Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Γιαννακόπουλου, Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον (2)


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ

Δ' ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΣΧΙΣΜΑ.

 Εκείνο εις το οποίον έχεις πάθει μεγάλην σύγχυσιν είναι εις τας παραδόσεις, την Εκκλησίαν και το σχίσμα. Συμπνίγεις την Εκκλησίαν μέσα εις τας παραδόσεις και νομίζεις ότι η Εκκλησία διευθύνεται μόνον με τας παραδόσεις της και πάσα παρέκκλισις απ' αυτών αποτελεί σχίσμα. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρώτος σχισματικός είσαι συ, διότι παραβαίνεις Αποστολικάς, Πατερικάς και Συνοδικάς παραδόσεις και Κανόνας ουκ ολίγους.

Πρώτον: Παραδόσεις και Εκκλησία. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Εάν ανήρ τις κομά ατιμία αυτώ εστι» Α' Κορινθ. 11, 14. Άνδρας ο οποίος φέρει κόμην είναι άτιμος. Αι Αποστολικαί διαταγαί Α'. 3 MIGNE 1564-5 διατάσουν να κόπτωμεν την κόμην: «την τρίχα της κόμης συγκόπτειν και καθαίρειν αυτήν... ουκ έξεστί σοι τρέφειν τας τρίχας της κεφαλής σου». Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς καταφέρεται κατά της κόμης ονομάζων το τρόπον αυτόν πορνικόν. «Πορνικός ο τρόπος και άθεος...». Κλήμης Αλεξ. Παιδ. Γ' 3 MIGNE 8, 577.

 Ο Άγιος Επιτάφιος MIGNE 42, 765-8. «Αλλότριόν εστι της καθολικής Εκκλησίας κόμη εκτεινομένη... ανήρ ουκ οφείλει κομάν».

 Ο Ιερώνυμος συνιστά να αφήνωμεν την κόμην τόσον μόνον, ώστε να καλύπτεται το δέρμα της κεφαλής, την δε άλλην να αποκόπτωμεν. MIGNE P. L. 25, 437.

 Κατά τον 11ον αιώνα ο περίφημος Αρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης Ευστάθιος κανονίζει τους Μοναχούς φέροντας κόμην λέγων: «Οι πλείους παρανομείτε κανταύθα τρέφοντες κόμην...» Την κόμην μας καταδικάζουν όχι μόνον αι φωναί των αγίων ανδρών, αλλά και οι κανόνες και δη ο 22ος, 42ος και 96ος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Και τα διάφορα χειροτονικά αυτό διακελεύσουσι: «Προσαγόμενος τω αρχιερεί (ο αναγνώστης) κείρεται σταυροειδώς, είτα τέλειον υπό τινος κληρικού κείρεται».

 Αφού θέλεις να είσαι πιστός τηρητής όλων των αρχαίων παραδόσεων, διατί τρέφεις κόμην και δεν κουρεύεσαι; Που είναι η τήρησις των παραδόσεων και των Κανόνων της Εκκλησίας; Διατί τους παραβαίνεις; Είσαι σχισματικός! Πρέπει να κουρευθής, αν θέλης να τηρήσης πιστώς τους Κανόνας και τας παλαιάς παραδόσεις και μάλιστα την Αποστολικήν διαταγήν του Παύλου Α' Κορινθ. 11, 14.

Δεύτερον: Σχετική με την κουράν της κόμης είναι η αρχαιοτάτη παπαλήθρα, την οποίαν είχεν η παλαιά Εκκλησία, αλλά σήμερον δεν υπάρχει. Και συγκεκριμένως: Εις το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ο Άγιος Νικόδημος ερμηνεύων τον ΚΑ' Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ομιλεί περί παπαλήθρας των Κληρικών. «Η παπαλήθρα αύτη ήτο μία στρογγυλοειδής κουρά των εν τη κορυφή τριχών της κεφαλής παρομοία με στέφανον. Τούτο ήτο έθος, παράδοσις όλης της Εκκλησίας, ως βεβαιούται από τον 21ον Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και από τους Αγίους Πατέρας. Ο Άγιος Ιερώνυμος γράφων προς τον Αυγουστίνον λέγει: «Παρακαλώ την στεφάνην σου». Ομοίως και ο Αυγουστίνος έγραφε προς τον Επίσκοπον Προκουλιανόν: «Μα την υμετέραν στεφάνην». Η στεφάνη αύτη ήτο το διακριτικόν γνώρισμα των Κληρικών». Και τέλος ο Άγιος Νικόδημος σημειώνει: «Πρέπει να ποιούσι και οι καθ' ημάς Κληρικοί εν τη κορυφή την τοιαύτην στεφάνην. Ου γαρ δίκαιον όρια αιώνια μεταίρειν, α έθεντο οι Πατέρες ημών».

 Οι Κληρικοί σας με το «Παλαιόν Ημερολόγιον» φέρουν εις την κεφαλήν των την παπαλήθραν αυτήν, την στεφάνην ταύτην; Όχι! Διατί παραβαίνετε τον ΚΑ' Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ο οποίος ομιλεί ρητώς περί αυτής; Διατί παραβαίνετε την αρχαίαν ταύτην παράδοσιν της Εκκλησίας; Διατί δεν ακολουθείτε τους παλαιούς Αγίους Κληρικούς, οι οποίοι έφερον την στεφάνην ταύτην;

 Διατί «αίρετε όρια αιώνια» α έθεντο οι Πατέρες ημών, ως ομολογεί ο Άγ. Νικόδημος; Αφού παραβαίνετε τον ΚΑ' Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και όλην την εν προκειμένω παράδοσιν της αρχαίας Εκκλησία, είσθε παραβάται, είσθε σχισματικοί!

Τρίτον: Ο Ε' Κανών των Αγίων Αποστόλων λέγει «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος την εαυτού γυναίκα μη εκβαλέτω προφάσει ευλαβείας. Εάν δε εκβάλη αφοριζέσθω, επιμένων δε καθαιρέσθω».

 Ο Κανών εδώ ομιλεί περί Επισκόπου και λέγει ότι δεν πρέπει ούτος να απομακρύνη την γυναίκα του προφάσει ευλαβείας. Βλέπεις; Οι Επίσκοποι παλαιά ηδύναντο να είναι έγγαμοι. Δια το αυτό, περί εγγάμου Επισκόπου, ομιλεί και ο 18ος Αποστολ. Κανών. Έρχεται όμως ο 12ος Κανών της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και τροποποιεί τον Αποστολικόν αυτόν Κανόνα και απαγορεύει να έχουν γυναίκα οι Επίσκοποι!

 Η τροποποίησις αύτη προήλθεν εκ του ότι ο Αρχιερεύς έπρεπε να είναι ο τελειότερος και δια τούτο έπρεπε να είναι άγαμος, διότι η παρθενία είναι ανωτέρα του γάμου κατά το Α' Κορινθ. 7, 38. Δεν παύει όμως η τροποποίησις αύτη να είναι αναίρεσις του Ε' Αποστολικού Κανόνος και μεταβολή παραδόσεως της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, η οποία εδέχετο τον γάμον των Επισκόπων.

 Δυνάμεθα να κατηγορήσωμεν ως παραβάτην την 6ην Οικουμενικήν Σύνοδον, διότι κατήργησε το έγγαμον των Αρχιερέων, ήτοι παλαιάν και μάλιστα αποστολικήν παράδοσιν;

Τέταρτον: Ο ΡΑ' Κανών της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει να δίδεται η Θεία Κοινωνία εις τους λαϊκούς δια τινος αντικειμένου, ως γίνεται σήμερον δια της λαβίδος, αλλά απ' ευθείας να τίθεται ο Άγιος Άρτος εις τας χείρας των λαϊκών και το Αίμα του Κυρίου δια του αγίου Ποτηρίου να προσφέρεται δια των Διακόνων εις το στόμα των πιστών, όπως, δηλαδή μεταλαμβάνουν σήμερον οι Κληρικοί.

 Ο Κανών ούτος διατάσσει να αφορίζεται ο Ιερεύς ο οποίος δεν θα δώση το Άγιον Άρτον εις αυτάς ταύτας τας χείρας των πιστών.

 Αφωρισμένον θέλει και το λαϊκόν ο οποίος κοινωνεί κατ' άλλον τρόπον και όχι δεχόμενος επί των χειρών του το Σώμα του Κυρίου: Και επί λέξει: «Ει δε τις αλώ της αχράντου κοινωνίας μεταδιδούς τοις τοιαύτα δοχεία προσφέρουσι αφοριζέσθω και αυτός και ο τοιαύτα επιφερόμενος».

 Ο Άγιος Κυρίλλος Ιεροσολύμων (Κατηχ. Μυσταγ. Ε') ορίζει σαφέστερον την παλαιάν παράδοσιν λέγων «Όταν πλησιάζης εις τα μυστήρια άπλωνε τας παλάμας σου... το μεν αριστερόν χέρι υποκάτω το δε δεξιόν επάνω και βαθουλώντας την παλάμην σου έτσι δέχου το Σώμα του Χριστού». Πηδάλιον σελίς 310. ήκουσες τι διατάσσει ο 101ος Κανών ούτος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου; Ήκουσες τι ορίζει η παλαιά παράδοσις; Να κοινωνής με τα ίδια σου τα χέρια και όχι με άλλα αντικείμενα, ως π.χ. είναι η λαβίς. Είναι δε υπό αφορισμόν και ο λαϊκός ο οποίος κοινωνεί με άλλον τρόπον και ο Κληρικός ο οποίος δίδει το Σώμα του Χριστού ούτω.

 Συ ο οποίος κοινωνείς όχι δια των χειρών σου, αλλά με λαβίδα και θεωρείς ότι μόνον Κανόνες και παραδόσεις υπάρχουν και τίποτε άλλο, πως θα δικαιολογήσης την παράβασιν αυτήν;

 Που θα στηριχθής; Μία υποσημείωσις του Πηδαλίου φέρει πιθανήν ερμηνείαν της καταργήσεως του Κανόνος την έλλειψιν των Διακόνων εις την αρχαίαν Εκκλησίαν και ότι ο Ιερεύς δεν ηδύνατο μόνος του να μεταδίδη χωριστά το Σώμα του Χριστού από το Αίμα. Ήνωσεν αυτά εις το Άγιον Ποτήριον και τα μεταδίδει ομού με την λαβίδα ή δια να διευκολύνωνται τα νήπια.

 Αυτή η πιθανή κατά το Πηδάλιον ερμηνεία δεν είναι ικανοποιητική, διότι Διακόνοι υπάρχουν σήμερον εις πολλάς Εκκλησίας. Θα έπρεπε, τουλάχιστον όπου λειτουργεί Ιερεύς και Διάκονος, να τηρήται ο Κανών ούτος και να μη παραβαίνεται. Αν πάλιν έγινε δια την διευκόλυνσιν των νηπίων, έπρεπε να περιορισθή μόνον εις αυτά και να μη γενικευθή εις όλους. Μέχρι της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ότε ετέθη ο νόμος, πως εκοινώνουν τα νήπια; Έτσι να κοινωνούν και μετά ταύτα.

Αλλά και μία άλλη δικαιολογία δια την εισαγωγήν της λαβίδος, την οποίαν αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος εις το Πηδάλιον, δεν είναι καθόλου ικανοποιητική: «Το αίτιον δε οπού επενοήθη η λαβίδα ήτο, διατί μερικοί, ή υποκρινόμενοι πως είναι Χριστιανοί, ή αιρετικοί ή δεισιδαίμονες, λαμβάνοντες εις χείρας τον Άγιον Άρτον ή τον έρριπτον ή τον έκρυπτον ή εις μαγείας ή πονηρίας άλλας τον εμεταχειρίζοντο. Όθεν δια της επινοήσεως της λαβίδος, διδομένης της Αγίας Κοινωνίας εις το στόμα, εσηκώθη από το μέσον κάθε αιτία και πρόφασις της Μυστηρίου τοιαύτης καταφρονήσεως».

Αλλ' είναι προφανές ότι και με την χρήσιν της λαβίδος ουδέ κατ' ελάχιστον εμειώθη ο κίνδυνος οιασδήποτε τοιαύτης καταφρονήσεως του Μυστηρίου. Ο λαμβάνων εις το στόμα την Αγίαν Κοινωνίαν ημπορεί ευκολώτατα και ανετώτατα να μη την καταπίη, αλλά να την κρατήση και ρίπτοντάς την αμέσως εις ένα κουτάκι που θα έχη εις την τσέπην του, να την χρησιμοποιήση εις οιανδήποτε πονηρίαν ή μαγείαν ή να την καταφρονήση και να την βεβηλώση, με όποιον τρόπον του υπαγορεύσει ο Διάβολος... Δεν προστατεύει λοιπόν η λαβίς το Μυστήριο από καταφρόνησιν ή βεβήλωσιν.

 Βλέπεις, ότι φέρομεν μέχρι σήμερα όχι μόνο ημείς, αλλά και σεις την παράβασιν του Κανόνος τούτου; αφού όλοι οι Κανόνες, όλαι αι παραδόσεις της Εκκλησίας, είναι απαράβατοι και η παράβασίς των σημαίνει σχίσμα, πως καταργήσατε τον 101ον αυτόν Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου;

 Θα ηδυνάμην να φέρω και άλλα παρόμοια τοιαύτα παραδείγματα καταργήσεως παλαιών Κανόνων δια νεωτέρων, όχι μόνο από ημάς τους νεοημερολογίτας αλλά και από σας τους παλαιοημερολογίτας.

 Τα τέσσερα όμως ως άνω παραδείγματα είναι αρκετά, δια να μη μακρηγορώ. Και σε ερωτώ: Που στηρίζεσθε σεις οι παλαιοημερολογίται και καταργήσατε τους ανωτέρω Κανόνας, Αποστ. Διαταγάς, παλαιά έθη, αρχαίας συνηθείας και παραδόσεις της Εκκλησίας άνευ νεωτέρας Οικουμενικής Συνόδου; Ασφαλώς δεν δύνασαι να απαντήσης και να δικαιολογήσης τας παραβάσεις σας αυτάς, διότι συγχέεις παραδόσεις και Εκκλησίαν. Νομίζεις ότι η Εκκλησία είναι μόνον αι αρχαίαι παραδόσεις και οι παλαιοί Κανόνες. Ουδεμίαν σημασίαν δίδεις εις την σημερινήν Εκκλησίαν ως όλον, ως Σώμα, με τα Πατριαρχεία και τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας. Θεωρείς αυτάς σχισματικάς, διότι τινές ακολουθούν το νέον ημερολόγιον και αι άλλαι, αι ακολουθούσαι το παλαιόν, έχουν πνευματικήν επικοινωνίαν με νεοημερολογίτας. Είσαι Θεολόγος και δεν πρέπει να αγνοής την διαφοράν παραδόσεων και Εκκλησίας.

Άκουσον λοιπόν την διαφοράν:

Η Εκκλησία διαιρείται, ως γνωρίζεις, εις δύο μέρη: θριαμβεύουσαν και στρατευομένην.
Θριαμβεύουσα είναι η εν τω ουρανώ Εκκλησία, οι Άγιοι Απόστολοι και Μάρτυρες και Πατέρες και Όσιοι και Δίκαιοι, οι οποίοι απέθανον.
Στρατευομένη είναι η εν τη γη ζήσα Εκκλησία.
Η ήδη εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία αφήκεν ωρισμένους Νόμους, Κανόνας, συνηθείας. Αυτά λέγονται παραδόσεις.
Η στρατευομένη Εκκλησία δύναται και αυτή να θέτη νόμους, να νομοθετή δια τον εξής λόγον:

 Ο Κύριος όταν είπεν ότι «μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20), δεν απηυθύνετο εις την θριαμβεύουσαν εν τω ουρανώ Εκκλησίαν, αλλά εις την εν τη γη στρατευομένην, διότι μετά της στρατευομένης θα είναι μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι «της συντελείας του αιώνος», ενώ μετά της θριαμβευούσης θα είναι και πέραν της «συντελείας του αιώνος» και του κόσμου τούτου, εις αιώνας αιώνων. Τούτο βεβαιοί και η ιστορία της Εκκλησίας μας. Θα σου φέρω μερικά παραδείγματα: Όταν έγιναν η 6η Οικουμενική Σύνοδος το έτος 690 μ.Χ. είχον οι τότε Πατέρες προ αυτών τας παραδόσεις και τους Κανόνας των προ αυτής Αποστόλων και Αγίων Πατέρων, οίτινες απετέλουν ήδη την θριαμβεύουσαν εν ουρανώ Εκκλησίαν.

 Ως Εκκλησία ζώσα η στρατευομένη τότε Εκκλησία, το 690, είχε το δικαίωμα να τροποποιήση τους δύο Αποστολικούς Κανόνας, οι οποίοι ομιλούν υπέρ του γάμου των Επισκόπων. Κατήργησε την παλαιάν συνήθειαν και παράδοσιν του γάμου των Επισκόπων, καίτοι αύτη είχε Αποστολικήν καταγωγήν, και εθέσπισεν νέαν κατάστασιν: Την υποχρεωτικήν αγαμίαν των Επισκόπων.

 Οι Πατέρες της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν επίσης δια του ΡΑ' Κανόνος ότι δεν πρέπει να κοινωνώμεν δ' οιουδήποτε αντικειμένου (ως είναι και η λαβίς), αλλά δια των ιδίων μας χειρών, όχι μόνον οι Κληρικοί, αλλά και οι λαϊκοί. Οι Πατέρες της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απέθανον και μετεφέρθησαν εις την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν. Έμεινεν ο Κανών αυτός ως παράδοσις.

 Ήλθεν η έπειτα Εκκλησία τον 10ον ή 11ον αιώνα μέχρι σήμερον και ως Εκκλησία ζώσα καταργεί εν τη πράξει τον Κανόνα αυτόν. Η κουρά των Μοναχών και Κληρικών μετά της παπαλήθρας απετέλεσε παράδοσιν της Εκκλησίας μέχρι του 15ου αιώνος. Έφυγον όλοι οι Πατέρες εκείνοι, μετέβησαν εις τον ουρανόν και αφήκαν την παράδοσιν της κουράς. Η μετά τον 16ον αιώνα Εκκλησία κατήργησε την παράδοσιν αυτήν και σήμερον όλοι οι Κληρικοί, ιδικοί μας, και ιδικοί σας, φέρουν κόμην και ουδεμίαν παπαλήθραν.

 Τι διδασκόμεθα από τα παραδείγματα, που σου ανέφερα; Άλλο πράγμα είναι αι παραδόσεις και άλλο η Εκκλησία.

 Παραδόσεις είναι τα κατάλοιπα εν γη της θριαμβευούσης εν ουρανώ Εκκλησίας. Αυτά είναι αρχαίαι συνήθειαι, διάφοροι Κανόνες Συνόδων Οικουμενικών και Τοπικών και γνώμαι Αγίων Πατέρων ευρισκομένων σήμερον εν τω ουρανώ.

 Εκκλησίαν δε λέγοντας εννοούμεν την εκάστοτε ζώσαν εν γη Εκκλησίαν, την στρατευομένην, ήτις έχει παρά Θεού την εξουσίαν είτε να νομοθετή ρητώς, ως έκαμεν η 6η Οικουμενική Σύνοδος, καταργήσασα Αποστολικούς Κανόνας και αρχαιοτάτην παράδοσιν περί εγγάμων Επισκόπων, ή και να ζη σιωπηρώς καταστάσεις διαφόρους των καταλοίπων της θριαμβευούσης εν ουρανώ Εκκλησίας, ως έκαμε και κάμνει η μετά την 6ην Οικουμενικήν Σύνοδον Εκκλησία μέχρι σήμερον με την εισαγωγήν της αγίας λαβίδος και η μετά τον 16ον αιώνα Εκκλησία μέχρι σήμερον δια την κουράν των Κληρικών.

 Εκκλησία λοιπόν και παραδόσεις αποτελούν ένα ζώντα οργανισμόν. Όπως εις πάντα οργανισμόν υπάρχουν δύο πράγματα, ένα αμετάβλητον και ένα μεταβλητόν, κατά παρόμοιον τρόπον παραδόσεις και Εκκλησία, ήτοι παλαιά και νέα Εκκλησία, αποτελουμένη από Θείον και ανθρώπινον στοιχείον, έχει τι το αμετάβλητον, απολύτως με το δόγμα και την ηθικήν, σχετικώς δε παν ό,τι ολόκληρος η Εκκλησία σιωπηρώς ή ρητώς θεσπίση. Ουδείς δηλαδή έχει το δικαίωμα μόνος του, έστω και αν είναι Ιερεύς η Αρχιερεύς, να παραβή παράδοσίν τινα των Πατέρων. Ούτε μία Εκκλησία δικαιούται εις γενικής φύσεως ζητήματα να αγνοή την συγκατάθεσιν των άλλων τοπικών Εκκλησιών. Επομένως σχίσμα δεν λέγεται η παράβασις μιας αρχαίας παραδόσεως (τοιαύται ως είδομεν ανωτέρω έγιναν πολλαί χωρίς να γίνη σχίσμα), αλλά όταν παράβασις της αρχαίας παραδόσεως σχίση την μίαν Εκκλησίαν από της άλλης, όταν διακοπή η κοινωνία των Εκκλησιών. Μόνον λοιπόν «η παράδοσις της Πίστεως», ήτοι η ηθική, είναι πράγματα αιωνίως αμετάβλητα και αναλλοίωτα και δεν επιδέχονται ουδεμίαν τροποποίησιν. Αι άλλαι όμως παραδόσεις, αι αναφερόμεναι εις θέματα λατρείας, διοικήσεως, εκκλησιαστικής ευταξίας κ.λ.π. δύνανται να τροποποιούνται και να μεταβάλλωνται, υπό τον όρον βεβαίως ότι τούτο γίνεται όχι υπό του α' ή β' ατόμου, έστω και αν είναι Ιερεύς ή Αρχιερεύς (εν τη περιπτώσει ταύτη έχομεν παράβασιν και ανταρσίαν), αλλ' υπό της ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ!


Το Νέον Ημερολόγιον αποτελεί σχίσμα;

 Αφού εξεκαθαρίσαμεν το έδαφος περί παραδόσεων Εκκλησίας, Σχίσματος, ας ίδωμεν εάν το Νέον Ημερολόγιον αποτελή σχίσμα. Δια να αποδείξης ότι το Νέον Ημερολόγιον είναι σχισματικόν, επικαλείσαι διάφορα επιχειρήματα, τα οποία θα εξετάσωμεν ένα προς ένα:

 Και πρώτον: Επικαλείσαι τας Πανορθοδόξους Συνόδους 1582, 1587, 1593, 1848 εν σελ. 26-29 και αλλαχού, αι οποίαι κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σου απαντώ: Επειδή ταυτίζεις το Γρηγοριανόν και Νέον Ημερολόγιον, ισχυρίζεσαι ότι είναι καταδικασμένον και αυτό που έχομεν ημείς. Εις την αρχήν της πραγματείας μου σου απέδειξα ότι το Νέον λεγόμενον Ημερολόγιον δεν είναι Γρηγοριανόν, αλλά διωρθωμένον Ιουλιανόν, όχι μόνον από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως, αλλά και από Εκκλησιαστικής, καθ' όσον το Γρηγοριανόν δεν λαμβάνει υπ' όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και εορτάζουν οι Δυτικοί προ αυτού ή μαζί με αυτό.

