Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Ο ρόλος της Ουνίας στο διάλογο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς


Εισαγωγή του ιστολογίου μας: Το άρθρο αυτό, κατά τη γνώμη μας, φανερώνει πολύ καθαρά ότι - αν και αναμφίβολα υπάρχουν οικουμενιστές - η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει πέσει συλλήβδην στην αίρεση του Οικουμενισμού, όπως νομίζουν και διατείνονται οι αδελφοί μας του πατρώου εορτολογίου.
Η αντιμετώπιση του Οικουμενισμού, ακόμη κι αν οδηγήσει ενίοτε ορθόδοξους χριστιανούς στη διακοπή της κοινωνίας με συγκεκριμένα εκκλησιαστικά πρόσωπα, δεν μπορεί να οδηγεί σε απόρριψη ολόκληρης της Εκκλησίας ως "αιρετικής" ή "σχισματικής" και ίδρυσης νέας, "γνήσιας" Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΣΗΜΕΡΑ

του Σεβ. Μητροπολίτου Αττικής κ. Παντελεήμονος

Β΄ Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν

Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ἄρχισε ἐπισήμως τό 1980 στήν ἱερή νῆσο Πάτμο καί στή συνέχεια στή Ρόδο. Προηγήθηκε ὁ Διάλογος τῆς Ἀγάπης, ὕστερα ἀπό τήν ἱστορική συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καί τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ στά Ἱεροσόλυμα τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964 καί οἱ ἐργασίες δύο Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν, Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς, πού ἐργάσθηκαν κεχωρισμένα κατά τά ἔτη 1976 καί 1977 καί σέ κοινή συνάντηση στή Ρώμη τόν Ἰούνιο τοῦ 1978, κατά τήν ὁποία κατέληξαν σέ πλήρη συμφωνία γιά τήν θεματολογία καί μεθοδολογία τοῦ Διαλόγου. Κατά τήν συνάντηση στήν Πάτμο καί Ρόδο ὡς γενικό θέμα τῶν συζητήσεων ἐπελέγη “τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος”. Τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξεπροσώπησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος καί ὁ Καθηγητής κ. Μέγας Φαράντος, οἱ ὁποῖοι καί συνεχίζουν νά ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησία μας στόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Τό 1982 συνῆλθε στό Μόναχο ἡ Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ὕστερα ἀπό τήν πρώτη συνάντησή της στήν Πάτμο και Ρόδο, καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό θέμα πού ἐξελέγη πρός συζήτηση κατά τήν πρώτη συνάντηση καί παραλλήλως ἀνέθεσε σέ ὑποεπιτροπές νά μελετήσουν διάφορες πτυχές τοῦ θέματος “Πίστις, Μυστήρια καί ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας”.

Ἡ τρίτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 1983 καί ἐπεξεργάσθηκε τό πιό πάνω θέμα καί ἀκολούθησε ἡ τέταρτη Συνάντηση στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας τό 1986, κατά τήν ὁποία ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται στόν ὁρίζοντα τοῦ Διαλόγου τά πρῶτα σύννεφα. Στήν Συνάντηση τοῦ Μπάρι δέν ἔλαβαν μέρος οἱ Ἐκκλησίες Ρωσίας, Γεωργίας, Ἱεροσολύμων καί Ἑλλάδος. Ἡ ἀπουσία μάλιστα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχε τήν ἔννοια τῆς διαμαρτυρίας γιά διάφορες ἐνέργειες τοῦ Βατικανοῦ, μέ τίς ὁποῖες ἐστήριζε καί ἔμμεσα ἀναγνώριζε τήν σχισματική Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων (ἔκθεση εἰκόνων τῆς “Μακεδονίας” στό Βατικανό, Οὐνία κ.λ.π.).

Ἡ πέμπτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου συνῆλθε τόν Ἰούνιο τοῦ 1988 στό Valaamo τῆς Φινλανδίας, ἐπεξεργάσθηκε καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης καί τήν σημασία τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.

Τόν Ἰούνιο τοῦ 1990 συνῆλθε στο Freising τῆς Γερμανίας (πλησίον τοῦ Μονάχου) ἡ ἕκτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς καί ἐπεξεργάσθηκε τό θέμα “Ἐκκλησιολογικαί καί Κανονικαί συνέπειαι τῆς Μυστηριακῆς Δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, Συνοδικότης καί Αὐθεντία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ”. Ἡ Συνάντηση τοῦ Freising ὑπῆρξε πολύ σημαντική γιά τούς Ὀρθοδόξους, διότι γιά πρώτη φορά ἐξεδόθη ἀπό τήν Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου κείμενο, μέ τό ὁποῖο κατεδικάζετο ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνότητος, πού ἀντιβαίνει στήν κοινή Παράδοση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Τό κείμενο αὐτό ἱκανοποιοῦσε πλήρως τούς Ὀρθοδόξους καί ἀποτελοῦσε σημαντικό σταθμό στήν πορεία τοῦ Διαλόγου.

