάται από την εορτή του Γενεσίου της – εννέα μήνες πριν – όπως ήδη αναφέρθηκε). Οι εορτές αυτές ακολουθούν την πορεία του έτους, ως εξής:

Στις 8 Σεπτεμβρίου εορτάζεται το Γενέσιο της Θεοτόκου. Περίπου τρεις μήνες αργότερα, στις 21 Νοεμβρίου, τελείται η ιστορικά επόμενη εορτή, τα Εισόδια. Καθώς προχωρεί το έτος, έχουμε την ιστορικά επόμενη εορτή, τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου), και το έτος κλείνει τον τελευταίο μήνα, με την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου.

Περισσότερα στο άρθρο «Οι εορτές της Παναγίας μέσα στο έτος», εδώ.

  Η εορτή των αγγέλων στις 8 Νοεμβρίου

Η εορτή της Σύναξης των αγίων και επουρανίων δυνάμεων, δηλαδή των αγγέλων, στις 8 Νοεμβρίου, προέρχεται από την περίοδο, κατά την οποία στο αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο ως πρώτη του έτους αναγνωριζόταν η 1η Μαρτίου. Για το θέμα αυτό έγραψε ο άγιος Δημήτριος του Ροστώφ (1651-1709), που, μετά από έρευνα δεκαετιών, συνέταξε τον Συναξαριστή στη ρωσική γλώσσα:

«Κατά τον άγιο Δημήτριο του Ροστώφ, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τοποθετήσει τη "σύναξη" των αγίων αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλων των "επουράνιων δυνάμεων" στις 8 Νοεμβρίου, για τον εξής λόγο:

Κατά το αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο, πρώτος μήνας του χρόνου ήταν ο Μάρτιος και ο Νοέμβριος ήταν ένατος (το λέει και τ' όνομά του, "ένατος" στα λατινικά). Επειδή οι άγγελοι διακρίνονται σε εννέα "τάγματα", η γιορτή τους τοποθετήθηκε τον ένατο μήνα.

Επειδή εξάλλου οι άγγελοι (όπως φαίνεται π.χ. στο Ματθ. 25, 31, και σε όλη την έκταση της Αποκάλυψης) θα συνοδεύσουν τον Ιησού Χριστό κατά τη δευτέρα παρουσία Του και θα συνεργαστούν ποικιλότροπα στην υπόθεση της σωτηρίας των ανθρώπων κατά την ανατολή της αιώνιας ημέρας, της "Όγδοης Ημέρας της Δημιουργίας", η γιορτή τους τοποθετήθηκε την όγδοη ημέρα του ένατου μήνα.

Τέλος, την ίδια μέρα, 8 Νοεμβρίου, γιορτάζεται και το όνομα Σταμάτης (αν και υπάρχει άγιος Σταμάτιος), σε ανάμνηση της παρέμβασης του αρχαγγέλου Μιχαήλ, που "σταμάτησε" την αποστασία των αγγέλων προς τον Εωσφόρο φωνάζοντας "στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού" (ας σταθούμε σωστά, με συστολή απέναντι στο Θεό), ερχόμενος "εν τω μέσω του ουρανού".

Η γιορτή των αγγέλων δεν είναι "μνήμη", αφού δεν υπάρχει ημέρα κοίμησης στους αγγέλους, αλλά μόνο "σύναξη", δηλ. συγκέντρωση των χριστιανών για να τους τιμήσουν. Άλλες γιορτές των αγγέλων είναι η Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ στις 26 Μαρτίου (μια μέρα μετά τον Ευαγγελισμό, δηλ. την επίσκεψή του στην Παναγία), και το θαύμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Κολοσσές της Φρυγίας (6 Σεπτεμβρίου). Επίσης η Δευτέρα κάθε εβδομάδας είναι αφιερωμένη στους αγγέλους» (από εδώ). Για τις εορτές προς τιμήν των αγίων αγγέλων γενικότερα μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο του καθηγητή Γ. Φίλια «Η τιμή των αγίων αγγέλων», εδώ.