 Αι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το Πασχάλιον τούτου και το Καλανδάριον, το εορτολόγιον δηλ. των κινητών εορτών Μεσοπεντηκοστής, Αναλήψεως, Πεντηκοστής, Αγίας Τριάδος κ.λ.π., διότι ξεφεύγει από τας πραγματικάς οροθεσίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθ' ην το Πάσχα μας πρέπει να γίνεται μετά το Εβραϊκόν Πάσχα. Το Νέον Ημερολόγιον τηρεί την διάταξιν ταύτην. Άρα δεν υπάγεται εις την καταδίκην αυτήν. Μόνη η προώθησις των 13 ημερών, εφ' όσον δεν έθιξε το Πασχάλιον ούτε το Καλανδάριον του Πασχαλίου, δεν υπόκειται εις την καταδίκην εκείνην των Πανορθοδόξων Συνόδων των ετών 1582, 1587, 1593, 1848.

Δεύτερον: «Με την προώθησιν των 13 ημερών και την διατήρησιν του Πασχαλίου κύκλου περιωρίσθη, ενίοτε δε καταργείται η νηστεία των Αγίων Αποστόλων», γράφει εν σελ. 13.

 Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων αν και δεν έχει νομοθετηθή υπό Οικουμενικής ή τοπικής Συνόδου, ως αρχαίον έθος έχει νόμου ισχύν και δεν δύναται να καταργηθή ή τροποποιηθή. Ναι, δεν δύναται να τροποποιηθή η νηστεία αύτη υπό τινος Χριστιανού, έστω και Αρχιερέως. Δεν δύναται ακόμη να μην καταργήση μία Εκκλησία εν αγνοία της άλλης. Εφ' όσον όμως και αι τηρούσαι το Παλαιόν και διατηρούσαι το Νέον Ημερολόγιον Εκκλησίαι, αι μεν δέχονται και αι άλλαι ανέχονται τον περιορισμόν αυτόν, δεν έγινε Σχίσμα. Σχίσμα θα ήτο, εάν διεφώνουν επί του προκειμένου αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι και τα Πατριαρχεία και διέκοπτον τας σχέσεις των μετά των Νεοημερολογιτικών Εκκλησιών. Τούτο όμως δεν έγινε. Άρα δεν υπάρχει Σχίσμα!

Τρίτον: Θεωρείς ως Σχίσμα εν τη Εκκλησία το ότι αι Εκκλησίαι Νεοημερολογιτών και Παλαιοημερολογιτών έχουν τας εορτάς Χριστουγέννων και τας άλλας ακινήτους εορτάς και νηστεύουν κατά διάφορον χρόνον. Ούτω, όταν η μία Εκκλησία νηστεύη, η άλλη δεν νηστεύει. Όταν η μία Εκκλησία νηστεύη η άλλη έχει τα Φώτα κ.λ.π.

 Βεβαίως ωραιότερον είναι να συνεορτάζουν όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και να νηστεύουν ομού κατά τον αυτόν χρόνον. Ουδεμία αντίρρησις υπάρχει επ' αυτού. Η διαφορά όμως του χρόνου της εορτής και της νηστείας Χριστουγέννων και Αγίων Αποστόλων, δεν αποτελεί Σχίσμα, διότι η αρχαία μας Εκκλησία μέχρι της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου Ούτε τα Χριστούγεννα ούτε το Πάσχα συνεώρταζεν ούτε και η νηστεία της ήτο η αυτή πανταχού. Εν τούτοις δεν υπήρχε Σχίσμα εις τας επιμέρους Εκκλησίας. Το ότι δεν εώρταζον ουδέ συνεώρταζον οι προ του 300 μ.Χ. Χριστιανοί τας ακινήτους εορτάς, έδειξα δι' ων είπον προηγουμένως. Όχι μόνον τα Χριστούγεννα και τας συναφείς προς αυτά εορτάς δεν συνεώρταζον οι παλαιοί Χριστιανοί, αλλά ουδέ το Πάσχα. Αυτό μας λέγει η ιστορία: Ο Άγιος Πολύκαρπος (150 μ.Χ.) Επίσκοπος Σμύρνης μετέβη εις την Ρώμην και συνηντήθη με τον Επίσκοπον Ανίκητον. Συνέπεσε το Πάσχα. Ο πρώτος ήθελε να τελέση αυτό την 14ην του μηνός Νισάν. Ο Πάπας Ανίκητος ήθελε να κάμη το Πάσχα την Κυριακήν. Συνεζήτησαν επ' αυτού. Ούτε ο Πολύκαρπος έπεισε τον Ανίκητον ούτε ο Ανίκητος τον Πολύκαρπον. Συνελειτούργησαν και απεχωρίσθησαν ειρηνικώς (Ευσεβίου εκκλης. Ιστορ. Ε' 24, 14).

 Δεν απετέλεσε Σχίσμα μεταξύ των ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα (ιδέ Εκκλης. Ιστορ. Στεφανίδου σελίδα 99). Ούτε και η κατά διάφορον χρόνον γινομένη νηστεία αποτελεί Σχίσμα.

 Ιδού τι λέγει επ' αυτού η Εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου Ε' 24, 12-13. «Ου μόνον περί της ημέρας εστίν η αμφισβήτησις, αλλά και περί του είδους αυτού της νηστείας. Οι μεν οίονται μίαν ημέραν δεις αυτούς νηστεύειν, οι δε δύο, οι δε και πλείονας. Οι δε τεσσαράκοντας ώρας ημερινάς τε και νυκτερινάς.... Πάντες ούτοι ειρήνευσάν τε και ειρηνεύομεν προς αλλήλους και η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν».

 Βλέπεις· τι εγίνετο εις την πρώτην Εκκλησίαν; Είχον διαφοράς εις την νηστείαν και όμως ειρήνευον μεταξύ των και η διαφορά αύτη όχι μόνον δεν ετάρασσεν αυτούς, αλλά «η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν»! Διατί λοιπόν συ θέτεις τόση βαρύτητα εις την διαφοράν της νηστείας των Αγίων Αποστόλων, αφού εις την αρχαίαν Εκκλησίαν «η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν»;

 Θα μου είπης ότι πριν κανονισθούν αι εορταί και αι νηστείαι, είχε το δικαίωμα εκάστη Εκκλησία να τηρή την παράδοσίν της. Όταν όμως εκανονίσθησαν, δεν δικαιούμεθα να εκφεύγωμεν της οροθεσίας αυτής. Ναι, δεν δύναται, επαναλαμβάνω, έκαστον άτομον, έστω και Αρχιερεύς, παρά την γνώμην της Εκκλησίας του ή και εκάστη Εκκλησία εν αγνοία των άλλων, να παραβαίνη χρόνους εορτών και διάρκειαν νηστειών. Όταν όμως η Εκκλησία ως όλον, ως Σώμα, με τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας και τα Πατριαρχεία, δέχεται ή ανέχεται το Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον και τον διάφορον χρόνον των εορτών και της νηστείας, ουδείς δύναται να ομιλή περί Σχίσματος. Μήπως και αι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι που κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν παρέβαινον τον ρητώς ομιλούντα περί του τρόπου της θείας Κοινωνίας 101 Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και εκοινώνουν τους λαϊκούς με λαβίδα, ή δεν έφερον κόμην και παρέβαινον τους σχετικούς Κανόνας; Και όμως δεν ήσαν Σχισματικοί!

Τέταρτον: Θα μου είπης: Διατί λοιπόν γίνεται τόσος λόγος περί τηρήσεως της Παραδόσεως; Ο Απόστολος Παύλος, οι Πατέρες της Εκκλησίας, αι Σύνοδοι φωνάζουν: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις».

 Επί του σημείου αυτού αναφέρεις πλήθος παραπομπών εις ωρισμένους Κανόνας που ρητώς καταφέρονται κατά νεωτερισμών. Πως, θα μου είπης, τόσαι φωναί περί παραδόσεως ελέχθησαν εις μάτην;

 Όχι, αγαπητέ μου. Αι αφωναί αύται ισχύουν και πρέπει να ισχύουν. Πρέπει να προσέξης όμως, εις ποίον απευθύνονται αι φωναί και οι αφορισμοί ούτοι. Αι φωναί αύται απευθύνονται υπό της Εκκλησίας δια των αντιπροσώπων της, Πατέρων και Συνόδων Οικουμενικών και Τοπικών, εις τους πιστούς και όχι από τους πιστούς προς τας Εκκλησίας των! Τα μέλη της Εκκλησίας δηλαδή είναι υποχρεωμένα να τηρούν τας γραπτάς και αγράφους Παραδόσεις. Δεν δικαιούται τις να παραβή αυτάς, έστω και αν είναι Ιερεύς ή Αρχιερεύς.

 Διότι τούτοι όλοι οι Κανόνες έχουν την φράσιν: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος....», απευθύνονται προς επί μέρους άτομα. Η Εκκλησία όμως ως όλον, ως Σώμα, έχει διαφορετικήν θέσιν από τα μέλη της. Αύτη είναι ο Ύπατος Κριτής της Παραδόσεως. Τι είδομεν προηγουμένως εις το θέμα του γάμου των Αρχιερέων; Ενώ ούτος επετρέπετο κατά τους Αποστολικούς Κανόνας και την αρχαίαν παράδοσιν, η Εκκλησία τον κατήργησε ρητώς δια της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Τι είδομεν εις το θέμα της λαβίδος; Ότι η Εκκλησία σιωπηρώς έθεσεν εις αχρηστίαν τον 101ον Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου εισαγαγούσα εν τη κοινωνία των λαϊκών την χρήσιν λαβίδος. Η ίδια πάλιν Εκκλησία έθεσεν εις αχρησίαν νόμους και παραδόσεις περί κουράς, θεσπίσασα σιωπηρώς την κόμην των Κληρικών.

 Μάθε λοιπόν ότι ημείς μεν ως άτομα δεν δυνάμεθα να καταργώμεν ή να τροποποιώμεν τας παραδόσεις. Η Εκκλησία όμως έχει άλλην δύναμιν· δεν είμεθα ίσοι με αυτήν. Αυτό μας διακηρύσσει η ιστορία της Εκκλησίας, η Παράδοσις!

Πέμπτον: Εν κεφ. 1 και 2 γράφεις ότι «το Νέον Ημερολόγιον εισήχθη μονομερώς αντικανονικώς άνευ της συναινέσεως απασών των ορθοδόξων Εκκλησιών και διέσπασεν την ενότητα της καθ' όλου ορθοδόξου Εκκλησίας».

Απαντώ: Ούτε το Ημερολόγιον ήλλαξεν, όπως σου είπα εις την αρχήν (Ιουλιανόν - διορθωμένον - έχομεν και ημείς) ούτε αντικανονική υπήρξεν η προώθησις του μηνολογίου κατά 13 ημέρας, διότι αύτη εγένετο κατόπιν συνεννοήσεως των Εκκλησιών και ούτω δεν διεσπάσθη η ενότης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τούτο άλλωστε απέδειξε και το εν Ρόδω συνελθόν Πανορθόδοξον Συνέδριον του 1961 και 1964 όπου Εκκλησίαι Παλαιού και Νέου Ημερολογίου συνελειτούργησαν και έδωσαν τον ασπασμόν της αγάπης. Μόνον σείς ως σχισματικοί απεκλείσθητε του Διορθοδόξου αυτού Συνεδρίου, διότι ουδείς εξ υμών των αυτοτιτλοφορουμένων «γνησίων ορθοδόξων Χριστιανών» εγένετο δεκτός εις το Πανορθόδοξον αυτό Συνέδριον 1961 και 1964.

Έκτον: Εν κεφ. 5ω γράφεις ότι η τήρησις υφ' υμών των Νεοημερολιγιτών αθίκτου του Πασχαλίου Κανόνος επέδρασεν επί του εορτολογίου του ενιαυσίου κύκλου των εορτών, μεθ' ου αναποσπάστως συνδέεται ο υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου καθιερωθείς Πασχάλιος Κανών και επέφερε διαταραχήν. Απαντώ:

 Η σημερινή διαταραχή εορτολογίου κινητών και ακινήτων εορτών, είναι επάνοδος εις τας ημερομηνίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, διότι επανήλθον εις την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν που είχον οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Εν άτομον, έστω και Αρχιερεύς, μία επί μέρους Εκκλησία, δεν δύναται, εν αγνοία των άλλων, να κάμη τας αναπροσαρμογάς αυτάς, έστω και αν αύται μας επαναφέρουν εις τας αρχαίας ημερομηνίας.

 Η ηνωμένη όμως Εκκλησία Νεοημερολογιτών και Παλαιοημερολογιτών, ως όλον, ως Σώμα, δεχομένη η πρώτη, ανεχομένη η δευτέρα, το Νέον Ημερολόγιον έχει δικαίωμα να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς, τοσούτω μάλλον καθ' όσον δια της προωθήσεως 13 ημερών φθάνομεν, ως είπομεν, εις τας πραγματικάς ημερομηνίας των Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι είχον εαρινήν ισημερίαν, επαναλαμβάνω, την 21ην Μαρτίου ως έχομεν ημείς με την προώθησιν αυτήν και όχι την 8ην Μαρτίου που έχετε σεις.

Έβδομον: Εις το κεφ. 16 γράφεις ότι, αι ακολουθούσαι το Παλαιόν Ημερολόγιον Εκκλησίαι έχουν 200 εκατομμύρια πιστών αι ακολουθούσαι το Νέον έχουν 25 εκατομμύρια. Ιδού λοιπόν ότι έγινε Σχίσμα.

 Σχίσμα, αγαπητέ μου, έχομεν όταν διακοπή η πνευματική κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών και όχι όταν εορτάζουν κατά διάφορον χρόνον τας εορτάς. Αυτό λέγει η ιστορία της Εκκλησίας, ως ίδωμεν προηγουμένως εις τον διάφορον εορτασμόν του Πάσχα προ της Α' Οικουμενικής Συνόδου.

 Εφ' όσον λοιπόν αι ακολουθούσαι το Παλαιόν Ημερολόγιον Εκκλησίαι δεν διέκοψαν τας σχέσεις των μετά των Νεοημερολογιτών, Σχίσμα δεν υπάρχει. Διάβασε καλά την Ιστορίαν της Εκκλησίας μας.

 Μου αναφέρεις τον αριθμόν των ακολουθούντων το Παλαιόν Ημερολόγιον, 200.000.000 με τα 25.000.000 που ακολουθούν το Νέον δια να δείξης ότι η πλειονότης είναι με το Παλαιόν. Σου απαντώ: Τα 200 εκ. των Παλαιοημερολογιτών εφ' όσον είναι ηνωμένα με τας Εκκλησίας των «σχισματικών Νεοημερολογιτών», κατά την γνώμην σας, είναι σχισματικοί! Διατί λοιπόν τους επικαλείσαι; Εν σελ. 47 καταδικάζεις συ ο ίδιος όλας τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας όχι μόνον των Νεοημερολογιτών αλλά και των Παλαιοημερολογιτών και λέγεις: «Δεν είναι εν τάξει, διότι όταν εκαινοτόμησεν η Εκκλησία της Ελλάδος έπρεπε να κόψουν πάσαν επικοινωνίαν». Δεν έκοψαν όμως. Άρα είναι και αυτοί Σχισματικοί! Αφ' ου και τα 200 αυτά εκ. είναι Σχισματικοί, πως παρουσιάζεις τους αριθμούς των ως απόδειξιν υπέρ του Παλαιού Ημερολογίου;

Βλέπεις, πως αντιφάσκεις;

Όγδοον: Εις το κεφ. 83 φροντίζεις να αποδείξης ότι είναι μυθώδες και από αστρονομικής απόψεως η μετατόπισις των εποχών του Χειμώνος και του Θέρους, εάν συνεχίζετο η διαφορά του Ημερολογίου. Και λέγεις: «Αφού Μάρτιον είχομεν την έξοδον των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου το 1500 μ.Χ., Μάρτιον έχομεν και σήμερον 2000 μ.Χ., πως δεν επήλθε μεταβολή τις;

 Απλούστατα το προ του Ιουλιανού Ημερολογίου 45 π.Χ. ακολουθούμενον ημερολόγιον των Εβραίων είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη. Επειδή το ηλιακόν έτος έχει 12 σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας οι Εβραίοι προσέθετον ως είπομεν ανωτέρω ανά 3 ή 2 έτη τον 13ον μήνα τον οποίον ωνόμαζαν βε - Αδάρ και ούτω εκάλυπτον την διαφοράν.

 Εκείνο δηλ. το οποίον κάνομεν ημείς με την προσθήκην των 13 ημερών εις 1600 έτη δια να καλύψωμεν την διαφοράν του Ιουλιανού ημερολογίου από της Α' Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, το έκαμνον οι Εβραίοι ανά δύο ή τρία έτη προ του Ιουλιανού Ημερολογίου, ήτοι προ του 45 π.Χ., προσθέτοντες ολόκληρον, σεληνιακόν μήνα ανά δύο ή τρία έτη και ούτω διετηρήθη το Πάσχα των τον Μάρτιον μήνα.

 Την διαφοράν αυτήν των 13 ημερών από της Α' Οικουμενικής Συνόδου την δέχεται και το ίδιον το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9, ερμηνείαν του 7ου Αποστολικού Κανόνος. Πως συ την αρνείσαι; Πλην αυτού γνωρίζομεν εκ της Κοσμογραφίας της 6ης τάξεως των Γυμνασίων σελ. 57, ότι το π.Χ. ακολουθούμενον ημερολόγιον υπό των Ρωμαίων από το 700 μέχρι το 45 π.Χ. ήτο το ημερολόγιον του Νουμά, το οποίον, είχεν 354 ημέρας. Ήτο δηλαδή όμοιον με το ημερολόγιον των Εβραίων, είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη. Καθ' έκαστον έτος υπελείποντο 11 ημέραι. Προσέθετον οι Ρωμαίοι εις έκαστον 2ον έτος συμπληρωματικόν μήνα, 22 ημέρας. Ενόμιζον ότι ούτω θα καλυφθή η διαφορά του πολιτικού έτους και του ηλιακού, του τροπικού, έτους. Πράγματι όμως με τον συμπληρωματικόν μήνα το έτος ήτο μικρότερον του πραγματικού κατά 0,242217 μέσης ηλιακής ημέρας. Μέχρι δε του Ιουλίου Καίσαρος είχον προχωρήσει τοσούτον, ώστε αι εορταί του θερισμού εωρτάζοντο εις το τέλος του χειμώνος!

 Ο Ιούλιος Καίσαρ επεχείρησε το 45 π.Χ. να άρη την ασυμφωνίαν ταύτην καλέσας τον αστρονόμον Σωσιγένην εκ της Αλεξανδρείας. Και εν πρώτοις επεξέτεινε την διάρκειαν του έτους της μεταρρυθμίσεως (του 45 π.Χ.) εις 445 ημέρας. Ήτοι προσέθεσαν εις το ημερολόγιον του Νουμά 91 ημέρας, ούτως ώστε αι διάφοροι εορταί να εορτάζωνται εις τας καταλλήλους ημέρας του έτους. Το έτος τούτο ωνομάσθη έτος συγχύσεως. Έπειτα από αυτό ο Ιούλιος Καίσαρ ώρισε το Ιουλιανόν ημερολόγιον, 365 ημέρας, και εν δίσεκτον έτος ανά 4 έτη. Βλέπεις ότι ο Ιούλιος Καίσαρ προσέθεσεν 91 ημέρας εις το έτος 45 π.Χ. δια να καλύψη την διαφοράν των προηγουμένων ετών;

Επομένως προ Χριστού Εβραίοι και Ρωμαίοι έκαμον προσθήκας προς κάλυψιν ημερολογιακών διαφορών. Πως αγνοείς τα πράγματα αυτά;

Ένατον: «Πρέπει να υπακούωμεν», γράφεις εν κεφ. 86 σελ. 74, «εις τους Θεοφόρους και Αγίους εκείνους Πατέρας και όχι εις τους σημερινούς». Εκείνοι όμως οι Πατέρες εδέχοντο τον γάμον των Επισκόπων, δεν είχον κόμην, έφερον παπαλήθραν, εκοινώνουν τους λαϊκούς ουχί δι' αγίας λαβίδος και κατεδίκαζον τους έχοντας κόμην, μη φέροντας παπαλήθραν και μη δίδοντας την θείαν Κοινωνίαν στους λαϊκούς επί των χειρών αυτών. Διατί και αυτά δεν τα τηρείς; Διατί δεν υπακούεις εις αυτούς;

Δέκατον: Λέγεις εν σελίδι 85: Η Εκκλησία της Ελλάδος προτίθεται να προβή εις μεταρρυθμίσεις, ώστε να υπάρχη γάμος Μοναχών, κατάργησις Εικόνων, μεταβολή του Βαπτίσματος και άλλα. Εδώ είσαι συκοφάντης!

Διάφορα σπερμολογήματα ανευθύνων τα παρουσιάζεις ως γνώμας της Εκκλησίας!

Δέκατον: Λέγεις όλως αφελώς: «Με ποίους εορτάζουν τα επουράνια, όταν τα επίγεια έχουν διαφόρους ημέρας εορτών; Όταν δηλ. οι Νεοημερολογίται ψάλλουν «Σήμερον γεννάται ο Χριστός....» 13 ημέρας προ των Παλαιοημερολογιτικών Εκκλησιών, με ποίους θα εορτάσουν τα επουράνια την Γέννησιν του Χριστού, αφού υπάρχη διαφορά χρόνου;

Όταν πάλιν μετά την Γέννησιν του Σωτήρος λέγομεν εις την σχετικήν ευχήν «Σήμερον τα άνω εορτάζουν...» με ποίους εορτάζουν τα επουράνια; Με το Παλαιόν ή το Νέον;

Σε ερωτώ και εγώ: Όταν επί 300 έτη εώρταζον αι μεν Εκκλησίαι της Δύσεως Πάσχα την Κυριακήν μετά το Νομικόν Πάσχα, αι δε Εκκλησίαι της Μ. Ασίας την 14ην Νισάν, με ποίους εώρταζον το Πάσχα τα ουράνια; Την 14ην Νισάν με τον Άγιον Πολύκαρπον Σμύρνης ή την Κυριακήν με τον Άγιον Ανίκητον Πάπαν Ρώμης; Ασφαλώς και με τους δύο. Όταν η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη, η Κύπρος εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού την 6ην Ιανουαρίου μετά των Θεοφανείων, ως είδομεν, η δε Ρώμη την 25ην Δεκεμβρίου, με ποίους εώρταζον τα επουράνια; Και με τους δύο! Το ίδιον συμβαίνει και σήμερον, αφού η Εκκλησία η επί γης είναι ηνωμένη. Τα ουράνια εορτάζουν και με τους δύο. Τα ουράνια έχουν πάσαν ημέραν εορτήν, διότι εκεί δεν υπάρχουν εργασίαι ως εν τη γη και ημέραι ιδιαίτεραι εορτών. Τα ουράνια πανηγυρίζουν πάντοτε, διότι πάσα ημέρα εορτή εστι δια τους εκεί.

Συμπέρασμα: Πρώτον: Συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν. Ιδού η εσφαλμένη σου βάσις. Σου απέδειξα ότι το Νέον Ημερολόγιον δεν είναι το Γρηγοριανόν από ημερολογιακής και εκκλησιαστικής απόψεως, αλλά διορθωμένον Ιουλιανόν με τας ημερομηνίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Άρα το Ημερολόγιον που ακολουθούμεν είναι πράγματι το Παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον.

Δεύτερον: Δια το Πασχάλιον Κανόνα δεν λαμβάνεις ως κύρια χαρακτηριστικά τα ορισθέντα υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου (εαρινήν ισημερίαν, Πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν), αλλά την ημερομηνίαν 22αν Μαρτίου - 25ην Απριλίου, ήτις ουδόλως μνημονεύεται εις τα πρακτικά της Α' Οικουμενικής Συνόδου.