Ἐν τῷ μεταξύ μετά τήν Περεστρόϊκα καί τήν πτώση τοῦ Κομμουνιστικοῦ Καθεστῶτος στίς χῶρες τοῦ λεγόμενου ὑπαρκτοῦ Σοσιαλισμοῦ τό πρόβλημα τῆς Οὐνίας ἔγινε ὀξύτερο, κυρίως στήν Ρωσία, Οὐκρανία, Λευκορωσία, Ρουμανία καί Τσεχοσλοβακία, διότι οἱ Οὐνῖτες ἄρχισαν νά διεκδικοῦν, συχνά μέ βίαιο τρόπο, Ναούς καί ἐκκλησιαστικά ἀκίνητα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος συνεκάλεσε ἐκτάκτως στήν Κωνσταντινούπολη τόν Δεκέμβριο τοῦ 1992 τήν Διορθόδοξο Θεολογική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά νά ἐκτιμήση τήν ἔκρρυθμη κατάσταση στίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί νά καθορίση τήν στάση τῶν Ὀρθοδόξων στόν Διάλογο. Ἡ Διορθόδοξος Ἐπιτροπή ὁμοφώνως ἀπεφάσισε ὅτι ἡ ἀναβίωση τῆς Οὐνίας συνοδεύεται ἀπό κατάφωρο παραβίαση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί ὅτι ὁ Θεολογικός Διάλογος μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ὀφείλει νά καταστῆ ἀποτελεσματικός μηχανισμός γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων πού δημιουργεῖ ἡ ἀναβίωση τῆς Οὐνίας καί ἑπομένως τό θέμα τῆς Οὐνίας, κάτω ἀπό τίς παροῦσες συνθῆκες, πρέπει νά εἶναι τό μοναδικό τοῦ Διαλόγου.

Κατά τήν ἴδια περίοδο ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ὁ Πρόεδρός της μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ δέχθηκαν πολλές καταγγελίες καί διαμαρτυρίες ἀπό Προκαθημένους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά βιαιοπραγίες καί ἄλλες ἐνέργειες τῶν Οὐνιτῶν εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων. Ἔτσι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀφ’ ἑνός ἀπέστειλε γράμματα διαμαρτυρίας πρός τόν Πάπα γιά τίς βιαιότητες τῶν Οὐνιτῶν πρός τούς Ὀρθοδόξους καί ἀφ’ ἑτέρου ἐδήλωσε διά τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Προπαρασκευαστική Συνάντηση τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τῆς Ρόδου (Ἰούνιος 1993) ὅτι θά ἀπεῖχε ἀπό τήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, πού θά συνήρχετο στό Balamand τοῦ Λιβάνου ὕστερα ἀπό ὁλίγες ἡμέρες.

Τό παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀκολούθησαν καί ἄλλες ὀκτώ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ἔτσι ἡ ἑβδόμη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, συνῆλθε στό Balamand ἀπό 17-24 Ἰουνίου 1993 χωρίς νά μετάσχουν σε αὐτήν ἐννέα Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιζήμιο γιά τούς Ὀρθοδόξους, διότι τό Βατικανό, ἐκμεταλλευόμενο τήν ἀπουσία ἐννέα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί μή ἔχοντας νά ἀντιμετωπίση τήν σθεναρή ἀντίδρασή τους, ἐπέτυχε νά ἀνατρέψη τίς εὐνοϊκές γιά τούς Ὀρθοδόξους ἀποφάσεις τοῦ Freising καί νά δικαιώση τήν ὕπαρξη τῆς Οὐνίας. Τό κείμενο πού ἐξέδωκε ἡ ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου στό Balamand ἔγινε στόχος αὐστηρῆς κριτικῆς ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί κυρίως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπό ἐμπεριστατωμένη εἰσήγηση τῆς Μονίμου Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, τό ἀπέρριψε ὡς ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο καί θεολογικῶς διάτρητο καί μέ τό ἀπό 15-12-1994 ἐπίσημο ἔγγραφό της ἐκοινοποίησε τίς θέσεις της ἐπί τοῦ ἐπιμάχου τούτου κειμένου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί σέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Μετά τήν Συνάντηση τοῦ Balamand οἱ περισσότερες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐπέδειξαν ἀπροθυμία νά συμπράξουν στήν συνέχιση τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ἔτσι ὁ Διάλογος ἀνεστάλη ὥς τό 1997 καί 1998, ὁπότε συνῆλθε δύο φορές ἡ Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου στήν Arricia τῆς Ἰταλίας καί ἐτοίμασε ἕνα κείμενο γιά τό θέμα τῆς “ὑπάρξεως τῆς Οὐνίας ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιολογικῆς”.

Ἡ ὀγδόη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε ἀπό 9-19 Ἰουλίου τοῦ 2000 στή Βαλτιμόρη τῶν Η.Π.Α. ὑπό τήν συνπροεδρία τοῦ Καρδιναλίου Cassidy καί τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ, γιά νά ἐπεξεργασθῆ τό κείμενο περί τῆς ἐκκλησιατικῆς καταστάσεως τῆς Οὐνίας, πού εἶχε ἐτοιμάσει ἡ Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή στήν Arricia τό 1998. Ὅμως οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐκπρόσωποι ἐθεώρησαν τό ἀπό κοινοῦ ἐγκριθέν κείμενο τῆς Arricia πολύ σκληρό γιά τήν Οὐνία. Εἰς αὐτό συνετέλεσε ἐπιστολή τοῦ Πάπα πρός τόν ἐπικεφαλῆς τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Βατικανοῦ Καρδινάλιον Cassidy, μέ τήν ὁποία ὑπενθυμίζετο σ’ αὐτόν ὅτι “διά τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν αἱ Ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι ἔχουν τό αὐτό κῦρος(dignity) τό ὁποῖον ἔχουν καί ὅλαι αἱ λοιπαί Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς πλήρη κοινωνίαν μέ τόν Ἐπίσκοπον τῆς Ρώμης”. 