  Το θεολογικό νόημα της γιορτής και ο καθαγιασμός του χρόνου

«Ο Χριστιανισμός ασφαλώς υπερβαίνει όλα αυτά τα ρέοντα κοσμικά και σκιώδη σχήματα, αφού η αληθινή “εν Πνεύματι και αληθεία” λατρεία του πνευματικού Θεού που αποκαλύπτεται εν Χριστώ αίρει τον “αληθινό προσκυνητή” υπεράνω τόπου και χρόνου. Στόχος του νέου λαού του Θεού δεν είναι η φθαρτή γη της επαγγελίας, αλλά η ουράνια Ιερουσαλήμ. Σ’ αυτή όμως τη γη και στην παρούσα ζωή ζει έστω τη “σκιά των μελλόντων” και προσπαθεί να μεταμορφώσει τα ρέοντα κατά τον τύπο των εστώτων. Έτσι και ο κοσμικός χρόνος γίνεται τύπος του μέλλοντος αιώνος και πρόγευση της μελλούσης ζωής. Ο πιστός ζει στη γη, μέσα στον εν Χριστώ μεταμορφούμενο χρόνο, ό,τι εκτυπώτερον θα ζήσει στην άρχονη και ανέσπερη βασιλεία του Θεού.

Τη μεταμόρφωση αυτή του κοσμικού χρόνου επέτυχε η Εκκλησία, με την καθοδήγηση ασφαλώς του αγίου Πνεύματος, διά του εορτολογίου της. Η μεταμόρφωση δε αυτή και υπέρβαση συνίσταται στο ότι το ημερολόγιο γίνεται εορτολόγιο. Ο κατάλογος των ημερών μετατρέπεται σε κατάλογο εορτών. Όλες οι ημέρες του έτους επενδύονται με ένα ιερό περιεχόμενο, έτσι ώστε η διαδοχή των ημερών να γίνεται διαδοχή εορτών. Έτσι όλος ο βίος του πιστού γίνεται μια διαρκής εορτή, όπως εμφαντικά τονίζουν οι πατέρες. Ζη στη γη, αλλά στον ουρανό πολιτεύεται. [ΟΟΔΕ: παράθεση από την Προς Διόγνητον επιστολή, κεφ. V, 9] Και την ουράνια αυτή πολιτεία και ατελεύτητη εορτή, όπου “Θεός… εν μέσω θεών” (Ιωάν. του Δαμασκηνού, κανών στην Μεταμόρφωση, ωδή η΄, τροπ. α΄), και άγγελοι μαζί με τους ανθρώπους πανηγυρίζουν, εικονίζει και αισθητοποιεί το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας.

Εξ άλλου με το εορτολόγιό της η Εκκλησία προγεύεται την υπέρχρονη πραγματικότητα της ουρανίου βασιλείας ουσιαστικά καταργώντας τον κοσμικό χρόνο, αφού γεγονότα του παρελθόντος τα φέρνει κάθε φορά στη μνήμη της όχι σαν άπαξ τελεσθέντα, αλλά σαν κατ’ έτος, και καθ’ ημέραν ακόμα, πραγματικά και μυστηριακά επαναλαμβανόμενα.

Όταν δηλαδή γιορτάζει επί παραδείγματι τη γέννηση, το βάπτισμα, το σωτήριο πάθος, την ανάσταση του Χριστού, την Πεντηκοστή και τα λοιπά, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά γεγονότα της σωτηρίας μας, δεν τα θυμάται απλώς, αλλά τα ξαναζεί ως παρόντα, όπως ακριβώς όλα για το Θεό είναι παρόντα, είτε έγιναν στο παρελθόν, είτε γίνονται τώρα ή θα γίνουν στο μέλλον. Έτσι βιώνει την ανάσταση του Χριστού την ημέρα του Πάσχα κάθε έτους σαν “σήμερον”, σαν την ημέρα δηλαδή της ιστορικής Κυριακής αναστάσεως του έτους 33 μ.Χ.

Η υμνογραφία μας σαφώς απηχεί αυτή την πατερική θεολογική αντίληψη για το λειτουργικό χρόνο όταν σε κάθε γιορτή διαρκώς επαναλαμβάνει και βεβαιώνει ότι το εορταζόμενο γεγονός δεν έγινε μόνο τον καιρό εκείνο της θείας επί γης παρουσίας, αλλά γίνεται, τρόπον τινά επαναλαμβάνεται και “σήμερον” το τότε τελεσθέν εφάπαξ. [...]