Την συμπληρωματικήν οροθεσίαν ταύτην 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου έλαβε ως μοναδικόν και κύριον χαρακτηριστικόν παρά του ρητούς Κανόνας.

Τρίτον: Θεωρείς τας ακινήτους εορτάς Χριστουγέννων και τας συναφείς προς αυτάς ορισθείσας υπό του Θεού, και επομένως ουδείς δύναται να τας μετακινήση!

Σου απέδειξα δια των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ότι αύται επί 300 έτη μ.Χ. ηγνοούντο. Κατόπιν η των Χριστουγέννων συνεωρτάζετο μετά των Θεοφανείων και έπειτα εχωρίσθησαν τα Χριστούγεννα από τα Θεοφάνεια. Αυτά λέγουν οι Πατέρες. Αν αι εορταί αύται ήσαν, ως λέγεις συ, υπό Θεού ορισθείσαι, ηγνόουν αυτάς οι Πατέρες και τας εγνώριζες συ;

Τέταρτον: Συγχέεις παραδόσεις και Εκκλησίαν και νομίζεις ότι δεν δύναται η Εκκλησία ως όλον να κάμη μεταβολήν εις τας παραδόσεις. Και όμως σου απέδειξα πως εκάστοτε Εκκλησία, ζώσα ούσα, μετέβαλε ρητώς ή σιωπηρώς ουκ ολίγα έθιμα, προγενεστέρας συνηθείας και παραδόσεις. Πως και σεις σήμερον παραβαίνετε παραδόσεις αρχαίας της Εκκλησίας; Αφού λοιπόν δεν ημπόρεσες να διακρίνης διαφοράν παραδόσεων και Εκκλησίας και δεν εννοείς τι θα είπη Σχίσμα, θεωρείς Σχισματικήν την Εκκλησίαν των Νεοημερολογιτών, διότι ακολουθεί το Νέον Ημερολόγιον! Και όμως σου απέδειξα δια της Ιστορίας της Εκκλησίας ότι Σχίσμα δεν συνιστά ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός, αλλά η μη πνευματική κοινωνία των αυτοκεφάλων Εκκλησιών και Πατριαρχείων.

 Σεις λοιπόν που έχετε αποκοπή από την ολομέλειαν αυτήν της Ορθοδοξίας είσθε σχισματικοί και προς υμάς ως τοιούτους απευθύνονται όλοι οι αφορισμοί των Πατέρων και τα ουαί.

 Είχον υποχρέωσιν να σου απαντήσω, διότι γραπτώς και προφορικώς δια γνωστών σου προσώπων με προεκάλεσας εις τούτο. Έκαμα το καθήκον μου προς σε και πάντα άλλον, ο οποίος θέλει να μάθη την αλήθειαν περί Παλαιού και Νέου Ημερολογίου.

Τα περαιτέρω ανήκουν εις σε, τους αναγνώστας μου και τον Θεόν! Υγίαινε!


Προτεινόμενο:
Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος: Παλαιό ή νέο ημερολόγιο;
Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ και η "ασθένεια της ορθότητας" 

Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Γιαννακόπουλου, Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον (1)

Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον
Ε' ΕΚΔΟΣΙΣ-ΑΘΗΝΑΙ 2002
ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Το «Ημερολογιακόν Ζήτημα» από ετών ταράσσει την Εκκλησίαν. Σημείον αντιλεγόμενον έχει καταστή.

 Οι Παλαιοημερολογίται διακηρύττουν απεριφράστως ότι ακολουθούν το «σωστόν», το «γνήσιον», εξ ου και αυτοκαλούνται «Γνήσιοι - Ορθόδοξοι - Χριστιανοί», Γ.Ο.Χ., φθάσαντες εις το σημείον να πιστεύουν και να διακηρύττουν ότι ο Παράδεισος είναι μόνον δι' αυτούς. Δι' ημάς δε τους υπολοίπους, τους Νεοημερολογίτας, τους «Φράγκους», τους «Σχισματικούς», τους «αιρετικούς» ως μας αποκαλούν, παραμένει η Κόλασις.

 Ακόμη διακηρύττουν απεριφράστως ότι τα Μυστήριά μας είναι άκυρα, καθ' ο «άχαρα», άνευ χάριτος.

 Οι του Νέου δε Ημερολογίου, ως επί το πλείστον, αδιαφορούν δια τα προαναφερθέντα, ωρισμένοι αντιδρούν, άλλοι περνούν και εις την αντεπίθεσιν και ολίγοι προβληματίζονται προ των κατηγοριών των Παλαιοημερολογιτών μη γνωρίζοντες τι να πράξουν.

 Υπάρχουν λοιπόν θέματα, κατά την γνώμην μας, εις αμφοτέρας τας παρατάξεις, που άλλοτε ολίγον άλλοτε πολύ κερδίζει εξ αυτών μόνον ο Διάβολος.

 Το παρόν, έργον ανέκδοτον, απάντησις εις τινα Θεολόγον Μοναχόν, του αειμνήστου Πατρός Ιωήλ Γιαννακόπουλου, γνωστού απολογητού των Ορθοδόξων θέσεων, έρχεται να ρίξη άπλετον φως εις το εν προκειμένω αντιλεγόμενον ζήτημα του Ημερολογίου και να καταστήση αναπολογήτους όλους εκείνους, οίτινες καταδικάζουν την ενέργειαν της Εκκλησίας, (ενός ζωντανού Οργανισμού), ώστε να διορθώση το Ημερολόγιον, αλλά και να διαφωτίση τους θέλοντας, ίνα ούτω ειρηνεύσουν αι συνειδήσεις και μη κερδίζη πλέον ο Διάβολος.

Το παρόν εκδίδεται εκ χειρογράφου, ευρισκομένου εις χείρας πνευματικού τέκνου του αειμνήστου Κληρικού, εις το οποίον είχε κάμει διορθώσεις τινάς ο ίδιος ο συγγραφεύς ολίγον προ της εκδημίας του (Δεκέμβριος 1966).


ΠΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ

Οι Παλαιοημερολογίται μου είναι άνθρωποι συμπαθείς, διότι παρ' όλην την άγνοιαν που έχουν εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, έχουν ζήλον και φόβον Θεού. Δια τον λόγον αυτόν δεν ηθέλησα να ασχοληθώ ούτε προφορικώς εις διάλεξίν μου τινά περί του Παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, ούτε να γράψω και δημοσιεύσω τι περί αυτού. Εθεώρησα σκοπιμώτερον να ασχοληθώ συγγραφικώς περί τον υπομνηματισμόν της Παλ. Διαθήκης και γύρω από τους Ευαγγελικούς, Χιλιαστάς και λοιπά θέματα προς διαφωτισμόν τους ευσεβούς λαού μας και ουδόλως με τους Παλαιοημερολογίτας.

 Είς όμως παλαιοημερολογίτης Θεολόγος Μοναχός, αντί να ασχοληθή και αυτός με τόσας αιρέσεις που κατακλύζουν την Πατρίδα μας, ήτοι Χιλιαστάς, Ευαγγελικούς κ.λ.π. και να γράψη τι κατ' αυτών, καταφέρεται καθ' ημών γραπτώς και προφορικώς, ονομάζων ημάς κακοδόξους, αιρετικούς, αβαπτίστους. Δεν αρκείται εις την γενικήν και ανώνυμον αυτήν καταφοράν καθ' ημών, αλλά κατ' επανάληψιν εις το παρελθόν έγραψε κατ' εμού προσωπικώς και εσχάτως εις το τελευταίον βιβλίον του: «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» με αποκαλεί εν σελίδι 19 νεωτεριστήν, πάντα δε νεωτεριστήν θεωρεί εν σελίδι 43 αβάπτιστον.

 Έπειτα απ' όλα αυτά, νομίζω, ότι δεν έπρεπε να σιωπήσω, διότι η σιωπή μου δύναται να θεωρηθή ως αδυναμία μου ή ως σιωπηρά συγκατάθεσις μου εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα. Επειδή δε ο Μοναχός ούτος φέρει τον τίτλον του Θεολόγου, η σιωπή μου θα επηρεάση ακόμη περισσότερον τους αναγνώστας του βιβλίου του.

 Απεφάσισα λοιπόν να απαντήσω. Και ιδού πως: Θα βασισθώ εις το τελευταίον βιβλίον του «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» και με την βοήθειαν του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας και με τας γνώμας των Αγίων Πατέρων και τα δεδομένα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας θα φέρω εις φως όλους τους παραλογισμούς και τας πλάνας του εν λόγω Μοναχού.

 Και συγκεκριμένως: Επειδή ούτος α) συγχέει το νέον ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν, το Παπικόν ημερολόγιον, β) αγνοεί τον τρόπον του κανονισμού του Πάσχα υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου, γ) αγνοεί τον τρόπον του εορτασμού της μεγάλης ακινήτου εορτής των Χριστουγέννων και των συναφών προς αυτήν εορτών και δ) δεν έχει ιδέαν περί παραδόσεων, Εκκλησίας και σχίσματος, θα διαιρέσω την απάντησίν μου εις τέσσαρα μέρη:

α) Ιουλιανόν και Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, β) το Πάσχα και ο χρόνος εορτασμού του κύκλου των κινητών εορτών, γ) τα Χριστούγεννα και αι συναφείς προς αυτά ακίνητοι εορταί και δ) αι παραδόσεις της Εκκλησίας, η Εκκλησία μας και το σχίσμα.

Α' ΙΟΥΛΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ

 Ο εν λόγω Μοναχός συνταυτίζει το Νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς οι Νεοημερολογίται, με το Γρηγοριανόν ή Παπικόν ή Φραγκικόν Ημερολόγιον εν σελίδι ΙΙ του εν λόγω βιβλίου του, εν ω το υπ' αυτών ακολουθούμενον Παλαιόν (Ιουλιανόν) Ημερολόγιον θεωρεί εν την αυτή σελίδι ως πατροπαράδοτον γνήσιον Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.

 Όχι, αγαπητέ Μοναχέ! Έχεις παχυλήν άγνοιαν του Ημερολογίου ή εν γνώσει σου σκοτίζεις και διαστρέφεις τα πράγματα. Το νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς, δεν είναι Γρηγοριανόν, Παπικόν, Φραγκικόν, όπως το ονομάζεις συ, αλλά Ιουλιανόν. Θέλεις απόδειξιν αυτού; Άκουσον:

Πρώτον: Άνοιξε μίαν οιανδήποτε Κοσμογραφίαν που διδάσκεται εις τας ανωτέρας τάξεις του Γυμνασίου. Θα ίδης εις το κεφάλαιον περί του Ημερολογίου την διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου από απόψεως καθαρώς ημερολογιακής. Ιδού τι λέγει η Κοσμογραφία της ΣΤ' τάξεως του Γυμνασίου εν σελ. 5: Γνωρίζομεν ότι το έτος αποτελείται ακριβώς από 365,242217 ηλιακάς ημέρας. Η διάρκεια του πολιτικού έτους του Ιουλιανού Ημερολογίου είναι 365 ημέρας και ¼ της ημέρας, διότι ανά τέσσερα χρόνια προστίθεται μία ημέρα η 29η Φεβρουαρίου. Επομένως το Ιουλιανόν Ημερολόγιον υπερέχει, είναι μεγαλύτερον του πραγματικού έτους κατά (365, 25-365, 242217) = 0,007783 ηλιακάς ημέρας. Η διαφορά αύτη εντός 400 ετών ανέρχεται εις 3,1132 ημέρας ανά 400 έτη. Ίνα διορθώση το σφάλμα τούτο ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ', βοηθούμενος υπό του αστρονόμου LILIO, διέταξεν όπως η μετά την 4ην Οκτωβρίου 1582 ημέρα κληθή 15η Οκτωβρίου και ουχί 5η Οκτωβρίου. Ίνα δε μη εις το μέλλον επαναληφθή το σφάλμα αυτό, ώρισεν όπως εντός 400 ετών μη λαμβάνωνται 100 δίσεκτα έτη, ως γίνεται κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά μόνον 97. ούτω κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, η χρονολογία υστερεί εντός 400 ετών, μόνον κατά 0,1132 ημέρας.

Πρέπει να παρέλθουν 4.000 έτη, όπως η χρονολογία υστερήση κατά 1,132 ημέρας.

  Προς διόρθωσιν του Ιουλιανού Ημερολογίου ώρισεν ο Πάπας Γρηγόριος όπως τα έτη των αιώνων (λόγου χάριν 1600, 1700, 1800) μη είναι δίσεκτα, εκτός αν ο αριθμός των εκατοντάδων διαιρήται δια 4. Ούτω το έτος 1600 ήτο δίσεκτον κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, διότι ο αριθμός των εκατοντάδων 16 είναι διαιρετός δια 4, δια το Ιουλιανόν Ημερολόγιον είναι ομοίως δίσεκτον, διότι ο αριθμός 1600 είναι διαιρετός δια 4. Τα έτη όμως 1700, 1800, 1900 είναι δίσεκτα κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, διότι οι αριθμοί ούτοι 1700, 1800, 1900 είναι διαιρετοί δια 4, δια το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν είναι δίσεκτα, διότι οι αριθμοί των εκατοντάδων 17, 18, 19 δεν είναι διαιρετοί δια 4.
 Ούτω μετά πάροδον από σήμερον 1600 περίπου ετών, όσα περίπου παρήλθον από της Α' Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, ημείς, επειδή ακολουθούμεν το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και θα έχωμεν δίσεκτα έτη τα διαιρετά δια 4, θα έχωμεν νέαν διαφοράν 13 ημερών, εν ω το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν θα έχη, διότι ανά 400 έτη θα έχη 97 δίσεκτα έτη και ουχί 100.

 Ιδού η διαφορά Νέου Ημερολογίου που ακολουθούμεν ημείς και του Γρηγοριανού, το οποίον ακολουθούν οι Δυτικοί από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως! Εκείνοι θα έχουν 97 έτη δίσεκτα ανά 400 έτη, ημείς όμως θα έχωμεν 100. ο Πάπας Γρηγόριος δεν ηρκέσθη εις την ημερολογιακήν αυτήν μεταρρύθμισιν. Προσήρμοσε και το Πάσχα του προς το Ημερολόγιον του αγνοήσας το Πάσχα των Εβραίων και την απόφασιν της Α' Οικουμενικής Συνόδου σχετικήν με το Χριστιανικόν Πάσχα και το Εβραϊκόν.

Β' ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ

 Εάν ανοίξωμεν το Πηδάλιον, θα ίδωμεν εις την σελίδα 9, ότι 4 σημεία είναι εκείνα τα οποία πρέπει να τηρώνται δια την εορτήν του Πάσχα!

α) Εαρινή ισημερία.
β) Πρώτη πανσέληνος μετά την ισημερίαν ταύτην.
γ) Μετά το Νομικόν Πάσχα και
δ) Η πρώτη Κυριακή μετά από όλα αυτά

 Το Γρηγοριανόν ή Παπικόν Ημερολόγιον λαμβάνει υπ' όψιν του μόνον τα τρία: Εαρινήν ισημερίαν, πανσέληνον και Κυριακήν. Αγνοεί εντελώς το Νομικόν Πάσχα των Εβραίων. Ούτως οι Παπικοί συνεορτάζουν το Πάσχα των μετά των Εβραίων ή προηγούνται αυτού παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και παρά την ιστορικήν ακρίβειαν, καθ' ην ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ημείς όμως οι Νεοημερολογίται λαμβάνομεν υπ' όψιν και τα 4 σημεία του Πάσχα και ούτω διαφέρομεν του Γρηγοριανού ή Παπικού Ημερολογίου και Εκκλησιαστικώς. Εορτάζομεν δηλαδή το Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων, συμφώνως με την διάταξιν της Α' Οικουμενικής Συνόδου.

 Επομένως: Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς διαφέρομεν σεις και ημείς με το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σεις και ημείς ακολουθούμεν Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς το Ιουλιανόν Ημερολόγιον!

 Διατί συνταυτίζεις τελείως το Νέον Ημερολόγιον, αυτό που ακολουθούμεν ημείς, με το Παπικόν Γρηγοριανόν, αφού υπάρχη τόση μεγάλη διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ των; Αλλοίμονον σου! Θα δώσης μεγάλον λόγον εις τον Θεόν. Μαντεύω την αντίρρησίν σου. Θα μου είπης: Διατί να γίνη η προώθησις των 13 ημερών; Σου απαντώ: Η προώθησις αύτη μόνη της δεν έθιξε το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά το μηνολόγιον του Ημερολογίου τούτου. το Ημερολόγιόν μας παρέμεινεν και θα παραμείνη Ιουλιανόν. Ιουλιανόν έχετε σεις. Ιουλιανόν έχομεν και ημείς. Χώνεψέ το καλά αυτό μέσα εις το μυαλό σου. Μόνον ότι το ιδικόν μας Ιουλιανόν είναι διορθωμένον.

 Και πάλιν θα μου είπης: Έστω. Διατί να μεταβληθή το μηνολόγιον του Ιουλιανού Ημερολογίου; Σου απαντώ: Γνωρίζομεν από το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ότι οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, που εκανόνισαν το Πάσχα με βάσιν την εαρινήν ισημερίαν, είχον τότε εαρινήν ισημερίαν 21 Μαρτίου. Αυτό μας το λέγει το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Μετά την πάροδον όμως 1600 περίπου ετών από τότε μέχρι σήμερον, εξέπεσαμεν από την ημερομηνίαν εκείνην και εφθάσαμεν να έχωμεν εαρινήν ισημερίαν την 8ην Μαρτίου. Και αυτό αναφέρεται εις το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Με ένα πήδημα λοιπόν 13 ημερών ημείς οι λεγόμενοι «Νεοημερολογίται» έχομεν εαρινήν ισημερίαν εκείνην που είχον οι Άγιοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ούτω έχομεν την παλαιάν ημερομηνίαν της εαρινής ισημερίας, 21 Μαρτίου, ενώ σεις έχετε την νέαν ημερομηνίαν της ισημερίας ταύτης, 8 Μαρτίου. Επομένως ημείς ακολουθούμεν την παλαιάν ημερομηνίαν, σεις την νέαν ημερομηνίαν. Ημείς πηγαίνομεν με το παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον της Α' Οικουμενικής Συνόδου, σεις με το Νέον Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Κατά συνέπειαν ημείς είμεθα όντως Παλαιοημερολογίται και σεις Νεοημερολογίται, διότι και πάλιν σου επαναλαμβάνω έχομεν την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν όπως είχον οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, ενώ σεις εξεπέσατε και έχετε την 8ην Μαρτίου.

 Θα μου είπης: Διατί ο Άγιος Νικόδημος μαζί με τον Χρυσόστομον εις τα υποσημειώσεις του Πηδαλίου, σελ. 9, καταφέρεται κατά της προωθήσεως των 10 ημερών υπό του Γρηγοριανού Ημερολογίου;

 Απαντώ: Ο Ιερός Χρυσόστομος ουδεμίαν σημασίαν δίδει εις τας ημερομηνίας των εορτών ως κόπτεσθε σεις δι' αυτάς. Μας το λέγει ρητώς: «Ει τω δείνα μηνί ει τω δείνα μηνί εορτάσητε το Πάσχα ουδείς ποτέ εκολάσθη ουδέ ενεκλήθη». Ήκουσες; Εάν εορτάσωμεν την τάδε του μηνός ή την τάδε του μηνός ημέραν το Πάσχα ή άλλην εορτήν ουδείς ποτέ εκολάσθη ούτε κατηγορήθη. Εκείνο το οποίον ενδιαφέρει τον Άγιον αυτόν Πατέρα είναι ο εορτασμός του Πάσχα κατά τους ορισμούς της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ποίοι είναι οι όροι αυτοί; Μα τους αναλύει θαυμασίως ο Άγιος Νικόδημος εις τους υπομνηματισμούς του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος δηλαδή Νικόδημος καταφέρεται κατά του Γρηγοριανού Ημερολογίου εις τας υποσημειώσεις του Πηδαλίου του, διότι το Ημερολόγιον αυτό δεν λαμβάνει υπ' όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και ούτω οι Δυτικοί εορτάζουν ενίοτε προ του Εβραϊκού Πάσχα ή μαζί με αυτό παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και την ιστορικήν αλήθειαν, καθ΄ ότι ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ιδού τι λέγει ο Άγιος Νικόδημος εις την πρώτην υποσημείωσιν αυτού του Κανόνος:

 «Το να κάνη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνομεν ημείς οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα. Το να σχίση όμως την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα ασυγχώρητον».

 Πως σχίζουν οι Δυτικοί την Εκκλησίαν; Μας το λέγουν ευθύς αμέσως τα σχόλια του ιδίου Αγίου Πατρός Νικοδήμου:

 «Η ακρίβεια αύτη (του Γρηγοριανού Ημερολογίου) προξενεί δύο μεγάλας ατοπίας εις τους Λατίνους το να εορτάζουν δηλαδή το Πάσχα ή μετά Ιουδαίων ή προ των Ιουδαίων».

 Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ μου, τι λέγει το Πηδάλιον; Δεν είναι έγκλημα, δεν είναι σχίσμα, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα, αλλά κακόν είναι να γίνεται το ιδικόν μας Πάσχα προ του Πάσχα των Εβραίων ή μαζί με αυτό. Ιδού που ο Άγιος Νικόδημος εντοπίζει την κυρίαν διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου. Να μη γίνεται το Πάσχα μας προ ή μαζί με το Πάσχα των Εβραίων. Αυτό όμως αποφεύγεται από ημάς. Διατί λοιπόν συ ταυτίζεις και συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν; Θα μου είπης: Δεν έπρεπε να ονομάσωμεν την 8ην Μαρτίου 21ην, ώστε να προωθήσωμεν το μηνολόγιόν μας κατά 13 ημέρας. Το Πηδάλιον μας είπεν, ως είδομεν άνω, ότι δεν είναι έγκλημα, όταν εορτάζωμεν το Πάσχα εις δύο διαφόρους χρόνους μετά την 8ην Μαρτίου ή μετά την 21ην Μαρτίου, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Πολύ περισσότερον δεν έχει ουδεμίαν σημασίαν αφού σεις και ημείς εορτάζομεν το Πάσχα την αυτήν ημέραν και η ημέρα αύτη είναι δι' ημάς η 22α Μαρτίου και ημείς την ονομάζομεν 1ην Απριλίου. Αφού δηλαδή κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον και το Πηδάλιον της Εκκλησίας, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα δεν είναι έγκλημα, ουδέ καταδίκη τις, πολύ περισσότερον δεν έχει σημασίαν ο παρ' ημίν κατά τον χρόνον μεθ' υμών, αλλά κατά διάφορον ημερομηνίαν εορτασμός του, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Είδες ποία η διπλή διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ Ιουλιανού και Γρηγοριανού; Ας έλθωμεν όμως να εξετάσωμεν πλατύτερον το θέμα του εορτασμού του Πάσχα.

Δεύτερον: Το Πάσχα: Εν σελίδι 14 του βιβλίου σου γράφεις δια το Πάσχα: «Οι Θεοφόροι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν το Πάσχα, κατ' έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος, ίνα κυμαίνεται από 22 Μαρτίου μέχρι 25 Απριλίου». Ή αγνοείς τα πράγματα ή τα διαστρέφεις εν γνώσει σου!