Ἡ παπική ἐπιστολή ἀρχικῶς ἀπεκρύβη ἀπό τήν Ἀντιπροσωπεία τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά τελικῶς ὁ Καρδινάλιος Cassidy, κάτω ἀπό τήν ἐπιμονή τῶν Ὀρθοδόξων καί κυρίως τοῦ Καθηγητοῦ κ. Μέγα Φαράντου, ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἠναγκάσθη νά τήν παρουσιάση. Ἀκολούθησαν ἔντονες συζητήσεις, διχογνωμίες καί ἀντεγκλήσεις ὄχι μόνον μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀλλά καί μεταξύ τῶν μελῶν τῶν ἰδίων Ἀντιπροσωπειῶν, μέ ἀποτέλεσμα ἡ Ὁλομέλεια νά μή μπορέση νά ἐπεξεργασθῆ καί νά ἐγκρίνη ἕνα κοινό κείμενο καταδίκης τῆς Οὐνίας καί περιορίσθηκε στήν σύνταξη ἑνός τυπικοῦ κοινοῦ ἀνακοινωθέντος μέ τό ὁποῖο ἔληξαν οἱ ἐργασίες τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου.

Μετά τήν συνάντηση τῆς Βαλτιμόρης ὁ Ρωμαιοκαθολικός Συμπρόεδρος Καρδινάλιος Cassidy παρητήθη λόγῳ ὁρίου ἡλικίας καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τόν Καρδινάλιο W. Kasper. Παρητήθη ἐπίσης καί ὁ Ὀρθόδοξος Συμπρόεδρος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανός καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ.Ἰωάννη. Ἄν λάβωμε ὑπ’ ὄψιν τίς θέσεις τοῦ Βατικανοῦ, πού διετυπώθησαν κατά τήν Συνάντηση τῆς Βαλτιμόρης, δέν φαίνεται εὐοίωνο τό μέλλον τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ἀφοῦ σύμφωνα μέ ρητή ἐντολή τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού ἀκολουθεῖ τήν ἀπόφαση τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου, ἡ Διορθόδοξος Θεολογική Ἀντιπροσωπεία στόν Διάλογο δέν δύναται νά προχωρήση στή συζήτηση ἄλλων θεολογικῶν θεμάτων μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς πρίν νά γίνη ἀπό κοινοῦ ἀποδεκτή ἡ καταδίκη τῆς Οὐνίας. Ἔτσι σήμερα ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν παραμένει στάσιμος, παρά τήν ἐπιθυμία καί τῶν δύο μερῶν γιά τήν συνέχιση καί τήν πρόοδό του. Ἡ ἐπιθυμία αὐτή ἀποτυπώνεται καί στήν κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β΄ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά τήν τελευταία συνάντησή τους στήν Ρώμη μέ τήν εὐκαιρία τῆς θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Βατικανοῦ (21-6-2004). 


Ἡ κοινή Δήλωση μεταξύ ἄλλων λέγει: “ Ὀφείλομεν νά συνεχίσωμεν τό ὁριστικόν καθῆκον ἡμῶν ἐπανενεργοποιήσεως (τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου τῆς Καθολικῆς μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) τό ταχύτερον δυνατόν”… “ Ἡ σημερινή συνάντησις ἡμῶν ἐν Ρώμῃ ἐπιτρέπει ἡμῖν, ἐπί πλέον, ὅπως ἀδελφικῶς ἀντιμετωπίσωμεν μερικά προβλήματα καί παρεξηγήσεις τά ὁποῖα προσφάτως προέκυψαν. Ἡ μακρά ἐφαρμογή τοῦ Διαλόγου Ἀγάπης ἔρχεται εἰς συνδρομήν ἡμῶν, ὥστε νά ἀντιμετωπίσωμεν τάς δυσκολίας ἐν ἠρεμίᾳ καί νά μή ἐπιβραδύνωμεν ἤ καί ἀμαυρώσωμεν τήν συντελεσθεῖσαν πορείαν πρός πλήρη κοινωνίαν ἐν Χριστῷ. Ἐνώπιον ἑνός κόσμου, ὅστις ὑποφέρει ἐκ τῶν πάσης φύσεως διαιρέσεων καί ἀνισοτήτων, ἡ σημερινή συνάντησις ἡμῶν ἐπιθυμεῖ, ὅπως κατά τρόπον συγκεκριμένον καί δυναμικόν ἐπισημάνη τήν σπουδαιότητα τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ Χριστιανοί καί αἱ Ἐκκλησίαι ζῶσιν ἐν εἰρήνῃ καί ἁρμονίᾳ μετ’ ἀλλήλων, ἐπί συνεπεῖ ἐπιβεβαιώσει τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος κατά τρόπον πιστότερον καί πειστικώτερον”.

Παρακαλώ, και:

Ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας Β΄ προς τον Πάπα Φραγκίσκο : «Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα»... 
Απόφαση σοκ της Ιεραρχίας: Η Ρωμαιοκαθολική δεν είναι Εκκλησία
Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες του ν.ημ. δεν έχουν απαρνηθή την Ορθόδοξο εκκλησιολογία
 
Νεοημερολογίτες κατά Οικουμενισμού 
Γέροντες του ν.ημ. και Οικουμενισμός
Γόρτυνος Ιερεμίας: Ο παπισμός είναι αίρεση και ο Οικουμενισμός είναι παναίρεση!
Ο Οικουμενισμός επί Τουρκοκρατίας και η αντίδραση των τότε αγίων 

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Για το ζήτημα της Μονής Εσφιγμένου...