Αυτή η υπέρβαση του κοσμικού χρόνου και η είσοδος στο θείο λειτουργικό χρόνο έχει κι άλλες συνέπειες ακόμα περισσότερο ριζοσπαστικές. Το “σήμερον” δεν αφορά μόνο στην κατ’ έτος μυστηριακή επανάληψη του ιερού γεγονότος, αλλά θραύοντας κι αυτό το καιρικό σχήμα διαχέεται στον καθημέραν βίο της Εκκλησίας. Έτσι γιορτάζουμε την ανάσταση του Κυρίου κατά το Πάσχα κάθε χρόνο, αλλά και κάθε Κυριακή (πρβλ. “Σήμερον σωτηρία τω κόσμω γέγονεν”, “Σήμερον ο Χριστός θανάτω θάνατον πατήσας καθώς είπεν ανέστη”). Κι όχι μόνο κάθε Κυριακή, αλλά σε κάθε λειτουργία, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδος κι αν τελεσθεί (πρβλ. το “Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι” μετά τη θεία κοινωνία).

[…] Για τον ασθενή άνθρωπο η κατ’ έτος επανάληψη των ιερών σωτηριωδών γεγονότων και η παρουσία των ιερών προσώπων των αγίων κατά την καθιερωμένη ημέρα της ετήσιας μνήμης τους, παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς σ’ αυτά και αφορμή οικειώσεως του μηνύματός τους και βιωματικής προσεγγίσεως σ’ αυτό. Αυτό ακριβώς εκμεταλλευόμενη η Εκκλησία φορτίζει τις ημέρες αυτές μ’ όλο το διδακτικό περιεχόμενο που προσιδιάζει στην κάθε μια, μυώντας έτσι τους πιστούς στο μυστήριο της σωτηρίας με κάθε δυνατό κατηχητικό τρόπο, με το ανάγνωσμα, την υμνολογία, το κήρυγμα, την εικόνα και με αισθητότερες ακόμα αναπαραστάσεις των ιερών αυτών γεγονότων, όπου τούτο ήταν δυνατό και σκόπιμο (βάπτιση του Κυρίου, σταύρωση, ταφή, ανάσταση κ.λπ.).

Έτσι, κάθε έτος αποτέλεσε, με το ενυφασμένο σ’ αυτό εορτολόγιο, την μικρογραφία της ιστορίας του κόσμου, του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου. [...] Η επαναφορά δε κατ’ έτος των ίδιων εορτολογικών θεμάτων δεν αποτελεί αιτία κορεσμού και ανιαρή υπόθεση ρουτίνας, αλλά αφορμή ανανεώσεως της κατηχήσεως και εμπεδώσεώς της διά της επαναλήψεως που είναι “μητέρα της μαθήσεως”, νέων εμβαθύνσεων στα θέματα της πίστεως και ενδεχομένως νέων αποφάσεων και προαγωγής στην εν Χριστώ ζωή.

Έτσι αποκτά νόημα και η λαϊκή ευχή, που συνδέεται με τους επί μέρους μεγάλους εορτολογικούς σταθμούς· “και του χρόνου” ή “χρόνια πολλά”. Δεν πρόκειται απλώς για ευχή για την παράταση της επιθυμητής οπωσδήποτε επίγειας ζωής, αλλά παροχής νέων ευκαιριών μαθητείας στο σχολείο της Εκκλησίας και οικειώσεως των σωτηριωδών αληθειών της πίστεως. Όπως οι εικόνες είναι το “βιβλίο των αγραμμάτων”, έτσι και το εορτολόγιο είναι το σχολείο των πιστών, γραμματισμένων και αγραμμάτων» (Ι. Φουντούλη, ό.π., σελ. 33-37, σελ. 6-8 του pdf – η έμφαση δική μας).