 Εις πρακτικά της Α' Οικουμενικής Συνόδου ουδαμού μνημονεύεται η ημερομηνία αύτη που γράφεις συ, αλλά 4 σταθερά, ως είπον και προηγουμένως, τα οποία αναφέρει το Πηδάλιον: Πρώτον: ισημερία. Δεύτερον: Πανσέληνος. Τρίτον: Νομικόν Πάσχα. Και τέταρτον: Ημέρα Κυριακή. Και επί λέξει: «Τέσσαρα τινα αναγκαία ζητούνται δια το ιδικόν μας Πάσχα. Πρώτον, ότι το Πάσχα πρέπει να γίνεται πάντοτε ύστερα από την ισημερίαν της ανοίξεως. Δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεται εις την αυτήν ημέραν με το Νομικόν Πάσχα (τα οποία ταύτα και τα δύο διορίζονται από τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα). Τρίτον, να μη γίνεται απλώς και αορίστως ύστερα από την εαρινήν ισημερίαν, αλλά ύστερα από την πρώτην πανσέληνον, όπου τύχη μετά την ισημερίαν. Και τέταρτον, να γίνεται την πρώτην Κυριακήν ύστερα από την πανσέληνον. (Ταύτα τα δύο εκ παραδόσεως έχομεν και όχι από Κανόνα)». Πηδάλιον σελ. 9-10.

 Βλέπεις, ποία είναι τα «αναγκαία», ως ονομάζεις αυτά, χρονικά σημάδια, τα «απαραίτητα», δια τον εορτασμόν του Πάσχα; Διατί λοιπόν συ θέτεις ένα μόνον όρον, την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου που πρέπει να κυμαίνεται το Πάσχα; Διαστρέφεις το κείμενον του Πηδαλίου, αφού ουδόλως αναφέρεται ως αναγκαίον στοιχείον του υπολογισμού του Πάσχα η ημερομηνία 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου, αλλά τα τέσσαρα «χρονόμετρα» που αναφέρθησαν: Εαρινή Ισημερία, Πρώτη Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή.

 Μαντεύω την απορίαν σου: Η ημερομηνία 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου που κυμαίνεται το Πάσχα με το Παλαιόν Ημερολόγιον ουδόλως θα ληθφή υπ' όψιν; Πως αναγράφεται αύτη εις το τέλος των Ευαγγελίων της Εκκλησίας και βάσει αυτών κανονίζονται τα Ευαγγελικά και Αποστολικά αναγνώσματα όλου του έτους;

 Αγαπητέ μου, η ημερομηνία αύτη έχει την θέσιν της, όχι όμως εκείνην που της δίδεις συ. Η ημερομηνία 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου δεν είναι μοναδική χρονολογία υπολογισμού του Πάσχα, ως την παρουσιάζεις συ, αλλά Πέμπτη κατά σειράν και συμπτωματική, διότι κανονίζεται από τα τέσσερα «αναγκαία» στοιχεία: Εαρινή ισημερία. Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή. Συνέπεσε δηλαδή, κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδον, η εαρινή ισημερία να είναι την 21ην Μαρτίου και το Πάσχα των Εβραίων να κυμαίνεται μέχρι 20 Απριλίου, ωρίσθη το Πάσχα μας την 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου. Εάν όμως αύριον οι Εβραίοι διορθώσουν το ημερολόγιόν των κατά 13 ημέρας και ούτω το Πάσχα των γίνη ενωρίτερον του σημερινού, τότε προκειμένου να τηρηθή ένα από τα 2 απαραίτητα σημεία του 7ου Αποστολικού Κανόνος (ο ορισμός δηλαδή του Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων) θα πρέπει να αγνοήσωμεν την ημερομηνίαν του παλαιού 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου και να μεταφέρωμεν το Πάσχα μας ενωρίτερον. Αν θελήσωμεν να εμμείνωμεν εις την ημερομηνίαν του Παλαιού Ημερολογίου 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου, θα παραβώμεν τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα, διότι η Εκκλησία μας ανέκαθεν την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων εώρταζε το ιδικόν μας Πάσχα. Θα παραβώμεν την ιστορικήν αλήθειαν, καθόσον ευθύς μετά το Πάσχα ο Κύριος ανέστη. Τούτο εξάγεται και εκ του Πηδαλίου το οποίον, ως είπομεν και ανωτέρω, λέγει τα εξής: «Το να κάμη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου, ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα... Ασυγχώρητον είναι το σχίσμα καθ' ο εορτάζουν οι Λατίνοι μετά των Ιουδαίων ή προ αυτών». Ως βλέπεις η ημερομηνία της 21ης Μαρτίου δια την εορτήν του Πάσχα δεν έχει σημασίαν, αλλά μόνον το μετά Ιουδαίων ή προ αυτών εορτάζειν το Πάσχα. Βλέπεις λοιπόν, τι διώρισαν οι Άγιοι Πατέρες μας ως χρονολογικά σημεία του εορτασμού του Πάσχα; Έθεσαν εαρινήν ισημερίαν, πρώτην πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν, και όχι ημερομηνίαν 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου, ως νομίζεις συ. Ιδού η πρώτη πλάνη σου. Αγνοείς τα τέσσερα αναγκαία σημεία, τα βασικά του Πάσχα: Εαρινή ισημερία, Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή και αναφέρεις πέμπτον και συμπτωματικόν ως μοναδικόν όρον: 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου!

 Η πλάνη σου αύτη προέρχεται από άλλην άγνοιαν. Νομίζεις ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά και ευρίσκεις ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού του Πάσχα την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου. Δια τούτο γράφεις εν σελίδι 14: «Οι Πατέρες είχον πλήρην επίγνωσιν ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά... Οι θείοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην Μαρτίου...». Ουδέποτε περίμενα από Θεολόγον να λέγη τόσον αμαθή πράγματα! Η ισημερία, αγαπητέ μου, είναι σταθερά. Δι' αυτό το Πηδάλιον την ονομάζει «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού». Ιδέ σελίδα 10. Μεταβλητή είναι η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, διότι αύτη εις την εποχήν των Αποστόλων ήτο 22α Δρύστου, του Μαρτίου, κατά δε την εποχήν της Α' Οικουμενικής Συνόδου την 21ην Μαρτίου, και σήμερον την 8ην Μαρτίου με το παλαιόν. Τούτο αναφέρει το Πηδάλιον εις σελίδα 10. Άλλο πράγμα λοιπόν είναι η εαρινή ισημερία και άλλο η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας. Το πρώτον, η εαρινή ισημερία, είναι σταθερόν και ως τοιούτον είναι «διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», το δε δεύτερον, η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, είναι μεταβλητόν και μετέπεσεν από 23 Μαρτίου μέχρι 8 Μαΐου. Και έπειτα γράφεις: « Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην μηνός Μαρτίου». Καλέ μου άνθρωπε: Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν; Η ισημερία είναι σταθερά. Η ημερομηνία της κυμαίνεται. Χώρισε τα πράγματα αυτά εις το μυαλό σου και μη εντροπιάζεις το όνομα του Θεολόγου. Άλλο πράγμα είναι η ισημερία, η οποία ως σταθερά και πάλιν λέγω, κατά το Πηδάλιον, σελίς 10, είναι «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», άλλο δε η ημερομηνία της ισημερίας, ήτις κυμαίνεται.

 Μετά τας δύο αυτάς πλάνας σου γύρω από το Πάσχα έρχεται και τρίτη πλάνη σου. Εν σελίδι 15 γράφεις: «Τους Λατίνους ελέγχει ο θείος Χρυσόστομος ως σχισματικούς και ομολογεί ότι οι Θεόπνευστοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν ως ημέραν ισημερίας την 21ην Μαρτίου». Τόσον ανιστόρητος είσαι; Ο Χρυσόστομος έζησεν τον 4ον αιώνα. Πως είναι δυνατόν να ελέγχη ο Θείος αυτός Πατήρ το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το οποίον έγινε έπειτα από 1100 χρόνια; Αναφέρει βέβαια το Πηδάλιον κάτι επ' αυτού. Τούτο όμως έχει ανάγκην διασαφήσεως. Δεν έπρεπε συ ως Θεολόγος να ανατρέξης εις την πηγήν, το ίδιον κείμενον του Ιερού Χρυσοστόμου, και να ίδης, τι ακριβώς λέγει ο Άγιος Πατήρ, δια να εννοήσης την συμπεπυκνωμένην αυτήν σημασία του εν τω Πηδαλίω;

Άκουσε λοιπόν να μάθης τι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος επ' αυτού.

 Επί της εποχής του Χρυσοστόμου έζων Χριστιανοί τινες, οι οποίοι, ακολουθούντες παλαιάν παράδοσιν του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, στηριζόμενοι και εις το του Αποστόλου Παύλου «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» Α' Κορινθ. 5, 7, εώρταζον το Πάσχα κατά την 14ην του μηνός Νισάν, Μαρτίου, ότε ο Κύριος εσταυρώθη. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να τελήται το Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων, διότι μετά το Πάσχα των Εβραίων ανέστη ο Κύριος. Ούτω οι Χριστιανοί οι εορτάζοντες το Πάσχα κατά την 14ην του Μαρτίου τεσσαρεσκαιδεκατίται ονομαζόμενοι (Στεφανίδης Ιστορία 1, 101), εώρταζον μετά των Ιουδαίων και είχον Πάσχα σταυρώσιμον. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να γίνεται Πάσχα αναστάσιμον, την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ο Ιερός αυτός Πατήρ θέλει να απομακρύνη τους Χριστιανούς από το σταυρώσιμον Πάσχα και να τους οδηγήση εις το αναστάσιμον Πάσχα. Εκείνοι επιμένουν και εορτάζουν Χριστιανικόν Πάσχα συγχρόνως με τους Εβραίους και ο Ιερός Πατήρ τους ελέγχει. Και ιδού τι λέγει: «Ιδού γουν κατά τον παρόντα ενιαυτόν η πρώτη των αζύμων εις Κυριακήν ημέραν εμπίπτει και η ανάγκη πάσαν νηστεύσαι την εβδομάδα....» (Τομ. ΙΙ, 398. BAREILLE).

 Εκείνοι όμως δεν ήθελον και έλεγον: «Τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;» Ενήστευσα τόσην τεσσαρακοστήν και να μεταθέσω τώρα την εορτήν του Πάσχα; Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε το Πάσχα ημέραν Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Τότε ο Πατήρ τους ελέγχει: «Ει γαρ εσφάλλετο η Εκκλησία ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον το έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος». Επομένως ο Άγιος Πατήρ καταφέρεται κατά των Παλαιοημερολογιτών της εποχής του, διότι δεν θέλουν να τηρήσουν τον κανών της Α' Οικουμενικής Συνόδου περί του εορτασμού του Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Δια τον αυτόν περίπου λόγον λαμβάνει και το Πηδάλιον τον λόγιον του Αγίου Πατρός και καταφέρεται κατά των Δυτικών, διότι εορτάζουν το Πάσχα ούτοι προ των Ιουδαίων ή μαζί με αυτούς παρά τον Κανόνα και ούτοι της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ουδαμού ο Ιερός Πατήρ αναφέρει ότι οι Πατέρες ώρισαν 21ην Μαρτίου την ισημερίαν. Δεν κάμνει λόγον ο Ιερός Πατήρ περί ημερομηνίας, αλλά περί εορτασμού του Πάσχα μας, μετά Πάσχα των Εβραίων εν ημέρα Κυριακή.

Πόσο λοιπόν πλανάσαι!

 Τέταρτη πλάνη σου γύρω από το Πάσχα. Γράφεις εν σελίδι 39 κεφ. 51ον: «Η κατά 13 ημέρας προώθησις του ημερολογίου φέρει την εορτήν του Αγίου Γεωργίου, ούτινος η ασματική ακολουθία είναι συνυφασμένη με χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως του Κυρίου προ του Πάσχα, οπότε η προκύπτουσα αταξία εις την Εκκλησιαστικήν διάταξιν φθάνει εις ανίερον κωμικοποίησιν της θρησκευτικής πίστεως, προς παράκαμψιν της οποίας η σχισματική Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει την εορτήν ταύτην εις άλλην ημέραν μετά το Πάσχα, αλλ' όμως αυθαιρέτως και αντικανονικώς. Σημειωτέον ότι η εορτή αύτη του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν Ημερολόγιον συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ' αυτήν την ημέραν του Πάσχα».

 Εδώ συλλαμβάνεσαι επ' αυτοφώρω ψευδόμενος ασυστόλως. Γράφεις, ότι η εορτή του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν ημερολόγιον «συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ' αυτήν την ημέραν του Πάσχα»

 Καλέ μου άνθρωπε! Αφού η εορτή του Πάσχα φθάνει το βραδύτερον την 25ην Απριλίου, ως γράφεις ο ίδιος εν σελίδι 25, και η εορτή του Αγίου Γεωργίου είναι 23 Απριλίου, δεν θα συμβή με το παλαιόν ημερολόγιον να συμπέση η εορτή του Αγ. Γεωργίου την Μ. Παρασκευήν, αν το Πάσχα φθάση το έσχατον όριον της 25ης Απριλίου, ή το Μέγα Σάββατον, αν το Πάσχα γίνη την 24ην Απριλίου; Όταν λοιπόν κατά το παλαιόν ημερολόγιον το Πάσχα έλθη τόσον αργά, 24 ή 25 Απριλίου, και η εορτή του Αγ. Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή το Μ. Σάββατον, τι θα κάμητε; Θα εορτάσητε την εορτήν του Αγίου Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή Μέγα Σάββατον; Δεν θα την μεταθέσητε και σεις την Δευτέραν του Πάσχα; «Η Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει αυτήν», γράφεις, «όλως αυθαιρέτως και αντικανονικώς». Η ιδική σας μετάθεσις δεν είναι αυθαίρετος και αντικανονική;

 Συνεχίζων τας ανοησίας σου λέγεις, ότι «όταν η εορτή του Αγ. Γεωργίου συμπέση προ του Πάσχα (1926-1936 κ.λ.π) έπρεπε να κάμωμεν προηγιασμένην Λειτουργίαν και να μη μεταθέσωμεν αυτήν την Δευτέραν του Πάσχα, διότι ουδείς έχει το δικαίωμα της τοιαύτης μεταθέσεως». Σεις όμως, όταν συμπέση η 23 Απριλίου, εορτή Αγίου Γεωργίου, το Μέγα Σάββατον, διατί την μεταθέτετε; Σεις έχετε το δικαίωμα μεταθέσεως, ημείς δεν έχομεν; Δι' ημάς η μετάθεσις είναι αντικανονική, ανίερος κωμικοποίησις! Δια σας δεν είναι; Το ίδιον τυπικόν της Εκκλησίας διατάσσει την μετάθεσιν ταύτην! Διάβασέ το καλά!

Ναι, λέγεις, «Το Πάσχα τηρείται υπό των Νεοημερολογιτών σύμφωνα με τα ορισθέντα 4 αναγκαία σημεία που ώρισε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος.

 Η προώθησις όμως 13 ημερών του μηνολογίου ετάραξε τον κύκλον των ακινήτων εορτών (Χριστούγεννα και τας εξ αυτών εξαρτωμένας χρονικώς εορτάς) και εορτάζομεν αυτάς εις ημέρας διαφορετικάς εκείνων τας οποίας ώρισεν ο Θεός»!!! Πρέπει λοιπόν να ίδωμεν βάσει της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, αν αι εορταί αυταί, δηλ. των Χριστουγέννων και αι εξ αυτών εξαρτώμεναι εορταί, είναι υπό του Θεού ωρισμένοι χρονικώς ή ο καθορισμός των έχει άλλην πηγήν.

Γ'. ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΑ ΑΚΙΝΗΤΟΙ ΕΟΡΤΑΙ

 Φροντίζεις να αποδείξης τον ακριβή χρόνον των εορτών των Χριστουγέννων, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Γεννήσεως του Προδρόμου, Υπαπαντής του Σωτήρος και Περιτομής εκ της εμφανίσεως του Αρχαγγέλου εις τον Ζαχαρίαν, τον πατέρα του Προδρόμου, κατά την 23ην Σεπτεμβρίου. Και γράφεις:

«Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Α' 8-24: «Εγένετο δεν εν τω ιερατεύειν αυτόν (τον Ζαχαρίαν) εν τη τάξει της εφημερίας αυτού έναντι του Θεού κατά το έθος της ιερατίας έλαχε του θυμιάσαι, εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου...» Αι ημέραι αύται, καθ' ας έλαχεν ο Ζαχαρίας να ιερατεύη και είδε τον Γαβριήλ, είναι αι ημέραι της εορτής της Σκηνοπηγίας κατά την παράδοσιν. (Όρα μηνολόγιον μεγάλου Ωρολογίου 23 Σεπτεμβρίου και Χρυσοστόμου: Λόγος εις το γενέθλιον του Σωτήρος, Γαλανού β' σελίδα 917-925). Ότε λοιπόν ετελείωσεν η εορτή της Σκηνομηγίας, δηλαδή κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, εγένετο η σύλληψις του τιμίου Προδρόμου κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, κανονισθείσα όντως υπ' αυτού του Θεού δι' αγγελικής οπτασίας. Η 23η λοιπόν Σεπτεμβρίου είναι η εορτή της συλλήψεως του Αγίου Προδρόμου ορισθείσα από αυτόν τον Θεόν». (Κεφ. 8ον σελίς 19-20). Αφού δηλαδή η εμφάνισις του Αγγέλου έγινε κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, «τω έκτω μηνί» (Λουκ. Ι, 26) εφάνη ο Αρχάγγελος εις την Θεοτόκον, άρα έχομεν τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου την 25ην Μαρτίου. Κατά συνέπειαν μετά 9 μήνας θα έχωμεν την Γέννησιν του Σωτήρος, ήτοι την 25ην Δεκεμβρίου και την Υπαπαντήν του Σωτήρος την 2αν Φεβρουαρίου, την Γέννησιν του Προδρόμου 23 Ιουνίου».

 Ερωτάται όμως: Είναι ακριβής ο χρονικός προσδιορισμός δια την εμφάνισιν του Αγγέλου εις τον Πατέρα του Προδρόμου την 23ην Σεπτεμβρίου; Κάμνεις χρήσιν της Γραφής, της Παραδόσεως και κυρίως του Ιερού Χρυσοστόμου. Εις αυτά θα στηριχθώ και εγώ.

 Εν πρώτοις ο ιερός Χρυσόστομος δεν ορίζει ημέραν του μηνός, ημερομηνίαν, ως κάμετε σεις, αλλά μήνα Σεπτέμβριον εις την σχετικήν ομιλίαν του περί του Ευαγγελισμού του Ζαχαρίου. Πλην αυτού: Ο Ιερός Χρυσόστομος ομιλεί περί του Ζαχαρίου του πατρός του Ιωάννου (εν σελ. ΙΙΙ, 6000 BAREILLE), ότι ήτο Αρχιερεύς και ως τοιούτος εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Τιμώμεν και σεβόμεθα απολύτως τον Άγιον Πατέρα. Η γνώμη ούτως αύτη δεν φαίνεται να έχη ισχυρά στηρίγματα.

Ας ίδωμεν τι περί του θαύματος τούτου μαρτυρεί η Γραφή και οι Πατέρες.

Και πρώτον η Αγία Γραφή:

 Εις τα Άγια των Αγίων εισήρχετο ο Αρχιερεύς άπαξ του έτους κατά τον έβδομον μήνα. Ο Ζαχαρίας όμως δεν ήτο Αρχιερεύς, αλλά ιερεύς. Μας το λέγει ρητώς ο Λουκάς: «εν ταις ημέραις Ηρώδου του βασιλέως της Ιουδαίας, Ιερεύς τις ονόματι Ζαχαρίας εξ εφημερίας Αβιά» Λουκ. 1, 5. Βλέπεις ο Ζαχαρίας ονομάζεται Ιερεύς. Εκτός της ρητής αυτής δηλώσεως, ότι ο Ζαχαρίας ούτος ήτο Ιερεύς, ανήκεν εις την εφημερίαν Αβιά, Λουκ. 1, 5, 8, γνωρίζομεν ότι η εφημερία Αβιά είναι ιερατική τάξις του Αβιά, ήτις κατά το Α' Παραλ. ΚΔ, 10 ήτο όγδοη εν τη ιερατική τάξει. Πως λοιπόν ο ιερεύς Ζαχαρίας έγινε Αρχιερεύς, ώστε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων, δεν δυνάμεθα να το εννοήσωμεν.

 Αλλ' έστω. Ας δεχθώμεν, ότι η αναγγελία της γεννήσεως του Προδρόμου εις τον πατέρα του Ζαχαρίαν, έγινε τον έβδομον μήνα και ο ιερεύς Ζαχαρίας ήτο Αρχιερεύς! Πως θα ορισθή βάσει του υπολογισμού αυτού η 23η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εμφανίσεως του Αγγέλου προς τον Ζαχαρίαν; Πως δηλαδή θα προσαρμοσθή το Ιουλιανόν ημερολόγιον, που ακολουθούμεν σήμερον και το οποίον ήρχισε το έτος 45 π.Χ., με το Εβραϊκόν ημερολόγιον το οποίον είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη; Είναι γνωστόν, ότι έκαστον ηλιακόν έτος έχει δώδεκα σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας. Προς συμπλήρωσιν λοιπόν των 11 ημερών ανά 2 ή 3 έτη οι Εβραίοι προσέθετον ένα σεληνιακόν μήνα και είχον έτος με 13 μήνας. Ο 13ος μήνας ωνομάζετο ΒΕ - Αδάρ, δεύτερος Αδάρ. Ούτω τα έτη των Εβραίων διέφερον κατά 11 ημέρας το πρώτον του δευτέρου και κατά 20 ημέρας το πρώτον του τρίτου. Ανά 2 ή 3 έτη προσέθετον ένα ολόκληρον μήνα. Εκείνο δηλαδή το οποίον κάμνομεν ημείς με το Ιουλιανόν Ημερολόγιον προσθέσαντες 13 ημέρας έπειτα από 1600 περίπου έτη, το έκαμον οι Εβραίοι προσθέτοντες ένα μήνα ανά δύο ή τρία έτη. Μέσα λοιπόν εις αύτην την ανωμαλίαν σεληνιακών μηνών και ηλιακού έτους παρ' Εβραίοις, πως είναι δυνατόν να ευρεθή, βάσει του υπολογισμού, ώστε να συμπέση, η ημέρα του εξιλασμού παρ' Εβραίοις με την 23ην Σεπτεμβρίου με το Ιουλιανόν ημερολόγιον; Είναι αδύνατον! Τούτο καταφαίνεται και από τους πατέρας της Εκκλησίας και από αυτόν τον Ιερόν Χρυσόστομον, οι οποίοι ηγνοούν την ημέραν της Γεννήσεως του Χριστού! Και ιδού:

Δεύτερον. Η παράδοσις των Πατέρων

 Α'. Εν Ιερουσαλήμ: Ο ασκητής Κοσμάς Ινδικοπλεύστης ζήσας το 500-550 μ.Χ. γράφει εν Ε' Χριστιανική τοπογραφία (Ε.Π. 88, 9-477): «Οι Ιεροσολυμίται τοις Επιφανίοις ποιούσιν την Γένναν». Οι Χριστιανοί δηλαδή των Ιεροσολύμων κατά τα Επιφάνια, ήτοι την 6ην Ιανουαρίου, εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού. «Εκ στοχασμού πιθανού ουκ ακριβώς δε ποιούσι τοις Επιφανίοις». Εώρταζον, λέγει ο ίδιος, τα Επιφάνεια την 6ην Ιανουαρίου όχι από εξηκριβωμένα ιστορικά δεδομένα, αλλά από πιθανότητας. (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Το ίδιον συμβαίνει και δια την εορτήν των Χριστουγέννων, την οποίαν συνεώρταζον μετά των Θεοφανείων. Δεν είχον δηλαδή ιστορικάς μαρτυρίας ούτε περί της ημερομηνίας της Γεννήσεως του Χριστού. Η μετά της εορτής των Επιφανείων σύνδεσις της Γεννήσεως του Χριστού καταφαίνεται και εκ τούτου, ότι εν τη Εκκλησία των Ιεροσολύμων η σχετική Θεία Λειτουργία ετελείτο εν τω Σπηλαίω της Βηθλεέμ» (MIGNE 64, 44) (Στεφανίδου Τ.Α. 104). Ιδού μαρτυρία του Αγίου αυτού ασκητού μαρτυρούντος, ότι ηγνόουν οι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ την εορτήν των Χριστουγέννων, ως ιδιαιτέραν εορτήν.