Η ανεκδιήγητη, νομίζω, αυτή φωτογραφία από εδώ
Σημείωση 20.3.17: Πληροφορούμαι ότι η παραπάνω φωτογραφία είναι πλαστή, όχι αληθινή. Το εύχομαι.

Για το ζήτημα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου του Αγίου Όρους δεν έχουμε πάρει θέση, αν και θα θέλαμε. Ο λόγος, που τον εξομολογούμαστε και αυτή η εξομολόγηση είναι ένα είδος τοποθέτησης, είναι ότι νιώθουμε αδυναμία να εξακριβώσουμε ποιος έχει δίκιο και ποια οπτική των γεγονότων και των καταστάσεων είναι αληθής.
Οι ζηλωτές Εσφιγμενίτες κατηγορούνται για βιαιότητα, σκληρότητα, φανατισμό, ανεντιμότητα... Το ίδιο, εκείνοι κατηγορούν τους αντιπάλους τους, τη μερίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Από τούτη τη γωνιά της γης και τη γωνιά του κυβερνοχώρου, όπου παροικούμε, πώς μπορούμε να ξέρουμε ποιος λέει αλήθεια;
Ο καθένας όμως ξέρει για τον εαυτό του και καλό είναι όλοι να δουλέψουν (να δουλέψουμε) με τον εαυτό τους και με το Χριστό, ενάντια στα πάθη και υπέρ της αγάπης, όχι μόνο προς την αληθεια, αλλά και προς το Χριστό και τους αδελφούς μας.
Ας σταματήσουν οι διαμάχες και τα ψέματα, απ' όπου κι αν εκπορεύονται. Μόνο ο διάβολος χαίρεται και αυτόν υπηρετούν όσοι ψεύδονται κατά των αδελφών τους.
Και επιτέλους, ας καθίσουν όλοι στο ίδιο τραπέζι να λύσουν τα προβλήματα της Εκκλησίας - τα προβλήματα που μας χωρίζουν - συζητώντας και προσευχόμενοι, όχι κραυγάζοντας εκατέρωθεν. Ας μη γινόμαστε μητραλοίες.
Λυπάμαι, αυτό μόνο λέω. Ο Χριστός ας μας φωτίζει όλους και η Θεοτόκος με όλους τους Εσφιγμενίτες αγίους του παρελθόντος ας βοηθήσουν στην επίλυση των προβλημάτων, που ταλαιπωρούν την Εκκλησία και τους ορθόδοξους χριστιανούς και μας εκθέτουν στα μάτια των ταλαίπωρων και πλανημένων αδελφών μας άθεων κτλ, για τους οποίους αναρωτιέμαι αν νοιάζεται κανείς, πέρα απ' το Χριστό...
Αμήν.


Αυτή η φωτο (δεν ξέρω ποιος είναι) από εδώ, όπου διαβάζουμε και:
Η νέα αδελφότητα Εσφιγμένου (αναγνωρισμένη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) είχε εκδώσει ανακοίνωση σχετικά με τα επεισόδια, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Εκατό μέτρα από τον πανίερο ναό του Πρωτάτου και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους οι καταληψίες των κτιρίων της Μονής μας αρνήθηκαν την παράδοση του κατειλημμένου τμήματος του Αντιπροσωπείου των Καρυών σε δικαστικό επιμελητή που ήλθε να εκτελέσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και του έριξαν τρεις μολότοφ και έναν εκρηκτικό μηχανισμό».
Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η ανακοίνωση της η παλαιάς αδελφότητας, μοναχοί της οποίας έχουν τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα: «Γιατί ως αμυνόμενοι διαπράξαμε και έγκλημα κατά ζωής; Πετάξαμε λέει εκρηκτικά, μετά στουπί, μετά πέτρες, την ίδια ώρα που το σκαπτικό έπεφτε στην πόρτα μας. Εκρηκτικά δεν πετάξαμε ποτέ... Αφορμή ήταν για να νομιμοποιήσουν την όποια αστυνομική επέμβαση εναντίον των μοναχών μας... Είδαν απλά ότι η αστυνομική συνοδεία δεν βοήθησε και έψαχναν αφορμή για να μπουν τα ΜΑΤ να δείρουν τα γερόντια. Πότε ξανά έχετε δει αστυνομική παρουσία - συνοδεία σε ιδιωτική προβοκάτσια; Έλεος!».
Τελικά ποιος έδειρε ποιον; Αναρωτιέμαι. Πότε θα σταματήσει αυτό το ρεζιλίκι;
Ο Θεός να βάλει το χέρι Του, αδελφοί. Μόνον αυτό!

Μια γεύση από την επικαιρότητα για την Ιερά Μονή Εσφιγμένου στο Διαδίκτυο
Φωτογραφίες
Δείτε και βίντεο, αν έχετε αντοχές. Στη δεξιά στήλη της σελίδας θα βρείτε πολλά βίντεο που εκφράζουν και τις δύο απόψεις. Άντε να βγάλεις άκρη. 

