Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Ο ρόλος της Ουνίας στο διάλογο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Ρωμαιοκαθολικούς


Εισαγωγή του ιστολογίου μας: Το άρθρο αυτό, κατά τη γνώμη μας, φανερώνει πολύ καθαρά ότι - αν και αναμφίβολα υπάρχουν οικουμενιστές - η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει πέσει συλλήβδην στην αίρεση του Οικουμενισμού, όπως νομίζουν και διατείνονται οι αδελφοί μας του πατρώου εορτολογίου.
Η αντιμετώπιση του Οικουμενισμού, ακόμη κι αν οδηγήσει ενίοτε ορθόδοξους χριστιανούς στη διακοπή της κοινωνίας με συγκεκριμένα εκκλησιαστικά πρόσωπα, δεν μπορεί να οδηγεί σε απόρριψη ολόκληρης της Εκκλησίας ως "αιρετικής" ή "σχισματικής" και ίδρυσης νέας, "γνήσιας" Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΣΗΜΕΡΑ

του Σεβ. Μητροπολίτου Αττικής κ. Παντελεήμονος

Β΄ Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν

Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ἄρχισε ἐπισήμως τό 1980 στήν ἱερή νῆσο Πάτμο καί στή συνέχεια στή Ρόδο. Προηγήθηκε ὁ Διάλογος τῆς Ἀγάπης, ὕστερα ἀπό τήν ἱστορική συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καί τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ στά Ἱεροσόλυμα τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964 καί οἱ ἐργασίες δύο Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν, Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς, πού ἐργάσθηκαν κεχωρισμένα κατά τά ἔτη 1976 καί 1977 καί σέ κοινή συνάντηση στή Ρώμη τόν Ἰούνιο τοῦ 1978, κατά τήν ὁποία κατέληξαν σέ πλήρη συμφωνία γιά τήν θεματολογία καί μεθοδολογία τοῦ Διαλόγου. Κατά τήν συνάντηση στήν Πάτμο καί Ρόδο ὡς γενικό θέμα τῶν συζητήσεων ἐπελέγη “τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος”. Τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξεπροσώπησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος καί ὁ Καθηγητής κ. Μέγας Φαράντος, οἱ ὁποῖοι καί συνεχίζουν νά ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησία μας στόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Τό 1982 συνῆλθε στό Μόναχο ἡ Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ὕστερα ἀπό τήν πρώτη συνάντησή της στήν Πάτμο και Ρόδο, καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό θέμα πού ἐξελέγη πρός συζήτηση κατά τήν πρώτη συνάντηση καί παραλλήλως ἀνέθεσε σέ ὑποεπιτροπές νά μελετήσουν διάφορες πτυχές τοῦ θέματος “Πίστις, Μυστήρια καί ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας”.

Ἡ τρίτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 1983 καί ἐπεξεργάσθηκε τό πιό πάνω θέμα καί ἀκολούθησε ἡ τέταρτη Συνάντηση στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας τό 1986, κατά τήν ὁποία ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται στόν ὁρίζοντα τοῦ Διαλόγου τά πρῶτα σύννεφα. Στήν Συνάντηση τοῦ Μπάρι δέν ἔλαβαν μέρος οἱ Ἐκκλησίες Ρωσίας, Γεωργίας, Ἱεροσολύμων καί Ἑλλάδος. Ἡ ἀπουσία μάλιστα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχε τήν ἔννοια τῆς διαμαρτυρίας γιά διάφορες ἐνέργειες τοῦ Βατικανοῦ, μέ τίς ὁποῖες ἐστήριζε καί ἔμμεσα ἀναγνώριζε τήν σχισματική Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων (ἔκθεση εἰκόνων τῆς “Μακεδονίας” στό Βατικανό, Οὐνία κ.λ.π.).

Ἡ πέμπτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου συνῆλθε τόν Ἰούνιο τοῦ 1988 στό Valaamo τῆς Φινλανδίας, ἐπεξεργάσθηκε καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης καί τήν σημασία τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.

Τόν Ἰούνιο τοῦ 1990 συνῆλθε στο Freising τῆς Γερμανίας (πλησίον τοῦ Μονάχου) ἡ ἕκτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς καί ἐπεξεργάσθηκε τό θέμα “Ἐκκλησιολογικαί καί Κανονικαί συνέπειαι τῆς Μυστηριακῆς Δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, Συνοδικότης καί Αὐθεντία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ”. Ἡ Συνάντηση τοῦ Freising ὑπῆρξε πολύ σημαντική γιά τούς Ὀρθοδόξους, διότι γιά πρώτη φορά ἐξεδόθη ἀπό τήν Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου κείμενο, μέ τό ὁποῖο κατεδικάζετο ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνότητος, πού ἀντιβαίνει στήν κοινή Παράδοση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Τό κείμενο αὐτό ἱκανοποιοῦσε πλήρως τούς Ὀρθοδόξους καί ἀποτελοῦσε σημαντικό σταθμό στήν πορεία τοῦ Διαλόγου.