Β'. Εν Αιγύπτω: Ο Μοναχός Ιωάννης Κασσιανός 365 μ.Χ. ιδρυτής πολλών Μονών εν Σικελία εν COLLATIONES PATRUM «διαλέξεις Πατέρων» Χ 2, γράφει: INRA AEGYPTI REGIONEM MOS ISTE ANTIQUA TRADITIONE SERVATUR, UT PERACTO EPIPHANIORUM DIE, QUAM PROVINCIAE ISTIUS SACERDOTES VEL DOMINICI BAPTISMI VEL SECUNDUM CARNEM NATIVITATIS ESSE DEFINIUNT, ET IDCIRCO UTRIYSQUE SACRAMENTI SOLEMNITATEM NON BIFARIE, UT IN OCCIDIUS PROVINCIIS SED SUB UNA HUIUS DIEI FESTIVITATE CONCELEBRANT (REAL ENCYKLOPADIE τομ. 16ος σελίς 690).

«Εν τη χώρα δηλ. της Αιγύπτου η αρχαία αύτη συνήθεια επεκράτησε, όπως κατά την ημέραν της τελετής των Θεοφανείων, ην της επαρχίας ταύτης οι ιερείς ορίζουν είτε ως ημέραν βαπτίσεως του Κυρίου είτε ως ημέραν γεννήσεως Αυτού και ούτω εκατέρας την ιεράν επισημότητα ουχί διττώς (εις δύο διαφόρους ημέρας ως εις τας επαρχίας της Δύσεως γίνεται), αλλά εν μια ημέρα δι' εορτής πανηγυρίζουν». Επομένως και εν Αιγύπτω τα Χριστούγεννα εωρτάζοντο το 365 μ.Χ. κατά την εορτήν των Θεοφανείων!

Γ'. Εν Αλεξανδρεία: Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Στρωμ. Α' κεφαλ. κα', γράφει, ότι άλλοι μεν την κε' του μηνός Παχών (20 Μαΐου), άλλοι δε την κδ', ή κε' του Φαρμουθί (19 ή 20 Απριλίου) ετοποθέτουν την Γέννησιν του Χριστού. (Εκκλησ. Ιστορία Κοντογόνου σελίς 32-33).

Δ' Εν Κύπρω: Ο Άγιος Επιφάνιος αρχάς του 3ου αιώνος γράφει εις το κατά αιρέσεων ΝΑ, 29: «Ημέρα Επιφανίων, ότε εγεννήθη εν σαρκί ο Κύριος» (Ε.Π. τομ. 41-43). (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Επομένως και εν Κύπρω η Γέννησις του Χριστού εωρτάζετο την ημέραν των Θεοφανείων, την 6ην Ιανουαρίου.

Ε'. Εν Κωνσταντινοπόλει: Μη υπαρχούσης έτι εορτής ιδίας Χριστουγέννων, την 6ην Ιανουαρίου εορτήν των Θεοφανείων εωρτάζετο η Γέννησις του Σωτήρος», γράφει ο Μπαλάνος εν τη Πατρολογία του σελίς 312 εις τον βίον του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, όστις πρώτος εισήγαγε την ιδιαιτέραν εορτήν των Χριστουγέννων την 25ην Δεκεμβρίου το 379 μ.Χ. (Ε.Π. 36, 312-356).

ΣΤ'. Εν Αντιοχεία: Η εορτή των Χριστουγέννων εισήχθη την 25ην Δεκεμβρίου του έτους 386 μ.Χ. υπό του Χρυσοστόμου. Ο ίδιος Πατήρ γράφει: «Την Γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού άδηλον μεν έτι ούσαν, προ δε ολίγων ετών γνωρισθείσαν των από της Δύσεως ελθόντων και αναγγειλάντων, ούπω δέκατον έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα γεγένηται». (BAREILLE τόμ. 3ος, 592).

 Επομένως Αίγυπτος, Αλεξάνδρεια, Παλαιστίνη, Βυζάντιον, Αντιόχεια επί 300 και πλέον έτη ηγνόουν την ημέραν του Δεκεμβρίου ως ημέραν εορτής των Χριστουγέννων· ούτε ο Άγιος Κοσμάς, ούτε ο Άγιος Επιφάνιος, ούτε ο Άγιος Χρυσόστομος εγνώριζον προηγουμένως αυτήν. Μόνον εν Ρώμη ήτο γνωστή ως ημέρα εορτής των Χριστουγέννων η ημέρα αύτη, 25η Δεκεμβρίου.

 Ο Ιερώνυμος (345 μ.Χ.) γράφει:

«EPIPHANIORUM DIES NON, UT CUIDAM PUTAI, NATALIS IN CARNE, TUNC ENIM AL CONDITUS EST ET NON APPARUIT».

«Η ημέρα των Θεοφανείων δεν είναι ως νομίζουν τινές, η κατά σάρκα γέννησις (του Κυρίου), διότι τότε (κατά την γέννησιν) κεκρυμμένος ήτο και ουχί φανερός» (Κοντογόνου, Εκκλησιαστική Ιστορία 621). Εδώ ο Ιερώνυμος χωρίζει Χριστούγεννα και Θεοφάνεια. Αλλά και εκεί, εν Ρώμη, δεν εωρτάζετο η γέννησις του Κυρίου προ του 334-357 μ.Χ. Προ της χρονολογίας ταύτης δεν απαντά ουδεμία εορτή των Χριστουγέννων. Και αυτή η εορτή των Θεοφανείων εισήχθη το 300 μ.Χ. δια λόγους πολεμικούς - δογματικούς. (Ιδέ Στεφανίδου Ιστορίαν Τ. Α' 104).

Συμπέρασμα: Τριακόσια χρόνια από του Χριστού μέχρι του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου, Επιφανίου, ουδαμού φαίνεται η εορτή των Χριστουγέννων! Λέγεις, ότι αι εορταί Χριστούγεννα και λοιπαί έχουν ορισθή υπό του Θεού. Εάν η Γέννησις του Χριστού είχεν ορισθή υπό του Θεού, θα ήτο γνωστή εις την αρχαίαν Εκκλησίαν. Διατί προ του 300 μ.Χ. ουδαμού αναφαίνεται ως ιδιαιτέρα εορτή αγομένη την 25ην Δεκεμβρίου; Διατί μέχρι το 300 μ.Χ. την εώρταζον οι Χριστιανοί της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου, της Κύπρου την 6ην Ιανουαρίου κατά τα Θεοφάνεια;

 Εάν η 25ην Δεκεμβρίου ήτο έκπαλαι γνωστή ως ημέρα Γεννήσεως του Χριστού και είχεν ορισθή υπό του Θεού, διατί ο Ιερός Χρυσόστομος να ομιλή περί εορτής νέας, ήτις εισήχθη μόλις προ δεκαετίας;

 Και τώρα σε ερωτώ: Ποίος γνωρίζει καλλίτερα την εορτήν των Χριστουγέννων, συ που την ορίζεις εις την 25ην Δεκεμβρίου ακριβώς ή η αρχαία Εκκλησία η οποία την ηγνόει επί 300 έτη; Είσαι ανώτερος συ του Αγίου Επιφανίου, Επισκόπου Κύπρου, του ασκητού Κοσμά Ινδικοπλεύστου, του περιφήμου Μοναχού Κασσιανού, οι οποίοι μαρτυρούν, ότι αι Εκκλησίαι Κύπρου, Αιγύπτου, Παλαιστίνης, εώρταζον την 6ην Ιανουαρίου;

 Είσαι ανώτερος του Χρυσοστόμου, ο οποίος ρητώς έλεγεν, όταν εξεφώνει τον λόγον του εις τα Χριστούγεννα, ότι μόλις προ 10 ετών εισήλθεν η εορτή αύτη; Πως λοιπόν καταφέρεσαι εναντίον μου και με ονομάζεις νεωτεριστήν εις το βιβλίον σου, διότι γράφω εις το βιβλίον μου «Ζωή Χριστού», ότι η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού κατά την 25ην Δεκεμβρίου δεν ωρίσθη ιστορικώς, αλλά δογματικώς; Αντικατέστησαν δηλαδή οι Πατέρες την εθνικήν ειδωλολατρικήν εορτήν του χειμερινού ηλιοστασίου με την Γέννησιν του νέου Ηλίου της Δικαιοσύνης του Χριστού.

 Την γνώμην ταύτην τονίζουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Άγιος Αμβρόσιος παραβάλλων την εορτήν της Γεννήσεως του Χριστού προς την ειδωλολατρικήν εορτήν του ηλίου του χειμερινού ηλιοστασίου γράφει: «BENE QUODAM MODO SANCTUM HUNC DIEM NATALIS DOMINI SOLEM NOVUM VULGUS APPELATI». Καλώς την ιεράν ταύτην ημέραν γενέθλιον του Κυρίου νέον Ήλιον ο λαός καλεί». (SERMONI IN APP. BENED. P. 393 REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος 690). Και ο Μάξιμος (επίσκοπος) Τουρίνου ρήτωρ του Ε' αιώνος (MIGNE P. L. 57, 221-832) λέγει ότι ο Χριστός εγεννήθη κατά τας εθνικάς εορτάς, ίνα αντικαταστήση ταύτας.

 Ο ιερός Αυγουστίνος λέγει ότι: «Οι Χριστιανοί εορτάζουν την Γέννησιν του Χριστού, όχι ως άπιστοι ένεκα του ηλίου, αλλά ένεκα του Δημιουργού του ηλίου» (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). Ιδέ και Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν Στεφανίδου 1, 10. Ο Άγιος Προυδέντιος 348-405 μ.Χ. εν ύμνω αυτού εις την Γέννησιν του Κυρίου λέγει:

QUID EST QUOD ARCTUM CIRCULUM SOL JAM RECURRENS DESERIT? (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). «Τι είναι εκείνο, το οποίον τον κύκλον (αστερισμόν) της άρκτου ο ήλιος ήδη διατρέχων εγκαταλείπει; Ο Χριστός δεν γεννάται εν τη γη, όστις αυξάνει τον δρόμον του φωτός;». Ομοίως εκφράζεται ο ιερός Παυλίνος ο Επίσκοπος Νόλης ζήσας κατά το 400 μ.Χ. (Ποίημα XIV, 15.P. 382 ED. MURATORI) NAM POST SOLSTITUM GUO CHRISTUS CORPORE NATUS SOLE NOVO GELIDIAE MUTAVIT TEMPORA BRUMAE PROCEDENTE DIE SECUM DECRESCERE NOCTES JUSSIT. (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). «Μετά την τροπήν του ηλίου, ότε Χριστός σωματικώς εγεννήθη, κατά τον νέον ήλιον μετέβαλε τας ψυχράς ημέρας του χειμερινού ηλιοστασίου και διέταξε τη επιούση ημέρα αι νύκτες να μειώνωνται μετ' αυτού».

Βλέπεις την ιστορίαν της Εκκλησίας;

Ναι, θα μου είπης. Επεκράτησεν όμως η ημερομηνία αύτη και έπρεπε ως παράδοσις της Εκκλησίας να τηρήται.

Έχεις μεγάλην σύγχυσιν περί παραδόσεως και Εκκλησίας. Ας έλθωμεν λοιπόν και εις το ζήτημα αυτό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Υπόμνημα πέντε Μητροπολιτών κατά των αποφάσεων του Π.Σ.Ε. εν Πουσάν

Υπόμνημα πέντε Μητροπολιτών κατά των αποφάσεων του Π.Σ.Ε. εν Πουσάν

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ & ΚΟΝΙΤΣΗΣ

Ἀριθ. Πρωτ. 28
Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 30ῇ Ἀπριλίου 2014
Πρός τήν
Ἱεράν Σύνοδον
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰωάννου Γενναδίου 14
115 21 ΑΘΗΝΑΙ

Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί,

Οἱ ὑπογραφόμενοι συνεπίσκοποι ὑμῶν ἐν τῇ αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος μετά τά διαδραματισθέντα, τόν παρελθόντα μῆνα Νοέμβριον σ.ἔ. 2013, εἰς τό Πουσάν (Busan) τῆς Δημοκρατίας τῆς Νοτίου Κορέας, εἰς τό πλαίσιον ἐργασίας τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.) καί τοῦ κατ’ αὐτό θεολογικοῦ διαλόγου μετά τῶν ποικίλης φύσεως προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν καί τῶν Μονοφυσιτῶν - Μονοθελητῶν, προαγόμεθα βαθυσεβάστως, νά καταθέσωμεν τῇ Σεπτῇ Ἀνωτάτῃ ἡμῶν Ἐκκλησιαστικῇ Ἀρχῇ τήν διαμαρτυρίαν μας διά τήν ἔκβασιν τῆς συνελεύσεως, ὡς δείκνυται κατωτέρω.
Τάς ἀπαραδέκτους ἐκκλησιολογικάς θέσεις τάς διατυπωθείσας ὑπό τῆς 10ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε., ἐκθέτομεν συνοπτικῶς ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ὑπό τό πρῖσμα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας. Αὗται καταφαίνονται ἔτι χείρονες, ληφθέντος ὑπ᾽ ὄψιν τοῦ ἐπισήμως κατωχυρωμένου δικαιώματος πάσης «ἐκκλησίας-μέλους» τοῦ Π.Σ.Ε. νά διατηρῇ ἀπαραβίαστον καί ἐκπεφρασμένην τήν ἰδίαν ἐκκλησιολογικήν αὐτοσυνειδησίαν, κατά τούς ἐπισυναπτομένους κανονισμούς τοῦ Π.Σ.Ε. (βλ. συνημμένον Β΄, σ. 6).
Ἡ δικαιολογία ὅτι τά κείμενα τῶν Συνελεύσεων τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι ad referendum καί δέν δηλώνουν τήν de facto ἀποδοχήν των ὑπό τῶν «ἐκκλησιῶν-μελῶν», δέν ἐξηγεῖ τήν ἀπραξίαν τῶν Ὀρθοδόξων ἐκεῖ ἀντιπροσώπων. Οὔτε ἡ πρόφασις ὅτι «δέν ὑπεγράφησαν» ἔχει ἀντίκρυσμα, καθ΄ ὅσον ἡ συναίνεσις εἰς τά ἀποφασιζόμενα εἰς τό Π.Σ.Ε. δέν δηλοῦται πλέον δι΄ ὑπογραφῆς, ἀλλά δι΄ εἰδικῶν καρτῶν (“indicator cards”). Κατά ταῦτα, ἡ ἀτελέσφορος συμμετοχή τῶν ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων βλάπτει τόσον τούς ἑτεροδόξους, τρέφουσα τήν αὐτῶν παντελῆ ἐκκλησιολογικήν καί λοιπήν σύγχυσιν, ὅσον καί τούς ὁμοδόξους, ἀποκρύπτουσα ἤ ἀλλοιοῦσα πλέον, τάς ὑποθήκας τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων σαφῶς ἐκτεθείσης ἐκκλησιολογικῆς διδασκαλίας καί ἱεροκανονικῆς ἡμῶν παραδόσεως περί τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἑτερόδοξοι βλάπτονται καί θά βλαβοῦν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν, δέν ὑποψιάζονται οὔτε καί δύνανται νά διακριβώσουν ἐάν τό κείμενον εἶναι μόνον ad referendum ἤ ὄχι.

Τά ἐπισυνημμένα ἔγγραφα 

Εἰς τήν παροῦσαν ἐπιστολήν ἐπισυνάπτομεν μεθ᾽ ἑλληνικῆς μεταφράσεως τόσον τό κείμενον «Δήλωσις Ἑνότητος» τοῦ Πουσάν (συνημμένον Α΄), ὅσον καί τό τμῆμα τῶν Κανονισμῶν τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. (συνημμένον Β΄), ἔνθα ἀποδεικνύεται τό δικαίωμα οἱωνδήποτε ἀντιπροσώπων, νά ἐκφέρουν ἐπί θεμάτων ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας εἰς τήν τηρουμένην διαδικασίαν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστον γνώμην καί νά ἀναφέρωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τάς «ἐκκλησίας» των (Rules XX.6.d, σελ. 6). Ἐπίσης συνάπτομεν (συνημμένον Γ΄) τούς ἐμφορουμένους ὑπό πάνυ ἑτεροδόξου ἐκκλησιολογικῆς σκέψεως λόγους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τιργοβιστίου κ. Νήφωνος, τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρουμανίας, ἐν τῇ λήξει τῆς κατά Πουσάν συνάξεως. Τό τελευταῖον συνημμένον (Δ΄) ἐπιβεβαιοῖ τήν ἔναρξιν διαμορφώσεως τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν ἤδη τόν Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους 2012, ὅτε συνῆλθεν ἡ Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ Π.Σ.Ε. εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀκαδημίαν Κρήτης εἰς τό Κολυμπάρι.
Ἡ πρό τεσσάρων ἐτῶν καί ἐπί παρομοίᾳ ἀφορμῇ ἐκδοθεῖσα ἀνακοίνωσις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (15-10-2009), διαπιστοῦσα τήν ἀνάγκην «περαιτέρω, πληρεστέρας ἐνημερώσεως» τῆς Ι.Σ.Ι., ρητῶς ἀπεφαίνετο, ὅτι «ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θά λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων», ὅτι «ὁ Διάλογος πρέπει νά συνεχισθῇ, μέσα ὅμως εἰς τά ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικά καί κανονικά πλαίσια» καί ὅτι «οἱ Ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τόν συγκεκριμένον διάλογον ἔχουν σαφῆ γνῶσιν τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως καί προσφέρουν τάς γνώσεις καί τάς δυνάμεις των πρός τόν σκοπόν “τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως” “ἐν ἀληθείᾳ”» [1]. Τό ἑτερόδοξον κείμενον τῆς «Δηλώσεως Ἑνότητος» τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν, προητοιμάζετο, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνοδικῆς  διαγνώμης τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας, ὑπό τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε., ὡς εἴθισται, εἰς τήν Ἀκαδημίαν τῆς Κρήτης (εἰς Κολυμπάρι) ἤδη ἀπό τοῦ φθινοπώρου τοῦ ἔτους 2012 [2], καί ἔλαβε δι΄ ὁμοφωνίας τήν ἔγκρισιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Π.Σ.Ε. εἰς τάς 8 Νοεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν Πουσάν. Οὕτω, τό ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτον κείμενον «Δήλωσις Ἑνότητος», κυκλοφορεῖται ἤδη πανταχοῦ, ἐλλείψει ἐκπεφρασμένης καί ἐπισήμου ὀρθοδόξου διαφοροποιήσεως, ὡς κοινή ὁμολογία τῶν μελῶν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί, δυστυχῶς, καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Αἱ ἐκκλησιολογικαί πλάναι τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν

Τό ἐν λόγῳ ἐπίσημον κείμενον «Δήλωσις Ἑνότητος» (Unity Statement) τῆς 10ης Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπιτίθεται κατά τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀποδεχόμενον (α) ὅτι καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετά τῶν λοιπῶν «ἐκκλησιῶν» πρέπει νά μετανοήσῃ διά τήν διάσπασιν τῶν χριστιανῶν [3], (β) ὅτι ἡ Ἐκκλησία, οὖσα Σῶμα Χριστοῦ, δέν διέπεται παρά ταῦτα ἀναγκαίως ὑπό δογματικῆς ὁμοφωνίας, οὔτε καί ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ ἐποχῇ [4], (γ) ὅτι ὑφίσταται νῦν ἀόρατος ἐκκλησιαστική ἑνότης τοῦ χριστιανισμοῦ καί προσδοκᾶται ἡ ὁρατή ἑνότης τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας [5], (δ) ὅτι ἡ προσευχή τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν», δέν ἔχει ἐκπληρωθῇ, ἀλλ΄ ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς τό καθῆκον τοῦτο [6], (ε) ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νά ἐμπλουτισθῇ καί ὠφεληθῇ ἐκ τῶν χαρισμάτων τῶν ἑτεροδόξων [7], (στ) ὅτι εἴμεθα ὑπόλογοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ ἄν δέν ἐπιδιώκωμεν διαρκῶς τήν χριστιανικήν ἑνότητα πρός ὄφελος τῆς ἔξωθεν καλῆς μαρτυρίας [8], (ζ) τήν πονηράν ἀσάφειαν, ὅτι ὁ Θεός «πάντοτε μᾶς ἐκπλήσσει» καί ὅτι ἡ Ἐκκλησία προοδεύει εἰς τήν ἐπίγνωσιν τοῦ θείου θελήματος [9], (η) ὅτι πρέπει νά χρησιμοποιηθοῦν νέοι τρόποι προσεγγίσεως τῶν θεολογικῶν διαφωνιῶν [10] καί (θ) ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀλληλένδετος μετά τῆς ἑνότητος τῆς  ἀνθρωπότητος καί τῆς κτίσεως [11].
Πέραν τούτων, τό κείμενον (ι) ἔχει καί σαφῆ μή χριστιανικόν οἰκολογικόν προσανατολισμόν, ὁμιλοῦν περί ἀναμονῆς ἐγκοσμίου ἀνακαινισμοῦ τῆς κτίσεως καί ἐπιγείου εὐημερίας αὐτῆς καί τῆς ἀνθρωπότητος καί περί τῆς πρός τοῦτο ἀνθρωπίνης εὐθύνης [12], ποιεῖται δέ λόγον (ια) καί περί συνεργασίας τῶν χριστιανῶν καί μεθ΄ ἑτεροθρήσκων ἤ ἀθρήσκων ὑπέρ τῆς ἐπιγείου ταύτης εὐημερίας [13]! «Οὐδέν θαυμαστόν», λοιπόν, ὅτι τό κείμενον χρησιμοποιεῖ καί τόν πασίγνωστον ἀποκρυφιστικόν ὅρον «ὁλιστικός» ἐκ τοῦ μονισμοῦ, διά νά χαρακτηρίσῃ τήν ἀποστολήν τῆς Ἐκκλησίας (“holistic mission-evangelism” [14]). Ὑπονοούμενα ἀφίνει τό κείμενον καί ὑπέρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποδοχῆς «περιθωριακῶν» τρόπων ζωῆς, ἄνευ διευκρινήσεων περί ἁμαρτίας καί μετανοίας, ἡ τελική στόχευσις τῶν ὁποίων δέον νά συνεκτιμηθῇ μετά τῆς γενικωτέρας θετικῆς στάσεως τῆς Συνελεύσεως τοῦ Πουσάν ἔναντι τῆς ὁμοφυλοφιλίας [15].