Χριστούγεννα με το παλαιό ημερολόγιο, 7 Ιανουαρίου 2017, στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αφρικής


Ζάμπια
 
Ιερά Μητρόπολις Ζάμπιας και Μαλάουι
Στον Ορθόδοξο Αμπελώνα της Αφρικής

7 Ιανουαρίου 2017
7 Ιανουαρίου: Χριστούγεννα των Σλάβων -
Σύναξη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

Σήμερα Σάββατο 7 Ιανουαρίου στην Ιερά Μητρόπολη Ζάμπιας τελέσθηκε Θεία Λειτουργία για τους Ορθόδοξους αδελφούς μας Σλάβους, που στις 7 του Γενάρη γιορτάζουν τα Χριστούγεννα!
Στη θεία Λειτουργία ιερούργησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιωάννης ο οποίος μετέφερε τις ευχές της Α.Θ.Μ. του Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεοδώρου,
Ακολούθησε γεύμα στη στη μητροπολιτική κατοικία με παραδοσιακά φαγητά από διάφορες χώρες που ετοίμασαν οι κυρίες της Εκκλησίας μας.



Ρουάντα

Στον Ορθόδοξο Αμπελώνα της Αφρικής


His Grace Innocentios, the Bishop of Orthodox Diocese of Burundi, Rwanda and Eastern Congo celebrating the night vigil of Christmas to the community of people following the Julian calendar who live in Kigali, Rwanda.
"Your Nativity, O Christ our God, Has shone to the world the Light of wisdom! For by it, those who worshipped the stars, Were taught by a Star to adore You, The Sun of Righteousness, And to know You, the Orient from on High. O Lord, glory to You!"...



Επισκεφθείτε και:

7 Ιανουαρίου: Χριστούγεννα με το Παλαιό Εορτολόγιο - του άη Γιάννη με το Νέο

Η σύνθετη ιστορία της χρήσης του ημερολογίου από την Εκκλησία


Του Ιωάννη Φουντούλη
Από το βιβλίο "Λογική Λατρεία", εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Περιοδικό "Πειραϊκή Εκκλησία" έτος 23ο, τεύχος 244. Ιανουάριος 2013.

ΟΟΔΕ

"Συγχώρησις": Το άρθρο αυτό, κατά τη γνώμη μας, φανερώνει ότι η μεταβολή του ημερολογίου δεν είναι δογματικό ζήτημα, ούτε πραγματική αφορμή για σχίσματα. Επίσης, το ημερολόγιο είναι πολιτικό και όχι εκκλησιαστικό προϊόν. Όλα τα ημερολόγια που έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί από το κράτος (και υιοθετηθεί από την Εκκλησία) είναι κοσμικά. Δείτε επίσης, παρακαλώ:


 

Χωρίς όμως η Εκκλησία να αρνηθεί τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας της και χωρίς να δουλωθεί στους καιρούς του κόσμου τούτου, ήταν επόμενο και να μην μπορεί να παραβλέψει την διάκριση καιρών και ενιαυτών. Δεν είναι μόνο θείος οργανισμός, αλλά και ανθρώπινος. Δεν είναι μόνο υπερκόσμιος, αλλά και εγκόσμιος. Τέλειος τύπος συγκερασμού των δύο αυτών στοιχείων, της εδόθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό. 

Όπως εκείνος ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα, όπως οι δύο φύσεις ηνώθησαν στον θεάνθρωπο Χριστό αρμονικά και αχώριστα, έτσι ακριβώς και η Εκκλησία κατά το πρότυπο της κεφαλής της, διεμορφώθη σε θεανθρώπινο οργανισμό. Και η λατρεία της ακριβώς συνεκέρασε το θείο και το ανθρώπινο ατρέπτως και αχωρίστως και όπως δε ακριβώς η θεία φύσις στον Χριστό προσέλαβε και θέωσε και την ανθρώπινη, έτσι και η λατρεία της Εκκλησίας προσέλαβε και εξαγίασε τα σχήματα του κόσμου τούτου. Τα εξεχριστιάνισε, τα εθέωσε. Δεν τα απέρριψε ούτε τα συνέτριψε, όπως και ο Χριστός δεν απέρριψε ούτε κατέκαυσε με το πυρ της θεότητος το οστράκινο σκεύος της ανθρωπίνης σαρκός που περιεβλήθη.

Την 1η Ιανουαρίου εόρτασε η Εκκλησία μας την περιτομή του Χριστού και την μνήμη του αγίου Βασιλείου του μεγάλου. Το διπλό αυτό εορτολόγικό περιεχόμενο έχει μία λαμπρή εκπροσώπηση στην ακολουθία της ημέρας. Και δικαίως, γιατί η μεν περιτομή και ονοματοδοσία του Χριστού κατά την 8η ημέρα από της γεννήσεώς του αποτελεί, όπως λέγαμε στην προηγούμενη εκπομπή, την βεβαίωση της σαρκώσεως και της προσλήψεως από τον Λόγο του Θεού της τελείας ανθρώπινης μορφής αναλλοιώτως και της εισόδου του στον λαό του Θεού.

Ο μέγας Βασίλειος είναι ο αληθινά μέγας ιεράρχης, που με την αγιότητα του βίου του, τα σοφά του συγγράμματα και την έξοχο δράση του ανεδείχθη πατήρ και φωστήρ της Εκκλησίας του Χριστού, εφάμιλλο του οποίου δεν εγνώρισε ίσως άλλον ο χριστιανικός κόσμος. Και η δεσποτική εορτή της περιτομής και η μνήμη του μεγάλου Βασιλείου περιττό να πούμε ότι δεν έχουν καμία σχέση προς την έναρξη του έτους, την πρωτοχρονιά. Η περιτομή ετέθη την 1η Ιανουαρίου, γιατί αυτή είναι η όγδοη ημέρα από τα Χριστούγεννα. Η μνήμη του μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 συνέβη ο θάνατος, (η κοίμησις επί το χριστιανικότερον), του αγίου πατρός. Η σύνδεσις του δευτέρου προς την πρωτοχρονιά, τα δώρα, τα γλυκίσματα κλπ, έχει καθαρώς λαογραφικό χαρακτήρα.