  Τα μηνύματα & η σωτηριολογική ωφέλεια των εορτών

Θα ολοκληρώσουμε με ένα απόσπασμα από το άρθρο «Η Χριστιανική Βίβλος των Νεκρών», που δημοσιεύεται εδώ και αναφέρεται στο λεγόμενο «Βιβλίο των ζώντων» ή «της ζωής», το συμβολικό «βιβλίο», στο οποίο, σύμφωνα με την αλληγορική γλώσσα της Αγίας Γραφής, είναι γραμμένα τα ονόματα όλων των σεσωσμένων (π.χ. προς Φιλιππησίους 4, 3, Αποκάλυψις 20, 12-15, κ.α.):

Μπορούμε να διαβάσουμε το «Βιβλίο των Ζώντων»; Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ναι, υπάρχει μια γήινη αντανάκλαση του «Βιβλίου των Ζώντων», που μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά μέσα του. Είναι ο Συναξαριστής, δηλ. το βιβλίο με τις βιογραφίες των χριστιανών αγίων όλων των λαών και των εποχών, των ανθρώπων που ενώθηκαν με το Θεό και με όλα τα όντα εν Χριστώ. Πρόκειται για μια πνευματική εγκυκλοπαίδεια, ένα καθρέφτη αυτογνωσίας (καθώς, διαβάζοντάς το, διαπιστώνουμε τα σημεία απόκλισής μας από την πνευματική και ηθική τελειοποίηση) και έναν οδοδείκτη προς το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Επειδή άγιοι υπάρχουν και  δίπλα μας (ακόμη και  «μικροί άγιοι», που έχουν προχωρήσει λίγα ή περισσότερα βήματα στην Οδό), και ο καθένας είναι προσκαλεσμένος γι’ αυτό το «τέρμα», την πνευματική του τελειοποίηση διά του Χριστού, η μελέτη της ζωής των αγίων, όπως γράφει ο σύγχρονος πνευματικός πατέρας της Σερβίας, και καθηγητής του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μας δείχνει...

«...πώς ένας νέος γίνεται άγιος νέος, μία κόρη (=κοπέλα) γίνεται αγία κόρη, πώς ένας γέρος γίνεται άγιος γέρος, πώς μία γερόντισσα γίνεται αγία γερόντισσα, πώς ένα παιδί γίνεται άγιο παιδί, πώς οι γονείς γίνονται άγιοι γονείς, πώς ένας υιός γίνεται άγιος υιός, πώς μία θυγατέρα γίνεται αγία θυγατέρα, πώς μία οικογένεια γίνεται αγία οικογένεια, πώς μία κοινωνία γίνεται αγία κοινωνία, πώς ένας ιερεύς γίνεται άγιος ιερεύς, πώς ένας επίσκοπος γίνεται άγιος επίσκοπος, πώς ένας βοσκός γίνεται άγιος βοσκός, πώς ένας γεωργός γίνεται άγιος γεωργός, πώς ένας βασιλεύς γίνεται άγιος βασιλεύς, πώς ένας εργάτης γίνεται άγιος εργάτης, πώς ένας δικαστής γίνεται άγιος δικαστής, πώς ένας δάσκαλος γίνεται άγιος δάσκαλος, πώς ένας καθηγητής γίνεται άγιος καθηγητής, πώς ένας στρατιώτης γίνεται άγιος στρατιώτης, πώς ένας αξιωματικός γίνεται άγιος αξιωματικός, πώς ένας κυβερνήτης γίνεται άγιος κυβερνήτης, πώς ένας γραμματεύς γίνεται άγιος γραμματεύς, πώς ένας έμπορος γίνεται άγιος έμπορος, πώς ένας μοναχός γίνεται άγιος μοναχός, πώς ένας οικοδόμος γίνεται άγιος οικοδόμος, πώς ένας ιατρός γίνεται άγιος ιατρός, πώς ένας τελώνης γίνεται άγιος τελώνης, πώς ένας μαθητής γίνεται άγιος μαθητής, πώς ένας επαγγελματίας γίνεται άγιος επαγγελματίας, πώς ένας φιλόσοφος γίνεται άγιος φιλόσοφος, πώς ένας επιστήμων γίνεται άγιος επιστήμων, πώς ένας πολιτικός γίνεται άγιος πολιτικός, πώς ένας υπουργός γίνεται άγιος υπουργός, πώς ένας πτωχός γίνεται άγιος πτωχός, πώς ένας πλούσιος γίνεται άγιος πλούσιος, πώς ένας δούλος γίνεται άγιος δούλος, πώς ένας δεσπότης (=αφέντης) γίνεται άγιος δεσπότης, πώς οι σύζυγοι γίνονται άγιοι σύζυγοι, πώς ένας συγγραφεύς γίνεται άγιος συγγραφεύς, πώς ένας καλλιτέχνης γίνεται άγιος καλλιτέχνης» (π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αστήρ, Αθήναι 1981, σελ. 93-94).