Ἡ δήλωσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τιργοβιστίου κ. Νήφωνος

Θλιβερά ἐπίσημος κατακλείς τῆς ὀρθοδόξου παρουσίας εἰς τήν ἐν λόγῳ Συνέλευσιν τοῦ Πουσάν, ὑπῆρξεν ἡ ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Τιργοβιστίου κ. Νήφωνος, ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (συνημμένον Γ΄), ὁ ὁποῖος διεπίστωσεν, (1) ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀπολεσθῇ, ἡ δέ τώρα ὑφισταμένη Ἐκκλησία, καθότι τεμαχισθεῖσα, εἶναι καί μυστηριακῶς ἐλλιπής [16], (2) ὅτι δέν γνωρίζομεν ποία χριστιανική μερίς εἶναι ἡ διάδοχος τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων [17] καί (3) ὅτι ἅπαντες οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τό δέ χριστιανικόν Βάπτισμα ἀποτελεῖ μόνον μίαν ἀνωτέραν, μυστηριακήν, βαθμίδα εἰς τήν ἤδη ὑφισταμένην πνευματικήν συγγένειαν τῆς ἀνθρωπότητος [18]. Ὁ Σεβασμιώτατος κ. Νήφων (4) ἀπεσιώπησε καί ἀπέκρυψεν ὅτι διαστρέφεται ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία ἐν τῷ Π.Σ.Ε., τείνων ὡς προπέτασμα τήν ὑπό τοῦ Π.Σ.Ε. ὑπεράσπισιν τῶν «παραδοσιακῶν ἠθικῶν μας ἀξιῶν», ὡς λ.χ. τῆς «ὑπερτάτης ἀξίας τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας» [19].

Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καί αἱ καινοτομίαι τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε καί τοῦ Πουσάν

Ὁ ἅγιος Κυπριανός, τονίζει ἤδη τόν 3ον αἰῶνα, τήν ἑνότητα περί τόν Ἐπίσκοπον, περί τήν εὐχαριστίαν καί ἐν τῇ ὀρθοδοξίᾳ· γράφει ὁ ἅγιος Πατήρ: «Ὁ Θεός ἐστιν εἷς, καί ὁ Χριστός εἷς, καί μία ἡ Ἐκκλησία αὐτοῦ, καί ἡ πίστις μία, καί ἡ ποίμνη μία ἡνωμένη διά τῆς κόλλας τῆς ὁμοφωνίας εἰς τήν στερεάν ἑνότητα τοῦ Σώματος» [20]. Ἀλλ’ ἡ Ὀρθοδοξία διά τόν ἅγιον Κυπριανόν δέν ἀποτελεῖ Πίστιν ἀποφασιζομένην ἑκάστοτε κοινῇ συναινέσει ὑπό τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά τήν ἀπ΄ ἀρχῆς παραδοθεῖσαν ὑπό τῶν Ἀποστόλων τοιαύτην. Χάριν αὐτῆς ὁ ἅγιος Κυπριανός, δέν ἐσεβάσθη τήν δικαιοδοσίαν ἤ τήν ἄποψιν τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, ἀλλά συνίστα τήν ἀνυπακοήν πρός αὐτόν, διότι ὁ Στέφανος ἐνήργει κατά παράβασιν τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως (Epistola LXXIV, Ad Pompeium contra Epistolam Stephani) [21]! Ἡ αὐστηρά ἐκκλησιολογική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ περί μή σωτηρίας ἐκτός Ἐκκλησίας (“extra Ecclesiam nulla salus”) εἶναι, κατά τόν Καθηγητήν Βλάσιον Φειδᾶν, ἡ κατ΄ ἐξοχήν καί κατά παράδοσιν ὀρθόδοξος. Ἀντιθέτως, ἡ αὐγουστίνειος ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἀποδέχεται στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ οὕτω τήν βάσιν τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας καί τῶν τελευταίων κειμένων τοῦ Π.Σ.Ε. (Πόρτο Ἀλέγκρε καί Πουσάν) συνιστᾷ καινοτομίαν [22], καί ὡς γνωστόν, πᾶσα ἐπίμονος καί ἀμετανόητος δογματική καινοτομία ἀποτελεῖ διά τήν Ὀρθοδοξίαν αἵρεσιν [23] !

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ἀλάθητος, δέν δύναται νά σφάλῃ

Τό ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖον τό κείμενον τῆς ἐν Πουσάν «Δηλώσεως Ἑνότητος» ἀρνεῖται - καθόσον καλεῖ καί τήν Ὀρθοδοξίαν εἰς μετάνοιαν καί διαπιστοῖ δῆθεν πρόοδον εἰς τήν κατανόησιν τοῦ θείου θελήματος - εἶναι ὄχι μόνον τῆς Ἁγίας Γραφῆς κήρυγμα, περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς «στύλου καί ἑδραιώματος τῆς ἀληθείας» (Α΄Τιμ. 3, 15), ἀλλά καί Διορθοδόξων Συνόδων Πατριαρχῶν τῆς β΄ χιλιετίας, αἱ ὁποῖαι ἀμυνόμεναι κατά τῶν Παπικῶν καί Προτεσταντῶν διακηρύσσουν ἄλλοτε μέν ὅτι ἡ Καθολική (Ὀρθόδοξος) Ἐκκλησία «ἀδύνατον ὅλως σφαλῆναι, ὡς πλουτοῦσα διδάσκαλον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον» [24], ἄλλοτε δέ τό «ἐπί πᾶσι δόγμασί τε καί διδάγμασιν ... ἀσφαλῶς πιστευόμενον, τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἄνωθεν ἀεί ὀρθοδοξίᾳ διαπρέψασαν καί εἰς τό διηνεκές διαλάμπουσαν ... μήτε ποτέ πεπλανῆσθαι, μήτε ποτέ πλανηθήσεσθαι, ἀλλ’ ἀεί ἀσφαλῶς ἑστηκέναι, ἐρειδομένην ἐπί πέτρας ἀσφαλοῦς τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως» [25]. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι λοιπόν «ἡ μόνη ἀληθινή θρησκεία, ἡ μόνη θεάρεστος λατρεία, καί ἡ μόνη σωτήριος ὁδός καί τήν κρατοῦμεν ἀπαραμείωτον, ἀπαραχάρακτον καί ἀπαράλλακτον» [26]. Μετά τούτων, διακηρύσσουν ἐπίσης ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν δέν παρεσάλευσε τήν καθολικότητα καί «ἀρτιμέλειαν» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἄν καί «πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη» παρά ταῦτα «τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ρηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος (...). Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσι νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος» [27].
Συνεπῶς, ἐντελῶς ἀνεπέρειστος καί ἀπομειωτική τῆς Ἐκκλησίας ἐξελέγχεται ἡ δηλουμένη εἰς τό κείμενον τοῦ Πουσάν ἀνάγκη μετανοίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας διά δῆθεν λάθη της.

Ἡ μετάνοια ἁρμόζει εἰς μόνους τούς αἱρετικούς

Τό κείμενον τοῦ Πουσάν, περαιτέρω, μᾶς καλεῖ καί εἰς μετάνοιαν διά τήν ὑφισταμένην διάσπασιν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου! Ἀλλ ἡ μετάνοια ἁρμόζει μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, παρά τόν ἀποστολικόν λόγον, ἀπεστάτησαν τῆς ἑνοποιοῦ (Α΄ Κορ. 11, 16) ἐκκλησιαστικῆς Πίστεως καί κατέστησαν αἱρετικοί, ἐπειδή «ὁ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα ὅστις ἄν ᾖ» (Γαλ. 5, 10). Ἀντιθέτως, ἡ Ἐκκλησία ἐπαινεῖ τούς Ποιμένας οἱ ὁποῖοι ἐξεδίωξαν τούς ἑτερόφρονας ἐκ τοῦ ἱεροῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας, καί «τούς βαρεῖς ἤλασαν καί λοιμώδεις λύκους τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος ... ὡς δοῦλοι γνησιώτατοι Χριστοῦ» [28], διά νά διασώσουν τήν ἀποστολικήν Πίστιν. Τῆς αὐτῆς γνώμης εἶναι καί ὁ ἅγιος Κυπριανός, γράφων κατά τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν, ὅτι «πρέπει νά χαίρωμεν, ὅταν τοιοῦτοι ἀποκόπτωνται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, μήπως καταστρέψουν τάς περιστεράς καί τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ διά τῆς ἀγρίας καί δηλητηριώδους αὐτῶν λύμης» [29]. Δέν ἀρκεῖ λοιπόν, ὅτι ἀπηλείφθησαν ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας τά κατά τῶν αἱρετικῶν ἀναθέματα; Πρέπει τώρα νά διαψεύσωμεν, καί ὅτι τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι «ἡ Πίστις τῶν Ἀποστόλων, ἡ πίστις τῶν Πατέρων, ἡ Πίστις τῶν Ὀρθοδόξων», ἐφ’ ὅσον, κατά τούς Προτεστάντας τοῦ Πουσάν, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνάγκην μετανοίας καί προοδεύει εἰς κατανόησιν; 

Ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς δογματικῆς ὁμολογίας

Ἡ συνήθης εἰς τό Π.Σ.Ε., ἤδη ἀπό τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, ἐπίκλησις τῆς διαφορετικότητος τῶν «ἐκκλησιῶν» καί ἡ ἀντίληψις περί πίστεως ὡς μεταβαλλομένης καί προοδευτικῆς κατανοήσεως ἔχει ἐπιστρατευθῇ καί εἰς τό κείμενον τοῦ Πουσάν διά νά δικαιολογήσῃ τήν δῆθεν «ἀοράτως ἡνωμένην χριστιανικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ φράσις τοῦ κειμένου (παράγραφος 10, σ. 5) ὅτι «δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἡ διαφορετικότης τόσον μεγάλη, ὥστε νά ἐπιφέρει τήν διαίρεσιν», διαστρέφει τήν ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν καί τήν ἐκκλησιολογίαν· διότι μόνον ἡ ποικιλία τῶν ἐθῶν εἶναι ἀκατηγόρητος, κατά τόν Μέγαν Φώτιον καί ἄλλους ἁγίους Πατέρας [30], ὄχι ὅμως καί τῶν δογμάτων, τά ὁποῖα εἶναι κοινά καθ΄ ὅλην τήν παγκόσμιον Ἐκκλησίαν, ὅπως μαρτυρεῖται ἐκ τῆς ἀρχαιότητος. Οἱ ἅγιοι Ἰγνάτιος [31], Εἰρηναῖος [32]  καί πλεῖστοι ἄλλοι μαρτυροῦν ὑπέρ τῆς δογματικῆς ὁμοφωνίας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί συνέχεια τῆς Ἀποστολικῆς Κοινότητος, διακρατεῖ «ἕνα Κύριον, μίαν Πίστιν, ἕν Βάπτισμα» (Ἐφεσ. 4, 5). Ἡ ἀποχώρησις τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν δέν δύναται νά βλάψῃ τήν Ἐκκλησίαν· ὡς τό θέτει ὁ Μέγας Βασίλειος,  «ἐλεεινοί τοῦ πτώματος οὗτοι, ὑμῶν δέ τό σῶμα ὁλόκληρόν ἐστι τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι. Καί γάρ τό ἀχρειωθέν ἀπερρύη, καί οὐκ ἐκολοβώθη τό μένον» [33]. Διαβάθμισις καί διαφοροποίησις πίστεως ὑφίσταται μόνον κατά τό μέτρον τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης («πίστεως») εἰς Χριστόν καί ὄχι ὡς πρός τό συμπαγές σύνολον τῶν εὐαγγελικῶν καί πατροπαραδότων δογμάτων [34].

Ἡ ἀόρατος ἐκκλησιαστική ἑνότης, καθαρῶς προτεσταντικόν δόγμα

Ἡ ἀναφορά τῆς «Δηλώσεως Ἑνότητος» τοῦ Πουσάν εἰς τήν προσδοκωμένην ἐπίτευξιν τῆς ὁρατῆς ἑνότητος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, ὑπεμφαίνει ὅτι ἤδη ὑφίσταται ἀόρατος ἑνότης τῆς δῆθεν Μιᾶς «πολυ-δογματικῆς» Ἐκκλησίας, ὅπως ἐδηλοῦτο καί εἰς τό κείμενον τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, δόγμα προτεσταντικόν, τό ὁποῖον ἀποκρούεται ἔκπαλαι ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων· ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1672 ταυτίζει τήν Μίαν Ἐκκλησίαν μετά τῆς ἀλαθήτου καί ὁρατῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: «Περί δέ τῆς Καθολικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, φαμέν, ὅτι ἔστι μέν ἀνεπισφαλής, οἷα ποδηγετουμένη ὑπό τῆς ἰδίας κεφαλῆς, ἥτις ἐστίν ὁ Χριστός, ἡ αὐτοαλήθεια, καί διδασκομένη ὑπό τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας ... Ἔσεται δέ καί ἀεί ὁρατή, διά τό μηδέποτε τούς ὀρθοδόξους ἐκλείπειν, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἐπειδήπερ πάντες μέν οὐ κοιμηθήσονται, πάντες ὅμως ἀλλαγήσονται, ὅπερ ὁ Ἀπόστολος περί τῶν πιστῶν τόν λόγον ποιούμενος εἴρηκε. Δῆλον ἄρα ὅτι μέχρι τερμάτων αἰῶνος ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία τό ὁρατόν  ἔχειν οὐ διαλείψει τοῖς μέρεσιν» [35]. Ἄλλωστε ἡ Ἁγία Γραφή σαφῶς δηλοῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁρατή, καθώς ἐντοπίζεται τοπικῶς (Α΄ Τιμ. 3, 15) καί εἶναι γνωστή ἡ αὔξησις τῶν μελῶν της (Πράξ. 2, 47). Ἡ ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου περί τῆς «πόλεως τῆς ἐπάνω ὄρους κειμένης», ἡ ὁποία αὐτονοήτως δέν εἶναι ἀόρατος, ἐννοεῖ τήν Ἐκκλησίαν [36].

Ἡ χριστολογική ἀσέβεια περί τό «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν»

Προσέτι, τό προβαλλόμενον τόσον εἰς τόν μετά τῶν Παπικῶν Διάλογον ὅσον καί εἰς τό Π.Σ.Ε. καί ἐν Πουσάν ἐπιχείρημα περί τῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν» (Ἰω. 17, 11.21-23), καταλήγει εἰς ἐσχάτην χριστολογικήν ἀσέβειαν· διότι ἐφ΄ ὅσον πράγματι ἡ ἑνότης τῶν πιστευόντων ἀποτελεῖ θέλημα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, διατί – κατά τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - δέν ἔχει ἐκπληρωθῇ; Λόγῳ ἀδυναμίας τῆς θείας θελήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπερ ἀσεβές; Λόγῳ νεστοριανικῆς διακρίσεως τῆς δῆθεν γνωμικῆς θελήσεως τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τῆς θελήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος; Ὅμως, ὁ διφυής Θεάνθρωπος ἔχει «δύο μέν φυσικά θελήματα οὐχ ὑπεναντία ... ἀλλ΄ ἑπόμενον τό ἀνθρώπινον αὐτοῦ θέλημα, καί μή ἀντιπίπτον ἤ ἀντιπαλαῖον, μᾶλλον μέν οὖν καί ὑποτασσόμενον τῷ θείῳ αὐτοῦ καί πανσθενεῖ θελήματι» [37]. Ἄρα, εἶναι ἡ θεία θέλησίς Του, ἔχουσα ὑπήκοον εἰς αὐτήν τήν τεθεωμένην ἀνθρωπίνην, αὐτή ἡ ὁποία ἐξεφράσθη διά τῆς ἀνθρωπίνης Του φωνῆς εἰς τήν ἀρχιερατικήν προσευχήν ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῶν πιστῶν. Αὐτή ἔχει σύνδρομον τήν Παντοδυναμίαν Του καί ἐνεργεῖ ἀκωλύτως εἰς ὅσους ὑποτάσσονται ἐθελουσίως εἰς τόν Χριστόν. Διά τοῦτο ἐπιβεβαιοῖ καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι τό «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν», ἔχει ἤδη ἐπιτευχθῇ ἐν τῇ Ἐκκλησία διά τῆς ἐσωτερικῆς ὁμοφωνίας τῆς Πίστεως, παρά τήν λόγῳ ραθυμίας ἀποστασίαν τῶν αἱρετικῶν: «Τί οὖν; ἤνυσεν αὐτό; φησι. Καί σφόδρα ἤνυσεν· ἅπαντες γάρ οἱ διά τῶν Ἀποστόλων πιστεύσαντες ἕν εἰσιν, εἰ καί τινες ἐξ αὐτῶν διεσπάσθησαν· οὐδέ γάρ τοῦτο αὐτόν παρέλαθεν, ἀλλά καί αὐτό προεῖπε, καί ἔδειξε τῆς τῶν ἀνθρώπων ραθυμίας ὄν» [38]. Ἡ βλάσφημος συνήθης χρῆσις τοῦ «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν» ὡς χρονίως ἀνενεργοῦ, ὑποδηλοῖ ὅτι ὁ Παντοδύναμος Παράκλητος, Θεός εἰρήνης καί ὄχι ἀκαταστασίας (Α΄ Κορ. 14, 33), ἔχων ἑνοποιητικήν ἐνέργειαν («εἰς γάρ ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε» [39]), δέν ἐδόθη εἰς τήν Ἐκκλησίαν! Ἑπομένως, τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν καί οἱ λοιποί Οἰκουμενισταί εὐαγγελίζονται μίαν νέαν Πεντηκοστήν διά τήν ἕνωσιν τῶν διεστώτων!

Ἡ οἰκολογική παρέκκλισις τοῦ Π.Σ.Ε.

Αἱ ἀναφοραί τῆς «Δηλώσεως» τοῦ Π.Σ.Ε. ἐν Πουσάν εἰς τήν φροντίδα καί εὐημερίαν τῆς κτίσεως ὡς μέσου καί τέλους τῆς εὐημερίας τῆς ἀνθρωπότητος, ὑποκρύπτουν ἕνα οἰκολογικόν χιλιασμόν. Προφανῶς ἀγνοεῖται ἡ δήλωσις τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅτι ἡ «ἀποκαραδοκία» τῆς «συστεναζούσης κτίσεως», ἡ προσμονή τῆς ἀφθαρσίας, ἀποβλέπει εἰς τήν αἰωνιότητα, εἰς «τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ», ὅταν θά ὑπάρξῃ ἐλευθερία ἐκ τῆς φθορᾶς, κατά «τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» [40]. Τό Π.Σ.Ε. θεμελιοῖ νέαν ἐπίγειον ἀποκαραδοκίαν καί νέαν ἐσχατολογίαν. Ὡσανεί ἀγνοοῦντες τήν ἀρχέγονον πτῶσιν τῆς ἀνθρωπότητος οἱ συντάκται τῆς «Δηλώσεως» προτίθενται νά μᾶς στρέψουν εἰς τήν προπτωτικήν ἐντολήν τοῦ ἀκόπως «ἐργάζεσθαι καί φυλάσσειν» (Γέν. 2, 15), ἀποσιωπῶντες τό εὐαγγελικόν κήρυγμα τῆς μετανοίας ἐκ τῆς ποικιλομόρφου ἁμαρτίας καί ἀποστασίας καί τήν προσμονήν τῶν οὐρανίων, ὡς καί τό δόγμα ὅτι διά τούς Χριστιανούς «τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. 3, 20) καί ὄχι εἰς ἐπιγείους παραδείσους. Ἡ κτίσις ἐξυπηρετεῖ τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, μέσῳ τῆς φανερώσεως τῆς ἀϊδίου δυνάμεως καί θειότητος τοῦ Θεοῦ καί τῆς μαρτυρίας τῆς ἀγαθοποιΐας Του [41] καί δέν ἀποτελεῖ ἀγαθόν καθ΄ ἑαυτήν. Ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται πρωτίστως ὄχι διά τά ἄλογα καί ἄψυχα κτίσματα, ἀλλά διά τόν λογικόν καί δραματικῶς ἀθάνατον ἄνθρωπον: «Μή τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; ἤ δι΄ ἡμᾶς πάντως λέγει;» (Α΄ Κορ. 9, 9.10)

Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί,

Ἡ πρέπουσα μαρτυρία τῆς Ἐκκλησιολογίας μας, τῶν Ὀρθοδόξων, ἀπετυπώθη ἱκανοποιητικῶς εἰς τήν τελευταίαν διακριτήν ἐκκλησιολογικήν δήλωσιν τῶν Ὀρθοδόξων ἐν τῷ Π.Σ.Ε., τό ἔτος 1961 εἰς Νέον Δελχί, διά τῆς γραφίδος τῶν μακαριστῶν π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, π. Ἰωάννου Meyendorff κ.ἄ. οἱ ὁποῖοι ἐδήλουν σαφῶς, τά ἑξῆς: «Τό πρόβλημα τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἤ τῆς χριστιανικῆς ἐπανενώσεως θεωρεῖται συνήθως ὡς ζήτημα πανομολογιακῆς συμφωνίας ἤ ἀποκαταστάσεως. Ἐν τῇ συζητήσει (ἐρεύνῃ) ἀπό προτεσταντικῆς πλευρᾶς τοῦτο εἶναι ὅλως φυσικόν. Ἀλλά διά τούς Ὀρθοδόξους τό βασικόν Οἰκουμενικόν πρόβλημα εἶναι τό τοῦ σχίσματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθοῦν τήν ἰδέαν τῆς “ἰσότητος τῶν ὁμολογιῶν” καί δέν δύνανται νά ὁραματισθοῦν Χριστιανικήν ἐπανένωσιν ὡς ἁπλῆν πανομολογιακήν διευθέτησιν. Ἡ ἑνότης διεσπάσθη καί πρέπει νά ἀποκατασταθῇ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι μία τῶν ὁμολογιῶν, μία μεταξύ τῶν πολλῶν. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει καί ἔχει συνείδησιν τῆς ταυτότητος τῆς ἐσωτερικῆς της ὑποστάσεως καί τῆς διδασκαλίας της, μέ τό ἀποστολικόν κήρυγμα καί τήν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας καί ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Εὑρίσκεται εἰς ἀδιάκοπον καί συνεχῆ διαδοχήν τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καί τῆς πίστεως ... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διά  τῆς ἐσωτερικῆς πεποιθήσεως καί συνειδήσεώς της κατέχει ὅλως ἰδιαιτέραν καί ἐξαιρετικήν θέσιν ἐν τῷ διῃρημένῳ Χριστιανισμῷ, ὡς ὁ φορεύς καί ἡ μάρτυς τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἀφ’ ἧς κατάγονται (ἀρχικῶς) ὅλαι αἱ ὑφιστάμεναι ὁμολογίαι δι΄ ἀποσπάσεως ἤ χωρισμοῦ» [42].

Ἡ μόνη «οἰκονομία» καί ἡ εὐγένεια τάς ὁποίας μετεχειρίσθησαν ἐδῶ οἱ ἡμέτεροι, χάρις εἰς τήν τότε νωπήν αἰσιοδοξίαν, ἦσαν ὁ χαρακτηρισμός τῶν ἑτεροδόξων τοῦ Π.Σ.Ε. καί τῶν λοιπῶν ὡς «σχισμάτων» καί ὄχι αἱρέσεων καί τό ὅτι ὡμίλησαν περί διασπάσεως τῆς ἑνότητος, ὄχι ὄμως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ παραπάνω παραθέματος ἐπεσήμαινον τήν ἀνάγκην «οἰκουμενισμοῦ ἐν χρόνῳ» («ecumenism in time»), διά τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τήν ἀρχαίαν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας («agreement (in faith) with all ages»), καί ὄχι μέσῳ «διακανονισμοῦ» τῶν δογμάτων, καθώς προεξεθέσαμεν. Τῷ ὄντι, τήν διαχρονικήν καί ἐνδο-εκκλησιαστικήν αὐτήν ἑνότητα τῆς δογματικῆς πίστεως οἱ πατερικοί λόγοι ἐξεικονίζουν διά τοῦ ἀρράφου χιτῶνος (Ἰω. 19, 23.24) τοῦ Κυρίου.
 