Η Εκκλησία επισήμως φαίνεται σαν να αγνοεί την αλλαγή του έτους, τις πανηγύρεις και τις εκδηλώσεις που την συνοδεύουν, και σαν να ζει σε ένα άλλο δικό της κόσμο, που δεν επηρεάζεται από την αλλοίωση των φθαρτών και ρεόντων χρονικών συστημάτων του πρόσκαιρου αυτού κόσμου.

Ομολογουμένως αυτό δεν θα ήταν ασύμφωνο προς τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας μας. Για τον άναρχο, αιώνιο και ατελεύτητο Θεό, ημέρες, μήνες και έτη δεν υπάρχουν. Χίλια έτη για εκείνον είναι σαν την χθεσινή ημέρα που πέρασε και σαν ένα τρίωρο νυχτερινής φρουράς, κατά των Ψαλμωδό (Ψαλμός 89: 4). Ή, όπως συμπληρώνει ο απόστολος Πέτρος, "μία ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία" (Β΄ Πέτρου: 8). Αυτήν ακριβώς την προσήλωση και την δουλική προσκόλληση στα ασθενή και πτωχά στοιχεία των κοσμικών υπολογισμών καταδικάζει και ο απόστολος Παύλος γράφοντας στους Γαλάτας: "ημέρας παρατηρείσθε και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς; Φοβούμαι υμάς μήπως εική κεκοπίακα εις υμάς." (Γαλάτας 4: 10).

Χωρίς όμως η Εκκλησία να αρνηθεί τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας της και χωρίς να δουλωθεί στους καιρούς του κόσμου τούτου, ήταν επόμενο και να μην μπορεί να παραβλέψει την διάκριση καιρών και ενιαυτών. Δεν είναι μόνο θείος οργανισμός, αλλά και ανθρώπινος. Δεν είναι μόνο υπερκόσμιος, αλλά και εγκόσμιος. Τέλειος τύπος συγκερασμού των δύο αυτών στοιχείων, της εδόθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό. Όπως εκείνος ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα, όπως οι δύο φύσεις ηνώθησαν στον θεάνθρωπο Χριστό αρμονικά και αχώριστα, έτσι ακριβώς και η Εκκλησία κατά το πρότυπο της κεφαλής της, διεμορφώθη σε θεανθρώπινο οργανισμό. Και η λατρεία της ακριβώς συνεκέρασε το θείο και το ανθρώπινο ατρέπτως και αχωρίστως και όπως δε ακριβώς η θεία φύσις στον Χριστό προσέλαβε και θέωσε και την ανθρώπινη, έτσι και η λατρεία της Εκκλησίας προσέλαβε και εξαγίασε τα σχήματα του κόσμου τούτου. Τα εξεχριστιάνισε, τα εθέωσε. Δεν τα απέρριψε ούτε τα συνέτριψε, όπως και ο Χριστός δεν απέρριψε ούτε κατέκαυσε με το πυρ της θεότητος το οστράκινο σκεύος της ανθρωπίνης σαρκός που περιεβλήθη.

Την εφαρμογή των ανωτέρω ευρίσκομε και στο εορτολόγιο της Εκκλησίας. Όταν ακούστηκε στον κόσμο το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και συνεκροτήθη η Εκκλησία, δεν εφρόντισε να εφεύρει κανένα νέο ημερολόγιο ούτε να επινοήσει νέες υπερκόσμιες χρονικές υποδιαιρέσεις. Στα μέρη όπου διεδόθη, βρήκε πολλά συστήματα καταμέτρησης του χρόνου, διάφορα ημερολόγια. Τα υιοθέτησε και τα εξεχριστιάνισε.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είδαμε στην αναδρομή που εκάμαμε κατά καιρούς στο Λειτουργικό Έτος. Τις ιερές ημέρες των ημερολογίων των Εβραίων και των ειδωλολατρών δεν τις κατήργησε· τις εβάπτισε εις Χριστόν και τις ενέδυσε τον Χριστόν, όπως και τους Εβραίους και τους ειδωλολάτρες. Η 14η τού Νισάν με το Πάσχα των Εβραίων, η ανάμνηση της διαβάσεως της Ερυθράς Θαλάσσης, έγινε Πάσχα Κυρίου, διάβασις του Χριστού και όλων ημών μαζί Του, εκ του θανάτου εις την ζωήν.

Η εορτή της παραδόσεως του Νόμου και του Θερισμού, η Πεντηκοστή, έγινε εορτή της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ενάρξεως του πνευματικού θερισμού. Το Σάββατο, η εβδομαδιαία εορτή της κατάπαυσης των έργων, έγινε Κυριακή, η εβδομαδιαία εορτή της αναστάσεως. Η 25η Δεκεμβρίου, ειδωλολατρική εορτή της γεννήσεως του ήλιου, έγινε εορτή της γεννήσεως του Ήλιου της Δικαιοσύνης, του Χριστού, κ.ο.κ.

Και η 1η του έτους;

Εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα, γι' αυτό και η ιστορία του εκχριστιανισμού της πρωτοχρονιάς είναι μακρά και ανώμαλος. Ίσως όμως γι' αυτό έχει και περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν θα παρακολουθήσουμε όλον αυτόν τον λαβύρινθο. Και μόνο μία ματιά στο πλήθος και στην ποικιλία των ημερολογίων που βρήκε ο Χριστιανισμός κατά την πρώτη περίοδο της ζωής του, είναι ικανή να μας δημιουργήσει την εντύπωση βιβλικής Βαβέλ.