Σημειώσεις


1. Ευχαριστώ τον δάσκαλο ειδικής αγωγής, μελετητή και συγγραφέα Γιώργη Καλογεράκη, συντοπίτη μου στο Ρέθυμνο, που πρώτος μου έδωσε στοιχεία για το εν λόγω ζήτημα. Βλ. ορισμένα ακόμη στο άρθρο Οι εβδομαδιαίες εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

2. Για να ξεκαθαριστεί εν συντομία αυτό το ζήτημα, στην εισήγηση του Ι. Φουντούλη διαβάζουμε:

«Ηλιακά ημερολόγια υπήρχαν πολλά. Μας ενδιαφέρει στο ρωμαϊκό, στις δύο κυρίως φάσεις του: του Νουμά Πομπηλίου, που εφαρμόσθηκε από τον Ζ΄ αιώνα προ Χριστού μέχρι το 45 π.Χ., και το τελειότερο “Ιουλιανό”, που ονομάσθηκε έτσι προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, αυτοκράτορα της Ρώμης, και ήταν έργο του Έλληνα Αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένους. Αυτό εφαρμόσθηκε από το 44 π.Χ., ίσχυε κατά την εποχή του Χριστού και ουσιαστικά βρίσκεται σε χρήση μέχρι και σήμερα. Το λεγόμενο “Γρηγοριανό” ημερολόγιο, που ονομάσθηκε έτσι προς τιμήν του πάπα της Ρώμης Γρηγορίου του ΙΓ΄ και είναι έργο του Καλαβρού αστρονόμου Lilio, εφαρμόσθηκε από το 1582 στην Ιταλία […].

Κατά το ημερολόγιο του Νουμά πρωτοχρονιά εθεωρείτο η 1η Μαρτίου. Από αυτό μας έμειναν τα ονόματα των μηνών Σεπτεμβρίου (από το λατινικό septem, έβδομος μήνας), Οκτωβρίου (octo, όγδοος μήνας), Νοεμβρίου (novem ένατος μήνας) και Δεκεμβρίου (decem, δέκατος μήνας). Κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο μέχρι το 312 μ.Χ. ως πρώτη του έτους λαμβανόταν η 24η Σεπτεμβρίου, η ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας, που από το έτος αυτό μετατέθηκε στην 23η Σεπτεμβρίου, γενέθλιο ημέρα του Οκταβιανού Αυγούστου. Από το έτος 462 μ.Χ. η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στην 1η Σεπτεμβρίου, για να συμπίπτει η αρχή του έτους με την αρχή του μηνός (Ίνδικτος). Αργότερα μετατέθηκε στην 1η Ιανουαρίου, πάλι σε πρωτομηνιά, με την έννοια ότι το έτος αρχίζει με το χειμερινό ηλιοστάσιο ή με τα Χριστούγεννα» (σελ. 29-30, σελ. 4-5 του pdf).

3. Δηλαδή οι μνήμες πολλών προφητών της Παλαιάς Διαθήκης τοποθετήθηκαν στην προεόρτιο περίοδο των Χριστουγέννων (μέσα στη νηστεία πριν τα Χριστούγεννα) επειδή εκείνοι προφήτευσαν τον ερχομό του Χριστού. Παραδείγματα οι προφήτες Αβδιού (19 Νοεμβρίου), Ναούμ, Αββακούμ και Σοφονίας τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, Αγγαίος και Δανιήλ μέσα Δεκεμβρίου [ΟΟΔΕ: η σημείωση από αναδημοσίευση του αποσπάσματος εδώ].