«Ἀλλ’ ἀληθῶς, ἐπειδή δέν δύναται νά σχισθῇ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ χιτών Του, δι΄ ὅλου ἄρραφος καί συνεχής, δέν διαιρεῖται ὑπ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τόν κατέχουν. Ἀδιαίρετος, ἡνωμένος, συνδεδεμένος, δεικνύει τήν συνεπῆ ὁμοφωνίαν τοῦ λαοῦ μας, οἱ ὁποῖοι ἐνεδύθημεν τόν Χριστόν. Διά τοῦ μυστηρίου καί σημείου τοῦ ἐνδύματός Του, διακηρύσσει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ποῖος λοιπόν εἶναι τόσον μεμολυσμένος καί δολερός, ποῖος τόσον μανικός μέ τήν μανίαν τῆς διαφωνίας, ὥστε εἴτε νά πιστεύῃ ὅτι δύναται νά σχισθῇ ἡ ἑνότης τοῦ Θεοῦ, τό ἔνδυμα τοῦ Κυρίου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἴτε νά ἀποτολμήσῃ νά τήν σχίσῃ; Ὁ Ἴδιος προειδοποιεῖ εἰς τό Εὐαγγέλιόν του καί διδάσκει λέγων: “Καί ἔσται μία ποίμνη καί εἷς ποιμήν” (Ἰω.10, 16). Καί εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχουν εἰς κάποιον τόπον εἴτε πολλοί ποιμένες εἴτε πολλά ποίμνια;» [43]

Τά ὡς ἄνω ἀδήριτα ἐρωτήματα τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ πρέπει νά θέσουν ἡμᾶς αὐτούς πρό τῶν φοβερῶν εὐθυνῶν μας διά τό κείμενον τοῦ Πουσάν ἀλλά καί εἰς τόν διάλογον μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά ἐπεκταθῶμεν εἰς τάς τοῦ διαλόγου μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ὑποχωρήσεις καί τά ἀπό ἐκκλησιολογικῆς καί θεολογικῆς ἀπόψεως ὀλισθήματα τῆς ἡμετέρας ὀρθοδόξου πλευρᾶς, κατά τάς συνελεύσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς εἰς Μπάλαμαντ καί Ραβένναν. Αὐτό, ὅμως, τό ὁποῖον δέν δυνάμεθα νά ἀποσιωπήσωμεν εἶναι ὅτι εἰς τάς προσφάτους (30.12.2013) δηλώσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀδελφοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου «Γιά τό πρωτεῖο καί τό κείμενο Ραβέννας» διατυπώνεται πρωτοφανής καί θεολογικῶς ἀπαράδεκτος θέσεις, μέ τόν ἰσχυρισμόν τοῦ Σεβασμιωτάτου ὅτι οἱ χρησιμοποιούμενοι εἰς τό κείμενον τῆς Ραβέννας ὑπό τῆ  Μικτῆς Θεολογικῆς ᾽Επιτροπῆς ὅροι, «Ἐκκλησία», «ἀνά τόν κόσμον Ἐκκλησίαν» ἤ «ἀδιαίρετη Ἐκκλησία» καί «σῶμα Χριστοῦ» δέν ὑπονομεύουν τήν «πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία»! Ἡ διατύπωσις «ἀνήκει εἰς ...» σχετικοποιεῖ τήν ἐκκλησιολογικήν ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἀνήκει εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, ἀλλά εἶναι ἡ Μία, Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Τό «ἀνήκει εἰς ...» ἀφήνει περιθώρια καί εἰς ἄλλας χριστιανικάς κοινότητας νά ἀνήκουν εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, ὅπως ἄλλωστε αὐτό προκύπτει ἀπό τήν συνέχειαν τοῦ κειμένου, τό ὁποῖο ἀναγνωρίζει «στοιχεῖα (elements) ἐκκλησιαστικότητας καί ἐκτός τῆς Καθολικῆς κοινωνίας». Πρόκειται περί πλήρους ἀποδοχῆς τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει «στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας» εἰς ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους καί εἰς ἄλλας χριστιανικάς κοινότητας, ἐλλιπῆ πάντως διά πλήρη ἐκκλησιολογικήν ὀντότητα. Αὕτη ἐπιτυγχάνεται καί ὁλοκληροῦται μέ τήν ἀποδοχήν τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα. Κατά τήν πεποίθησιν δηλαδή τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀδελφοῦ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά ἀνήκει εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, μαζί μέ ἄλλας «ἐκκλησίας», αἱ ὁποῖαι ἔχουν στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος [44].

Ἡ ἔναντι τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἐκκλησιολογία

Δυστυχῶς, καί εἰς τό πεδίον τῶν σχέσεων καί τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μέ τόν Παπισμόν, αἱ ἐκφραζόμεναι θεολογικαί πλάναι δέν εἶναι ἥσσονος σημασίας. Ἑορτάζονται τά πενήντα χρόνια ἀπό τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοοικουμενικῆς «Συνόδου» παρ’ ὅτι ἡ αἱρετική Σύνοδος ἐκείνη, παγιώσασα τό δαιμονικόν δόγμα τοῦ παπικοῦ «ἀλαθήτου» τῆς Α΄ Βατικανῆς Συνόδου τοῦ 1870, ἐπισύρει καί ἐφ΄ ἑαυτήν τό ὄνειδος τῆς διαπράξεως τῆς τρίτης μεγίστης πτώσεως ἐν τῇ ἱστορίᾳ μετά τήν πτῶσιν τοῦ Ἀδάμ καί τοῦ Ἰούδα, κατά τόν ὅσιον Ἰουστῖνον Πόποβιτς [45]. Αἱ καινοτομίαι τῆς αἱρετικῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου τήν ἀπεμάκρυναν πορρωτέρω ἀπό πάσης ἐλπίδος ἐπιστροφῆς εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καί προὐκάλεσαν νέα σχίσματα ἐν τῷ Παπισμῷ λόγῳ τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησιολογίας της (σχίσμα Λεφέβρ)· ἡ αἱρετική Παπωσύνη εἰς τήν Β΄ Βατικανήν ἀφῆκε χῶρον συγκαταβάσεως ἔναντι τῆς ὀρθοδόξου «ἐκκλησιαστικότητος», ἀλλ’ ὅμως ὄχι καί περιθώρια ἰδικῆς της μετανοίας. Οὕτως, εἰς τό κείμενον τῆς Β΄ Βατικανοῦ Nostra Aetateσύγχρονος Παπισμός ἀναγνωρίζει τόν Θεόν εἰς τόν Μουσουλμανισμόν καί τόν Ἰουδαϊσμόν [46], παρά τήν θεόπνευστον τῶν Μαθητῶν τοῦ Θεανθρώπου πίστιν, ὅτι «πᾶς ὁ ἀρνούμενος τόν Υἱόν οὐδέ τόν Πατέρα ἔχει» (Α΄ Ἰω. 2, 23) καί ὅτι τῶν Ἰουδαίων «ἐπωρώθη τά νοήματα», οἱ ὁποῖοι «τῇ ἀπιστίᾳ ἐξεκλάσθησαν», καθώς «ὁ Θεός τῶν κατά φύσιν κλάδων οὐκ ἐφείσατο» (Ρωμ. 11, 20.21).
Ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεσις κατά τήν σαφῆ καί θεόγνωμον πεποίθησιν τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῶν Διορθοδόξων καί Πατριαρχικῶν Συνόδων τῆς β΄ μετά Χριστόν χιλιετίας, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἰδιαιτέρως καί συνοδικῶς τιμωμένου ὑπό τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς Ἰσαποστόλου. Ὁ πράγματι -καί ὄχι ὀνόματι- Ἅγιος Ὀρθόδοξος ἐκεῖνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, χαρακτηρίζει τό βατικάνειον Filioque «φρύαγμα τῆς αἱρέσεως» [47] καί «νεανιευόμενον αἱρετίζοντα λόγον» [48], κατά τόν ὁποῖον «τάξει καί σχέσει καί αἰτίᾳ τήν τοῦ Πνεύματος ἑτερότητα καί παραλλαγήν ἡ αἵρεσις δραματουργεῖ» [49], καί προσκαλεῖ μετά θάρρους καί ἀγάπης [50] τούς ἀποστάντας Δυτικούς, τούς «νέους Πνευματομάχους» [51]: «Ἐμβλέψατε, οἱ τυφλοί, καί ἀκούσατε, οἱ κωφοί, οὕς τό σκότος κατέχει τῆς αἱρετικῆς ἐγκαθημένους Δύσεως» [52].
Καί ἀληθῶς, Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε καί ἅγιοι Συνοδικοί, δέν δυνάμεθα νά ἀποκρυψωμεν τήν βαθεῖαν ἡμῶν λύπην, ὅταν, παρά τάς θεολογικάς καί πατερικάς ταύτας ἐπισημάνσεις περί τοῦ Παπισμοῦ, Σεβασμιώτατος Ἀδελφός, ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος, κατά τήν προσφάτως ἑορτασθεῖσαν ἐν Ἀθήναις ἐπέτειον ἐπί τῇ συμπληρώσει 50ετίας ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου ἐξεθείασε ταύτην ὡς προωθήσασαν καί ἐπιλύσασαν σπουδαῖα θέματα καί διανοίξασαν τήν ὁδόν διά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, ἐνῶ, ὡς γνωστόν παραμένουν  ὅλαι αἱ πλάναι καί αἱ καινοτομίαι τοῦ Παπισμοῦ [53].

Αἱ λατινογενεῖς ἐκκλησιολογικαί θέσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου

Εἰς τόν εὐρύτερον χῶρον τῶν σχέσεων μέ τούς Παπικούς, ἀντί τῆς ἐπιδιώξεως ἐπιστροφῆς τῶν Παπικῶν εἰς τήν διατηρηθεῖσαν ἐν μόνῃ τῇ Ὀρθοδοξίᾳ ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν, οἱ λόγοι καί τά ἐπαναλαμβανόμενα ἐπιχειρήματα ἑτέρου Ἱεράρχου, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου, περί τῆς μοναρχίας τοῦ Θεοῦ Πατρός ὡς ὑποδείγματος διά τό παγκόσμιον πρωτεῖον ἑνός ἐπισκόπου, τοῦ «primi sine paribus» («πρώτου ἄνευ ἴσων») [54], μαρτυροῦν ἀντιθέτως περί τοῦ ἐκδυτικισμοῦ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, χάριν κοσμικῶν ἐπιδιώξεων, ὡς συνέβη καί εἰς τήν Ρώμην εἰς τό μεθόριον τῶν δύο πρώτων μ.Χ. χιλιετιῶν.  
Ὁ Μητροπολίτης Προύσης ἀποπειρᾶται διά πρωτοφανοῦς καί νεωτερικῆς ἐκκλησιολογικῆς προσεγγίσεως, βάσει ἀτυχῶς τῆς ὡριγενιστικῆς καί υἱοθετιστικῆς (κατά μίαν subordinatio-ὑποταγήν τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος) Τριαδολογίας τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου, νά θεμελιώσῃ τό παγκόσμιον διοικητικόν πρωτεῖον ἑνός «Πρώτου» ἐπί τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, βάσει τῆς Μοναρχίας τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος· οὕτω  πράττων, καί ἐφ’ ὅσον ἐμπλέκει εἰς τήν στόχευσιν αὐτήν καί τό χωρίον «πρός τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐξ οὗ πᾶσα πατριά ἐν οὐρανοῖς καί ἐπί γῆς ὀνομάζεται» (Ἐφ. 3,15), δέν θά δυνηθῇ νά ἀπαντήσῃ εἰς τό ἐρώτημα, διατί λοιπόν δέν ἐνηνθρώπησεν ὁ Πατήρ, ὥστε νά διασώσῃ τό «Πρωτεῖον» του καί ἐν τῇ Οἰκονομίᾳ, πλήν τῆς Θεολογίας. Κατά δεύτερον λόγον, ὁ ἅγιος Προύσης λαμβάνει τάς ἐνδοτριαδικάς σχέσεις ὡς τό πρωτότυπον τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου· ὅμως εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα ὁ Πατήρ εἶναι ἡ «ὑπεράρχιος ἀρχή», ἡ «θεογόνος καί πηγαία θεότης», ἐπειδή εἶναι Γεννήτωρ τοῦ Υἱοῦ καί Προβολεύς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀντιθέτως, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Σύνοδον, ὁ Πρῶτος ἀναδεικνύεται (καί καθαιρεῖται) ὑπό τῆς Συνόδου, ἄρα ἡ Σύνοδος εἶναι ἡ «πηγή» τοῦ ἐν Αὐτῇ Πρώτου καί ὄχι τό ἀντίθετον, τό ὁποῖον προκύπτει καί ἱστορικῶς: ὁ Κύριος ἀναληφθείς κατέλιπεν ἐμπνεομένην ὑπό τοῦ Πνεύματος τῆς Πεντηκοστῆς Σύνοδον ἰσοτίμων Ἀποστόλων καί ὄχι τινά Πρῶτον.
Ἡ ἀτυχής αὕτη σύγκρισις τοῦ Μητροπολίτου Προύσης θά εἶχεν ἀποφευχθῇ, ἐάν - ἀντί νά προσφύγῃ εἰς τήν ἁπλουστευτικήν περιγραφήν τῶν τριαδικῶν σχέσεων ὡς ἐξωτερικοῦ μιμήματος διά τήν ἐκκλησιολογίαν - ἐλάμβανεν ὀρθοδόξως ὡς θεμέλιον τῆς ἐκκλησιολογίας του τήν φυσικήν Εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδή τόν Υἱόν καί Λόγον, ὁ Ὁποῖος ὡς Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας καί ταμίας τοῦ πληρώματος τῶν θείων θησαυρισμάτων, ἀποκαλύπτει εἰς τούς πιστούς ἐν Ἑαυτῷ τόν Πατέρα (Ἰω. 14,9), ὁ Ἴδιος δέ ἀποκαλύπτεται εἰς τούς πιστούς ὑπό τῆς φυσικῆς Του Εἰκόνος, τοῦ ὁμοτίμου καί παντοκρατορικοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἰω. 16,14) [55]. Ἡ ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνεκτική τῆς Ἐκκλησίας, κοινωνεῖται εἰς τά λογικά κτιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινή τριαδική ἐνέργεια, ὄχι ὑποστατική τοῦ Πατρός, ἀλλά φυσική ἄκτιστος ἐκ τῆς ἀκτίστου θείας οὐσίας [56]· αὐτή ἱκανοῖ τούς πιστούς, ὡς μέλη τοῦ Κυριακοῦ Σώματος, νά οἰκειῶνται τό «ἀμίμητον μίμημα» τῶν θείων ἀρετῶν. Ἡ κοινή αὐτή τριαδική ἐνέργεια ἤ χάρις ἤ δόξα ἤ βασιλεία συνέχει τήν Ἐκκλησίαν, συνενοῦσα τούς πιστούς καί κατ΄ ἐξοχήν τούς Ἐπισκόπους, ὥστε κατά τόν ἅγιον Μάξιμον νά εἶναι κοινόν τό θεληθέν τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων, διά τῆς μιᾶς θείας ἐνεργείας [57].
Οὕτως, ἡ ἑνότης τῆς Συνόδου δέν διασφαλίζεται διά τῆς ἐξωτερικῆς «φυσικῆς μιμήσεως» ἑνός πατρομονιστικοῦ δῆθεν ἐξουσιαστικοῦ «πρωτείου» ἐν τῇ Παναγίᾳ Τριάδι, κατά τά λεγόμενα τοῦ Σχολάρχου τῆς Χάλκης καί Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ, ἀλλ' ὀντολογικῶς ὑπέρ φύσιν, διά τῆς αὐτεξουσίου ὑποταγῆς πάντων εἰς τό θεῖον καί ἑνιαῖον ἄκτιστον τριαδικόν θέλημα, γνωριζόμενον διά τοῦ Θεανθρώπου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τό ὁποῖον Πνεῦμα «τούς κατά τό ἐγχωροῦν μετέχοντας ὡς δύναμις ἑνοποιός ἑνοῖ καί ἀνατείνει πρός τήν τοῦ συναγωγοῦ Πατρός ἑνότητα καί θεοποιόν ἁπλότητα» [58]. Ἄλλωστε, εἶναι συντριπτικῶς συχνοτέρα ἡ χρῆσις τοῦ ὅρου «μοναρχία» πρός κατάδειξιν τῆς μοναδικῆς Παντοκρατορίας τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπί τῆς κτίσεως («εἰ γάρ καί τριλαμπεῖ μοναρχεῖ τό Θεῖον») [59] καί σπανιωτάτη ἡ χρῆσις ἡ πρός κατάδειξιν τῆς ἐνδοτριαδικῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός [60]· ἡ δευτέρα αὕτη προεβλήθη ὑστερογενῶς κατά τῶν Λατίνων, ὅταν αὐτοί ἀνήγαγον τόν Υἱόν ὡς δευτέραν ἀρχήν ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος διά τοῦ Filioque [61]. Ἰδού, λοιπόν, στίβος λαμπρός διά τόν Σεβασμιώτατον ἀδελφόν καί Σχολάρχην τῆς Γεραρᾶς Σχολῆς τῆς Χάλκης, πρός ὑπεράσπισιν τῆς καλῶς ἐννοουμένης Μοναρχίας τοῦ Θεοῦ Πατρός κατά τοῦ «διαρχικοῦ» Filioque καί τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐπί τοῦ ἐπιπέδου τῆς Τριαδολογίας καί ὄχι νεωτερικῶς, ἐπί τῆς Οἰκονομίας καί τῆς Ἐκκλησιολογίας, χριστολογικῶς κυρίως ἐξεταζομένης.

Ἐπανάληψις προγενεστέρως ἐφευρεθέντων δογμάτων

Ἡ προσέγγισις τοῦ Σεβασμιωτάτου Προύσης ἐρείδεται, κατ΄ ἰδίαν ὁμολογίαν, εἰς παλαιοτέραν ὁμιλίαν του ἐν Ἀμερικῇ, ἔνθα εἶχεν ἀρνηθῇ σχεδόν ὡς αἵρεσιν (!!!) καί τήν ὑπερτάτην θέσιν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἰς τήν Ἐκκλησίαν [62]. Τοιουτοτρόπως, ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἐλπιδοφόρος ἀσυναισθήτως ὑπονομεύει τό κῦρος τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου ὁ ὁποῖος κατωχύρωσεν ἐπί αἰῶνας τήν πρωτοκάθεδρον θέσιν τῆς πᾶσι φιλτάτης Μητρός Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Πανσέπτου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὄχι μόνον καινοτομεῖ ἔναντι παντός ἄχρι τοῦ νῦν συμβολικοῦ μνημείου ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας (πλήν μερικῶν γραφῶν τοῦ ἁγίου Περγάμου), ἀλλά καταρρακοῖ καί τήν διαλεγομένην ἐκκλησιολογίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀποδεικνύων αὐτήν «κάλαμον ὑπό ἀνέμου σαλευόμενον». Διότι, ἐάν ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐξασφαλίζεται δῆθεν ὑπό τοῦ παγκοσμίου Πρώτου καί ὄχι ὑπό τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς ἀνωτάτου θεσμοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, διατί τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑπέγραψε διαφόρως εἰς τόν διάλογον μέ τούς Παλαιοκαθολικούς πρό τριῶν δεκαετιῶν [63]; Ἐθώπευσε τότε τάς ἀκοάς τῶν Παλαιοκαθολικῶν ἀποδεχόμενον τήν «αἵρεσιν» τῆς ὑψίστης αὐθεντίας ὄχι τινός Πρώτου, ἀλλά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ τώρα κνήθει τάς ἀκοάς τῆς παπικῆς μοναρχοκεντρικῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ «παγκοσμίου ἐπισκόπου» Πάπα τῆς Ρώμης;

Ἱστορικῶς, τό ἀβάσιμον τῆς ἐξυψώσεως τοῦ «Πρώτου» ἔναντι τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Θεσμοῦ τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «ἑνωθέντες ἀλλήλοις, τρόπον τινά ὡς τό ἐκ τεσσάρων στοιχείων σῶμα, σύμψυχοι καί ἕν γενόμενοι, ἕν φρονοῦντες ... ὄντως ἀποτελεσθεῖσα χρυσῆ καί μεγάλη σειρά τετρακτύς ... γέγονε μία ποίμνη, καί εἷς ποιμήν οἱ τέσσαρες ποιμένες, τῇ ὁμοφροσύνῃ καί τῇ ὀρθοδοξίᾳ» [64], ὄχι μόνον ὑπό τοῦ γεγονότος τοῦ ἀνεκκλήτου τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου [65] (ἐνῷ κατά παντός Πατριάρχου ἰσχύει τό ἔκκλητον ἐνώπιον Οἰκουμενικῆς ἤ Πανορθοδόξου Συνόδου), ὄχι μόνον ὑπό τῆς ἱστορικῆς καθαιρέσεως Παπῶν καί Πατριαρχῶν ὑπό Οἰκουμενικῶν ἤ καί Πανορθοδόξων Συνόδων, ὄχι μόνον ὑπό τῆς κοινοποιήσεως τῶν εἰρηνικῶν Γραμμάτων ἑκάστου Προκαθημένου εἰς πάντας τούς ὑπολοίπους καί ὄχι μόνον εἰς τόν Πρῶτον τῇ τάξει, καί μυρίων ἄλλων, ἀλλά καί ὑπό τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς ὑπ’ αὐτῶν τῶν Παπῶν τῆς Ρώμης ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνωτερότητος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ χαρακτηριστικόν παράδειγμα τόν Λέοντα Θ΄ ὁ ὁποῖος, καίτοι Πρῶτος εἰς τά πρεσβεῖα, ἐφρόνει «πάσης στερεῖσθαι αὐθεντίας πᾶν ὅ,τι ἄν τυπωθείη τῇ ἐκείνων [τῶν Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου] διατυπώσει ἐναντιούμενον» [66]. Ἡ δέ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἐπαναφέρουσα εἰς τήν τάξιν τόν Πάπαν Βιγίλιον, ἠρνήθη εἰς αὐτόν τό διεκδικούμενον ὑπ’ αὐτοῦ δικαίωμα ψήφου ἰσοδυνάμου πρός τάς τέσσαρας ψήφους τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς [67].

Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί,

Τά ὡς ἄνω γραφέντα ἀποτυποῦν μίαν θλιβεράν εἰκόνα ἐκκλησιολογικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας εἰς τούς Διαλόγους καί καταργήσεως τῆς ἐκεῖ ὀρθοδόξου μαρτυρίας. Μεμφόμενοι ἡμεῖς αὐτοί τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί τό κῦρος αὐτῆς, αἰτούμενοι δηλαδή συγγνώμην διά τήν «πρόκλησιν διαιρέσεων», καί καταρρίπτοντες οὕτως αὐτῆς τό συνοδικῶς διαπεπιστωμένον ἀλάθητον, ἤ νομίζοντες αὐτήν «μέρος» τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί Ἀληθείας, πῶς θά προβάλωμεν κατά τῶν ἐφορμώντων εἰς τό ποίμνιόν μας λύκων, τῶν ψευδομαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ, Πεντηκοστιανῶν, Μορμόνων κ.λπ. τό κῦρος τῆς ἀλαθήτου ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως;
Τό Π.Σ.Ε. παραπαίει, μή γινῶσκον «δεξιάν αὐτοῦ ἤ ἀριστεράν αὐτοῦ», διό καί γράφει: «Προσευχόμεθα νά βοηθηθῶμεν νά κατανοήσωμεν περισσότερα περί τῆς ὁρατῆς ἑνότητος εἰς τήν ὁποίαν ὁ Θεός μᾶς καλεῖ νά ζήσωμεν» (Συνημμένον Α΄, ὑποσημ. 1, σ. 8), φθάνει δέ εἰς τήν ἀντίφασιν νά εἶναι εὐγνῶμον διά τήν διαφορετικότητα, ἄν καί αὐτή προκαλεῖ τήν διαίρεσιν [68]! Δυστυχῶς, ἡ ἡμετέρα παρουσία, ἀποσιωπᾶ τήν περί τῆς μόνης Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου, ἀλήθειαν, παρ’ ὅτι «ἡ σιγή τῶν λόγων ἀναίρεσίς ἐστιν» ἐνῷ «πᾶς ἄνθρωπος ἁγιάζεται διά τῆς ἀκριβοῦς ὁμολογίας τῆς Πίστεως» [69].
Τεκμηριωμένως, ἡ σύγκρισις τῆς ὡς ἄνω ὀρθοδόξου «Δηλώσεως Ἑνότητος» ἐν Νέῳ Δελχί τό 1961 μετά τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν, δεδομένης καί τῆς μή ἐνεργοποιηθείσης καταθέσεως ἰδίας δηλώσεως, καταδεικνύει τήν ἀνάγκην ὁριστικῆς ἀποστασιοποιήσεώς μας ἐκ τοῦ Π.Σ.Ε., ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν ἐπίσημον - εἰ καί ἐκ τῶν ὑστέρων - ἀπόρριψιν τῆς «Δηλώσεως Ἑνότητος» τοῦ Πουσάν ὑπό τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Περί δέ τοῦ διαλόγου μετά τῶν Παπικῶν ἔχομεν τήν αὐτήν πεποίθησιν, ὅτι συμβάλλει πασιφανῶς καί ἀποδεδειγμένως εἰς τήν ἀλλοίωσιν τῆς ἐκκλησιολογίας μας χαρακτηρισθέντος ὑπό τοῦ ἐπί 20ετίαν (1980-2000), Ὀρθοδόξου συμπροέδρου Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ ὡς «ἀνοσίου παιγνίου».

Ταῦτα μετά βαθυτάτης λύπης καί ἐναγωνίου προσμονῆς φέρομεν ὑπ΄ ὄψιν τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος καί τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ἔχοντες δέ δι΄ ἐλπίδος ὅτι τά ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, θά παροτρύνουν Ὑμᾶς εἰς τάς δεούσας ἐνεργείας ἀποκαταστάσεως τῆς ἀπομειουμένης Ἀληθείας, παρακαλοῦμεν ὅπως συζητηθοῦν τά τιθέμενα θέματα εἰς τήν τακτικήν Σύνοδον τῆς προσεχοῦς Σεπτῆς Ἱεραρχίας καί διατελοῦμεν.

Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ

Οἱ Μητροπολῖται

 
† ὁ Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης Παῦλος
† ὁ Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Κοσμᾶς


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] «Ἡ Ἱεραρχία γιά "ὁμολογία πίστεως" καί "διάλογο"»,
http://www.romfea.gr/component/content/article/
25-2009-12-18-08-37-46/5539-2010-08-07-10-45-46
[3] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 5 (σ. 3) καί παράγραφος 14 (σ. 6).
[4] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 4 (σ. 2), παράγραφος 7 (σ. 4) καί παράγραφος 10 (σ. 5)
[5] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 14 (σ.6 καί 7) καί παράγραφος 16 (σ. 7)
[6] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 7 (σ. 3 καί 4) καί παράγραφος 15 (σ. 7)
[7] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 3 (σ. 2), παράγραφος 4 (σ. 2) καί παράγραφος 15 (σ. 7)
[8] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 2 (σ. 2), παράγραφος 4 (σ. 3), παράγραφος 11 (σ. 5) καί παρ. 14 (σ. 6)
[9] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 6 (σ. 3), παράγραφος 8 (σ. 4), παράγραφος 9 (σ. 4) καί ὑποσημ. 1 (σ. 8)
[10] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 15 (σ. 7)
[11] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 13 (σ. 6) καί παράγραφος 9 (σ. 4)
[12] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 3 (σ. 2) καί παράγραφος 8 (σ. 4)
[13] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 12 (σ. 6) καί παράγραφος 15 (σ. 7)
[14] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 12 (σ. 5). Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ (νῦν Μητροπολίτης Καρπασίας), Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Θρησκειῶν καί Αἱρέσεων, ἐκδ. Ἱ.Μ. Τροοδιτίσσης, Κύπρος 2002, σ. 697-699 καί 613-616. Βλ. τήν χρῆσιν τοῦ ὅρου «ὁλιστική ἀτζέντα» καί εἰς τούς λόγους τῆς Προέδρου τοῦ Π.Σ.Ε. Δεσποσύνης (Dame) Mary Tanner, τῆς Ἀρχηγοῦ τοῦ Τάγματος τῆς Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας (Συνημμένον Δ΄, σ. 2).
[15] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 6 (σ. 3) καί παράγραφος 7 (σ. 3). Περί τῆς ἐξελίξεως εἰς τήν ἀποδοχήν τῆς ὁμοφυλοφιλίας μεταξύ τῶν Συνελεύσεων Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καί Πουσάν (2013) βλ. Ι.Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, «“Συγγνώμη πού εἴμαστε Ὀρθόδοξοι” : 10η Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν», (Δ΄Μέρος) http://www.impantokratoros.gr/0862339B.el.aspx
[16] Συνημμένον Γ΄, σ. 3
[17] Συνημμένον Γ΄, σ. 2
[18] Συνημμένον Γ΄, σ. 1-2
[19] Συνημμένον Γ΄, σ. 2
[20] Liber de Unitate Ecclesiæ 23, PL 4, 517B: «Deus unus est, et Christus unus, et una Ecclesia ejus, et fides una, et plebs una in solidam corporis unitatem concordiæ glutino copulata».
[21] Εἰς τήν ἐπιστολήν του πρός τόν Πομπήιον κατά τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Ρώμης Στεφάνου ὁ ἅγιος Κυπριανός μεταξύ ἄλλων χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ διαρραγέντος ὑδραγωγοῦ - καθ΄ ἥν περίπτωσιν παρακάμπτοντες τόν ἀγωγόν καταφεύγομεν εἰς τήν πηγήν τῶν ὑδάτων – πρός ἀποφυγήν τῶν δογματικῶν λαθῶν τῶν ἐπισκόπων καί συγκεκριμένως τοῦ Ρώμης Στεφάνου· οὕτω λοιπόν πρέπει νά καταφεύγωμεν κατ΄ εὐθεῖαν εἰς τήν κεφαλήν καί πηγήν τῆς θείας Παραδόσεως· «Nam si ad divinæ traditionis caput et originem revertamur, cessat error humanus ... ut si vitio interrupti aut bibuli canalis effectum est quo minus aqua continua perseveranter ac jugiter flueret, refecto et confirmato canali ad usum atque ad potum civitatis aqua collecta eadem ubertate atque integritate repræsentetur qua de fonte proficiscitur?» (S. CYPRIANUS, Ad Pompeium contra Epistolam Stephani de Hæreticis baptizandis 10, PL 3, 1133B.C)
[22] ΒΛ. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1994, σελ. 567ἑ.569.570. Ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος «γιά νά θεμελιώση ὅμως τήν καθολικότητα καί τό ἀκαταγώνιστο τῆς θείας χάριτος ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίση α) τήν προγενέστερη σχετική ἐκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ θεία χάρη παρέχεται μόνο μέ τά μυστήρια καί μόνο μέσα στούς κόλπους τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας (...) Ἡ ἀποσύνδεση αὐτή τῆς παροχῆς τῆς θείας χάριτος τόσο ἀπό τόν τελοῦντα, ὅσο καί ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ἔφερε τόν ἱ.  Αὐγουστῖνο σέ ἀντίθεση πρός τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ἱ. Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκφράζοντας τή γενικότερη ἐκκλησιαστική συνείδηση, εἶχε ὑποστηρίξει ad hoc ὅτι οἱ βαπτιζόμενοι ἀπό αἱρετικούς ἤ καί σχισματικούς δέν λαμβάνουν τή θεία χάρη, γιατί “extra Ecclesiam nulla salus” (…) καί οἱ αἱρετικοί [κατά τήν διδασκαλίαν τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου] θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν κατά κάποιο τρόπο μέλη τῆς Ἐκκλησίας, γιατί “πολλοί πού φαίνονται ὅτι εἶναι ἔξω, στήν πραγματικότητα εἶναι μέσα” στήν Ἐκκλησία (De baptismo, 5, 28) (…) Oἱ ἐκκλησιολογικές ὅμως συνέπειες [τῆς διδασκαλίας τοῦ Αὐγουστίνου] τονίσθηκαν ἰδιαίτερα ἀπό τή μεταγενέστερη σχολαστική θεολογία καί ἀπό τήν προτεσταντική μεταρρύθμιση, ἐπηρέασαν δέ μέ καθοριστικό τρόπο τήν ὅλη ἐκκλησιολογία τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Τοῦτο φαίνεται ὄχι μόνο ἀπό τήν προτεσταντική διδασκαλία περί “ἀοράτου Ἐκκλησίας”, ἀλλά καί ἀπό τή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία τοῦ πρόσφατου διατάγματος De oecumenismo (Unitatis redintegratio) τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου».
[23] Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ὀρθοδοξία καί αἵρεση, Φιλοσοφική καί Θεολογική Βιβλιοθήκη 23, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 99.103. «Ἱστορικά λοιπόν καί πάλι πρέπει νά ᾽ναι τά κριτήρια τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς αἵρεσης. Ἡ πρώτη διεκδικεῖ ἀταλάντευτα τήν ἀρχαιότητα, ἐνῶ ἡ δεύτερη εἶναι νεωτεροποιΐα. (...) Ἡ ὀρθόδοξη ἄποψη εἶναι σαφής καί ἀνυποχώρητη. Ἐμμένει στήν ἀρχαιότητα τῆς διδασκαλίας. Αὐτή καί μόνο εἶναι τό κριτήριο τῆς γνησιότητας καί αὐθεντικότητας».
[24] Συνοδική Ἐπιστολή τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις Συνόδου τοῦ 1672 εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 704.
[25] Ὁμολογία Πίστεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1727, 16, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, αὐτόθι, σ. 868.
[26] Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1836 κατά τῶν Διαμαρτυρομένων Ἱεραποστόλων, 7, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, αὐτόθι, σ. 883.
[27] Ἀποκρίσεις (1716/1725)τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, Ἀπόκρισις 5, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, αὐτόθι, σ. 794ἑξῆς.
[28] Ἐκ τῶν Αἴνων τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων τιη΄ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ (Κυριακῇ ἑβδόμῃ ἀπό τοῦ Πάσχα).
[29] Liber de Unitate Ecclesiæ 9, PL 4, 506C-507A: «Gratulandum est, cum tales de Ecclesia separantur, ne columbas, ne oves Christi sæva sua et venenata contagione prædentur».
[30] Ἐπιστολή Φωτίου πρός τόν Πάπαν Νικόλαον PG 102, 605D: «Οὕτως ἐν οἷς οὐκ ἔστι πίστις τό ἀθετούμενον, οὐδέ κοινοῦ τε καί καθολικοῦ ψηφίσματος ἔκπτωσις, ἄλλων παρ΄ ἄλλοις ἐθῶν τε καί νομίμων φυλαττομένων, οὔτε τούς φύλακας ἀδικεῖν οὔτε τούς μή παραδεξαμένους παρανομεῖν ὀρθῶς ἄν τις κρίνειν εἰδώς διορίσαιτο». S. FIRMILIANUS, Epistola LXXV Ad Cyprianum contra epistolam Stephani 6, PL 3, 1159A: «... in ceteris quoque plurimis provinciis multa pro locorum et hominum diversitate variantur, nec tamen propter hoc ab Ecclesiæ Catholicæ pace atque unitate aliquando descessum est. Quod nunc Stephanus ausus est facere rumpens adversus vos pacem».
[31] Ἐπιστολή Φιλαδελφεῦσι 3, PG 5, 700A: «Ἀπέχεσθε τῶν κακῶν βοτανῶν (...) Οὐχ ὅτι παρ΄ ὑμῖν μερισμόν εὗρον, ἀλλ’ ἀποδιϋλισμόν (...) καί ὅσοι ἄν μετανοήσαντες ἔλθωσιν ἐπί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καί οὗτοι Θεοῦ ἔσονται (...) εἴ τις ἐν ἀλλοτρίᾳ γνώμῃ περιπατεῖ, οὗτος τῷ Πάθει οὐ συγκατατίθεται».
[32] Ἔλεγχος καί ἀνατροπή τῆς ψευδωνύμου γνώσεως 1, 10, 2 PG 7a, 552A.B: «Τοῦτο τό κήρυγμα παρειληφυῖα, καί ταύτην τήν πίστιν, ὡς προέφαμεν, ἡ Ἐκκλησία, καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, ἐπιμελῶς φυλάσσει, ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα· καί ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχήν καί τήν αὐτήν ἔχουσα καρδίαν, καί συμφώνως ταῦτα κηρύσσει, καί διδάσκει, καί παραδίδωσιν, ὡς ἕν στόμα κεκτημένη».
[33] Ἐπιστολή 238, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις PG 32, 889B.
[34] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 4, 10 (83) PG 94, 1125C-1128B. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν πρός Ρωμαίους 26, 3 PG 60, 640.
[35] Τόμος Συνοδικός τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1672 εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 692.
[36] ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D.
[37] Ὅρος Πίστεως τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικής Συνόδου, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1952, τόμ. Α', σ. 187.
[38] Εἰς τό κατά Ἰωάννην 82, 2, PG 59, 444.
[39] Κοντάκιον (ἦχος πλ.δ΄) τῆς Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς.
[40] Ρωμ. 8, 18-23.
[41] Ρωμ. 1, 20 καί Πράξ. 14, 17.
[42] G. KONIDARIS, «The Orthodox Contribution in the Section of Unity in New Delhi Introductory Note», Θεολογία ΛΓ΄ 2 (1962) 187.
[43] Liber de Unitate Ecclesiæ 7,8 PL 4, 505B: «At vero, quia Christi populus non potest scindi, tunica ejus per totum textilis et cohærens divisa a possidentibus non est. Individua, copulata, connexa ostendit populi nostri, qui Christum induimus, concordiam cohærentem. Sacramento vestis et signo declaravit Ecclesiæ unitatem. Quis ergo sic est sceleratus et perfidus, quis sic discordiæ furore vesanus, ut aut credat scindi posse aut audeat scindere unitatem Dei, vestem Domini, Ecclesiam Christi? Monet ipse in Evangelio suo et docet dicens: Et erim unus grex et unus pastor (Joan. x, 16). Et esse posse uno in loco aliquis existimat aut multos pastores aut plures greges»?
[45] Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, μτφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέφτιτς (νῦν Μητροπ. Πρώην Ζαχουμίου καί Ἑρζεγοβίνης), ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1987, σ. 150.152: «Διά τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοί ἀνθρωπισμοί ἀπέκτησαν τό ἰδεῶδες καί τό εἴδωλόν των: ὁ ἄνθρωπος ἀνεκηρύχθη ὑπερτάτη θεότης, πανθεότης ... Τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα τοῦ 20οῦ αἰῶνος, δέν εἶναι ἄλλο παρά ἡ ἀναγέννησις τῆς εἰδωλολατρίας καί τοῦ πολυθεϊσμοῦ ... Εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπάρχουν τρεῖς κυρίως πτώσεις: τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Ἰούδα, τοῦ πάπα».
[46] Βλ. Τήν παράγραφον (3): « The Church regards with esteem also the Moslems. They adore the one God, living and subsisting in Himself; merciful and all-powerful, the Creator of heaven and earth, who has spoken to men» καί τήν παράγραφον (4): «Although the Church is the new people of God, the Jews should not be presented as rejected or accursed by God, as if this followed from the Holy Scriptures». Τό ἀγγλικόν κείμενον τοῦ Nostra Aetate βλ. ἐν http://www.vatican.va/archive/hist_councils/ii_vatican_council/documents/vatii_decl_19651028_nostra-aetate_en.html
[47] Λόγος περί τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας 17, PG 102, 296B.
[48] Αὐτόθι 6, PG 102, 288B.
[49] Αὐτόθι 43, PG 102, 321B.
[50] Αὐτόθι 13, PG 102, 292C-293A: «... ὀργήν μέν, οἷς τοσαύτην ἀπόνοιαν ἀνελάβοντο· θρῆνον δέ, οἷς πρός ὄλεθρον ἀβοήθητον καταφέρονται· ἡ γάρ εὐσέβεια, καί ὀργιζομένη, τόν τοῦ ὁμοφυοῦς οἶκτον οὐκ ἀποτίθεται».
[51] Αὐτόθι 96, PG 102, 389C.
[52] Αὐτόθι 81, PG 102, 365A.
[54] «Primus sine paribus, Ἀπάντησις εἰς τό περί πρωτείου κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας» http://www.amen.gr/article16557
[55] Περί τοῦ Θεοῦ Υἱοῦ καί Λόγου ὡς φυσικῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ δέ Ἁγίου Πνεύματος ὠς φυσικῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Λόγου βάσει τῆς θεολογίας τῶν Καππαδοκῶν καί τῶν ἁγίων Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ καί Θεοδώρου Στουδίτου βλ. Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Εἰκονολογικές μελέτες, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 26-35.
[56] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Κεφάλαια Ἑκατόν Πεντήκοντα 121, ἐπιμελείᾳ Π. Χρήστου, ἐκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ. 5, σ. 103: «Μή μόνον ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἥν οὐδείς λαμβάνει, ἀλλά καί ἡ κατά φύσιν ἐνέργεια τούτου λέγεται ζωή, ἥν κατά χάριν ἔλαβον οἱ οὕτω παρ΄ αὐτοῦ ζωοποιηθέντες, ὡς καί σῴζειν δι’ ἑαυτῶν, ταυτό δ’ εἰπεῖν καί ἀπαθανατίζειν κατά Πνεῦμα, τούς μή κατά Πνεῦμα ζῶντας πρότερον».
[57] Πρός Μαρῖνον τόν ὁσιώτατον Πρεσβύτερον PG 91, 33A.Β: «... ἔφην μίαν ἐνέργειαν τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων, τήν πάντων ἐκθεωτικήν τῶν ἁγίων, τῆς ἐλπιζομένης μακαριότητος· τοῦ Θεοῦ μέν κατ΄ οὐσίαν ὑπάρχουσαν, τῶν ἁγίων δέ κατά χάριν γεγενημένην». Καί αὐτόθι PG 91, 25D: «Μίαν γνώμην κατά πάντα τρόπον εἶναι τοῦ τε Θεοῦ καί τοῦ τῶν ἁγίων χοροῦ, ἀδύνατον· κἄν, ὡς εἶπον, ἕν ἐστιν ἀμφοτέροις τό θεληθέν, ἡ σωτηρία τῶν ὅλων, περί ἥν τῶν θελημάτων ἡ ἕνωσις».
[58] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Περί θεοποιοῦ μεθέξεως 6, ἔνθ’ ἀνωτ., τόμ. 2, σ. 141ἑξῆς.
[59] Β΄ Ἀντίφωνον τῶν Ἀναβαθμῶν τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τοῦ πλ. δ΄ ἤχου.
[60] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Πρός Βαρλαάμ A΄ 21, ἔνθ’ ἀνωτ., τόμ. 1, σ.236ἑξῆς: «τρόπος γάρ ἕτερος δημιουργικῆς ἐστιν ἀρχῆς καί τῆς κατ΄ αὐτήν μοναρχίας, καί τῆς ἀρχῆς καί μοναρχίας ἐκείνης ἕτερος, ἥ τῆς θεογονίας ἐστίν ἐπώνυμον, ὅς καί σώζεται τῷ τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τήν ὕπαρξιν ἔχειν ἐκ τοῦ Πατρός, ὥσπερ ἐκεῖνος τῷ δι΄ Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δημιουργόν εἶναι τόν Πατέρα».
[61] Μ. ΦΩΤΙΟΣ, Κατά τῶν τῆς παλαιᾶς Ρώμης, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός μόνον ἐκπορεύεται τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἀλλ’ οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ 10 PG 102, 397Α: «Πῶς οὖν φατε τό ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ; Εἰ μέν ὡς ἐξ αἰτίου, ἰδού δύο αἴτια καί δύο ἀρχαί, Πατήρ καί Υἱός, καί διαρχία μᾶλλον ἤ μοναρχία τό παρ’ ὑμῖν πρεσβευόμενον, καί οὐχ ἡμέτερον λέγειν ὅσα τά ἄτοπα ἕψεται».
[62] Ἐπίσκεψις 698 [31-03-2009]: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνός πρωτείου τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἐνσαρκώσει παρά κάποιος Πρῶτος – τοὐτέστι κάποιος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τό προνόμιο νά εἶναι ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων – συνιστᾷ αἵρεση. Εἶναι ἀπαράδεκτο αὐτό πού συνήθως λέγεται ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων διασφαλίζεται εἴτε ὑπό μιᾶς κοινῆς πίστεως καί  λατρείας εἴτε ὑπό τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
[63] Κείμενον Α΄, «Τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας», ἐν Ἐπίσκεψις 259 (1981) σ. 9: «Ἐπιμέρους φορεῖς καί ὄργανα αὐθεντίας στήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος καί οἱ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας καί κατ’ ἐξοχήν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι».
[64] ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ, Βίος καί Πολιτεία τοῦ Μεγάλου καί Τρισμακαρίστου Εὐτυχίου Πατριάρχου ΚΠόλεως 4 (29.31) PG 86b, 2308C.D.2309C.
[65] ΑΡΧΙΜ. ΣΠ. ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, τόμ. Α΄(Κριτική τοῦ Παπισμοῦ), ἐκδ. Ἀδελφ. Εὐνίκη, Ἀθῆναι 1988, σ. 75: «Ἡ ἀπόφασις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου παραμένει ἀνέκκλητος, διότι δέν ὑπάρχει κριτήριον ἀνώτερον τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
[66] Ἐπιστολή Λέοντος ἀρχιεπισκόπου Ρώμης πρός Ἀνατόλιον ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης, ACO II,1,2,[253]57 (ἤ Mansi 6, 201B).
[67] Πρᾶξις Β΄, 5, 4. (†) ΜΗΤΡΟΠ. ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985, σ. 206 ἑξῆς.
[68] Βλ. σύγκρισιν (Συνημμένον Α΄) τῶν ἐντός τῆς παραγράφου 14 «ὄντες εὐγνώμονες γιά τή διαφορετικότητά μας» (σ. 7) καί «μετανοοῦμε γιά τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν μας καί ἐντός αὐτῶν» (σ. 6) ἤ «Πενθοῦμε ἐπειδή ὑπάρχουν ἐπίσης ὀδυνηρές ἐμπειρίες καταστάσεων, ὅπου ἡ διαφορετικότητα ἔχει τραπεῖ σέ διαίρεση» (παράγραφος 4, σ. 2). Μολονότι εἶναι δόγματα καί ὄχι ἔθη, ἐκεῖνα ὑπέρ ὧν ἀγωνίζεται καί περιχαρακοῦται ἡ Ἐκκλησία.
[69] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύῃ 28, PG 90, 163A.