Σχεδόν κάθε πόλις και περιοχή είχε το δικό της ημερολόγιο, που πολλές φορές και αυτό διακρίνετο σε παλαιό και σε νέο. Αυτό κυρίως οφείλετο στην έλλειψη σταθερού κριτηρίου για τη μέτρηση του χρόνου, φυσικά και στην διάσπαση των λαών της γης. Ο ήλιος και η σελήνη και τα φυσικά φαινόμενα έδιδαν σε όλους τους λαούς τα μέτρα της διαιρέσεως του χρόνου. Το γράφει και η Γένεσις:

"Και είπεν ο Θεός· γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης, του διαχωρίζειν ανά μέσον της ημέρας και ανά μέσον της νυκτός· και έστωσαν εις σημεία και εις καιρούς και εις ημέρας και εις ενιαυτούς" (Γένεσις 1: 14).

Αλλά από του σημείου αυτού μέχρι του να υπάρξει κοινός τρόπος καταμέτρησης του χρόνου η απόστασις είναι μεγάλη. Το ηλιακό και το σεληνιακό έτος, η εναλλαγή των εποχών του έτους και των φάσεων της σελήνης, δεν μας δίνουν το ίδιο μέτρο. Ούτε ήταν εύκολος, ιδίως με τις αστρονομικές γνώσεις της εποχής, ο υπολογισμός με απόλυτη ακρίβεια της διάρκειας των περιόδων αυτών.

Ας προστεθεί σε αυτά και η παράλογη πολλές φορές, (ιδίως σε τέτοιου είδους θέματα), συντηρητικότης των ανθρώπων που προτιμούν να μένουν προσκολλημένοι σε μία παλαιά, αποδεδειγμένως εσφαλμένη, μορφή, από φόβο προς το νέο και το άγνωστο.

Ειδικότερα για την εκλογή της ημέρας της ενάρξεως του έτους το κριτήριο ήταν ακόμη περισσότερο ασταθές, ανάλογα με τις προϋποθέσεις που επικρατούσαν. Αν δηλαδή θα λαμβάνετο ως αρχή το ηλιοστάσιο και ποιο από τα δύο, το θερινό ή το χειμερινό, αν η Ισημερία και ποια από τις δύο, η εαρινή ή η φθινοπωρινή, αν οι εποχές του έτους και ποια από τις τέσσαρες, αν καμία θρησκευτική εορτή ή κάποιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Όλοι αυτοί οι σταθμοί χρησιμοποιούνται ως αφετηρία του έτους στα επιμέρους τοπικά ημερολόγιο. Πολλές φορές έχουμε στο ίδιο ημερολόγιο διάφορες πρωτοχρονιές, παλαιά και νεωτέρα, θρησκευτική και πολιτική, κλπ.

Έτσι στη Ρώμη κατά το παλαιό ημερολόγιο του Νουμά Πομπιλίου αρχή του έτους ήταν η 1η Μαρτίου, του πρώτου μηνός της Ανοίξεως. Από αυτό το ημερολόγιο διατηρούνται ακόμη τα ονόματα του 7ου, 8ου, 9ου και 10ου του μηνός (Σεπτέμβριος Οκτώβριος Νοέμβριος και Δεκέμβριος), καίτοι κατά το νεότερο ημερολόγιο η αρίθμησίς των είναι διαφορετική.

Ο Ιούλιος Καίσαρ μεταρρύθμισε το ημερολόγιο του Νουμά το έτος 45 π.Χ. (Ιουλιανό ημερολόγιο) και πρώτη του έτους καθορίσθη η 1η Ιανουαρίου. Η ημέρα αυτή εορτάζετο από τους εθνικούς με μεγάλη επισημότητα, θυσίες, μεταμφιέσεις, τυχερά παιχνίδια, μέθες και όργια. Μερικά από τα έθιμα αυτά επιβίωσαν και στις χριστιανικές κοινωνίες, παρά την αντίδραση των πατέρων και της απαγορεύσεις των συνόδων. Η 1η Ιανουαρίου πάντως παρέμεινε ως πρώτη του έτους στη Δύση και μετά την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, αν και σε ορισμένα μέρη της ως 1η του έτους εθεωρείτο η 1η Μαρτίου, η παλαιά πρωτοχρονιά, τα Χριστούγεννα, ο Ευαγγελισμός ή το Πάσχα.

Στην Ανατολή υπήρχαν περισσότερα ημερολόγια και περισσότερες πρωτοχρονιές. Οι Εβραίοι ως πρώτο μήνα θεωρούσαν τον σεληνιακό μήνα Νισάν, τον πρώτο της Ανοίξεως κατά την πανσέληνο του οποίου (14 Νισάν) εόρταζαν το Πάσχα. Αργότερα ως πρώτο μήνα όρισαν τον Τισρί, τον πρώτο σεληνιακό μήνα του Φθινοπώρου. Επί μακρό πάντως χρονικό διάστημα συνυπήρχαν οι δύο πρωτοχρονιές, η 1η του Νισάν και η 1η του Τισρί.

Τα περισσότερα τοπικά προχριστιανικά ημερολόγια της Ανατολής, όπως της Μικράς Ασίας και της Εφέσου, της Κρήτης, της Κύπρου, της Βιθυνίας και της Ηλιουπόλεως της Συρίας, είχαν ως πρωτοχρονιά την ημέρα της φθινοπωρινής Ισημερίας, την 24η Σεπτεμβρίου, ή την πλησιέστερη προς αυτήν αρχή νέου μηνός, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου, όπως τα ημερολόγια της Αντιόχειας και της Σελεύκειας της Συρίας.

Η 23η Σεπτεμβρίου εν τω μεταξύ έγινε η εθνική εορτή του Ρωμαϊκού κράτους γιατί ήταν η γενέθλιος ημέρα του Οκταβιανού Αυγούστου. Στην 23η λοιπόν του Σεπτεμβρίου μετετέθη από την 24η η 1η του έτους. Η 23η Σεπτεμβρίου ορίσθη το 312 μ.Χ. ως αρχή της Ινδίκτου ή της Ινδικτιώνος, δηλαδή της περιόδου του περί φόρου ρωμαϊκού διατάγματος, που ίσχυε για 15 έτη. Ίνδικτος βραδύτερον κατήντησε να σημαίνει και την περίοδο ενός έτους, αρχή δε της Ινδίκτου την πρωτοχρονιά.

Αυτήν την πρωτοχρονιά της 23ης Σεπτεμβρίου εδέχθη κατά πρώτον και εξεχριστιάνισε και η Εκκλησία της Ανατολής. Σε αυτήν ετέθη το πρώτο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας η σύλληψη του Βαπτιστού.

Από αυτήν ή την μετά από αυτήν Δευτέρα, ήρχιζεν η κατά συνέχειαν ανάγνωσις του Ευαγγελίου, από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο, που εκτός από την σύλληψη του Βαπτιστού, μας αφηγείται και άλλα γεγονότα της αρχής της ιστορίας της Καινής Διαθήκης, που δεν μας διέσωσαν οι άλλοι ευαγγελιστές, όπως στον ευαγγελισμό της Θεοτόκου την επίσκεψη στην Ελισάβετ και την γέννηση του Προδρόμου.

Το έτος 462 μ.Χ. μετετέθη η πρώτη του έτους στην 1η Σεπτεμβρίου για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει 1η του έτους και πρώτη του μηνός. Η ημέρα αυτή ήταν στο εξής η αρχή της Ινδίκτου, η πρωτοχρονιά, καθ' όλη τη βυζαντινή περίοδο. Και αυτή καθηγιάσθη από την Εκκλησία.

Η ακολουθία της 1ης Σεπτεμβρίου που περιέχεται σήμερα στα λειτουργικά μας βιβλία, αναφέρεται κατά μέγα μέρος στην πρώτη του έτους. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της λειτουργίας ελήφθη πάλι από τον ευαγγελιστή Λουκά, που περιγράφει την πρώτη δημόσια εμφάνιση του Κυρίου στη συναγωγή της Ναζαρέτ και το πρώτο του κήρυγμα για τον "ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν" (Λουκάς 4: 16 και εξής).

Το τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Ι΄ αιώνα προβλέπει λιτανεία "εις τον φόρον" και το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης του ΙΕ΄ αιώνος λιτανεία ανά την πόλιν και αγιασμό υδάτων. Το τελευταίο αυτό μας διασώζει και τις αιτήσεις της εκτενούς, που ελέγοντο από τον αρχιερέα ή στο τέλος της λιτανείας:

"Υπέρ της οικουμενικής καταστάσεως και ευσταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών και της των πάντων ενώσεως...", "υπέρ της απολυτρώσεως των ψυχών ημών και υπέρ του συντριβήναι τον Σατανάν υπό τους πόδας ημών και υπέρ του άσειστον και άφλεκτον και αναίμακτον διαφυλαχθήναι την πόλιν ταύτην και πάσαν πόλιν και χώραν..."

Όταν κατά τους νεότερους χρόνους η Ρωμαϊκή πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου ήρθε και στην Ανατολή, η Εκκλησία για διάφορους λόγους δεν είχε πια την δύναμη να την αφομοιώσει και να την εκχριστιανίσει. Έμεινε προσκολλημένη στη μεσαιωνική της πρωτοχρονιά, στην αρχή της Ινδίκτου, την 1η Σεπτεμβρίου, σε μία ημέρα που δεν ήταν πια πρωτοχρονιά.

Κατά την 1η Ιανουαρίου ακούγονται σήμερα στους ναούς μας λόγοι για την πρώτη του έτους κατά το κήρυγμα - και αυτό είναι μέρος της θείας λατρείας - και στο τέλος της λειτουργίας γίνεται μία δοξολογία αναίμακτη με δέηση για την ευλογία του νέου χρόνου που έχει εισαχθεί κάπως εμβαλωματικά στο κατά τα άλλα άσχετο προς την πρώτη του έτους λειτουργικό περιεχόμενο της ημέρας. Ένα απαράμιλλο όμως κάλλους υμνογραφικό υλικό μένει ανεκμετάλλευτο, καταχωσμένο κάτω από τα ερείπια της παλαιάς πρωτοχρονιάς, της 1ης Σεπτεμβρίου.


Δείτε επίσης:  

Το νέο ημερολόγιο δεν είναι το Γρηγοριανό, αλλά το Ιουλιανό, διορθωμένο
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου - Περί ημερομηνιών και χρόνων και περί σχισμάτων
Ο Οικουμενισμός επί Τουρκοκρατίας και η αντίδραση των τότε αγίων...
Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες του ν.ημ. δεν έχουν απαρνηθή την Ορθόδοξο εκκλησιολογία