Ἐν τῷ μεταξύ μετά τήν Περεστρόϊκα καί τήν πτώση τοῦ Κομμουνιστικοῦ Καθεστῶτος στίς χῶρες τοῦ λεγόμενου ὑπαρκτοῦ Σοσιαλισμοῦ τό πρόβλημα τῆς Οὐνίας ἔγινε ὀξύτερο, κυρίως στήν Ρωσία, Οὐκρανία, Λευκορωσία, Ρουμανία καί Τσεχοσλοβακία, διότι οἱ Οὐνῖτες ἄρχισαν νά διεκδικοῦν, συχνά μέ βίαιο τρόπο, Ναούς καί ἐκκλησιαστικά ἀκίνητα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος συνεκάλεσε ἐκτάκτως στήν Κωνσταντινούπολη τόν Δεκέμβριο τοῦ 1992 τήν Διορθόδοξο Θεολογική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά νά ἐκτιμήση τήν ἔκρρυθμη κατάσταση στίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί νά καθορίση τήν στάση τῶν Ὀρθοδόξων στόν Διάλογο. Ἡ Διορθόδοξος Ἐπιτροπή ὁμοφώνως ἀπεφάσισε ὅτι ἡ ἀναβίωση τῆς Οὐνίας συνοδεύεται ἀπό κατάφωρο παραβίαση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί ὅτι ὁ Θεολογικός Διάλογος μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ὀφείλει νά καταστῆ ἀποτελεσματικός μηχανισμός γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων πού δημιουργεῖ ἡ ἀναβίωση τῆς Οὐνίας καί ἑπομένως τό θέμα τῆς Οὐνίας, κάτω ἀπό τίς παροῦσες συνθῆκες, πρέπει νά εἶναι τό μοναδικό τοῦ Διαλόγου.

Κατά τήν ἴδια περίοδο ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ὁ Πρόεδρός της μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ δέχθηκαν πολλές καταγγελίες καί διαμαρτυρίες ἀπό Προκαθημένους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά βιαιοπραγίες καί ἄλλες ἐνέργειες τῶν Οὐνιτῶν εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων. Ἔτσι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀφ’ ἑνός ἀπέστειλε γράμματα διαμαρτυρίας πρός τόν Πάπα γιά τίς βιαιότητες τῶν Οὐνιτῶν πρός τούς Ὀρθοδόξους καί ἀφ’ ἑτέρου ἐδήλωσε διά τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Προπαρασκευαστική Συνάντηση τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τῆς Ρόδου (Ἰούνιος 1993) ὅτι θά ἀπεῖχε ἀπό τήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, πού θά συνήρχετο στό Balamand τοῦ Λιβάνου ὕστερα ἀπό ὁλίγες ἡμέρες.

Τό παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀκολούθησαν καί ἄλλες ὀκτώ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ἔτσι ἡ ἑβδόμη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, συνῆλθε στό Balamand ἀπό 17-24 Ἰουνίου 1993 χωρίς νά μετάσχουν σε αὐτήν ἐννέα Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιζήμιο γιά τούς Ὀρθοδόξους, διότι τό Βατικανό, ἐκμεταλλευόμενο τήν ἀπουσία ἐννέα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί μή ἔχοντας νά ἀντιμετωπίση τήν σθεναρή ἀντίδρασή τους, ἐπέτυχε νά ἀνατρέψη τίς εὐνοϊκές γιά τούς Ὀρθοδόξους ἀποφάσεις τοῦ Freising καί νά δικαιώση τήν ὕπαρξη τῆς Οὐνίας. Τό κείμενο πού ἐξέδωκε ἡ ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου στό Balamand ἔγινε στόχος αὐστηρῆς κριτικῆς ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί κυρίως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπό ἐμπεριστατωμένη εἰσήγηση τῆς Μονίμου Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, τό ἀπέρριψε ὡς ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο καί θεολογικῶς διάτρητο καί μέ τό ἀπό 15-12-1994 ἐπίσημο ἔγγραφό της ἐκοινοποίησε τίς θέσεις της ἐπί τοῦ ἐπιμάχου τούτου κειμένου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί σέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Μετά τήν Συνάντηση τοῦ Balamand οἱ περισσότερες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐπέδειξαν ἀπροθυμία νά συμπράξουν στήν συνέχιση τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ἔτσι ὁ Διάλογος ἀνεστάλη ὥς τό 1997 καί 1998, ὁπότε συνῆλθε δύο φορές ἡ Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου στήν Arricia τῆς Ἰταλίας καί ἐτοίμασε ἕνα κείμενο γιά τό θέμα τῆς “ὑπάρξεως τῆς Οὐνίας ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιολογικῆς”.

Ἡ ὀγδόη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε ἀπό 9-19 Ἰουλίου τοῦ 2000 στή Βαλτιμόρη τῶν Η.Π.Α. ὑπό τήν συνπροεδρία τοῦ Καρδιναλίου Cassidy καί τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ, γιά νά ἐπεξεργασθῆ τό κείμενο περί τῆς ἐκκλησιατικῆς καταστάσεως τῆς Οὐνίας, πού εἶχε ἐτοιμάσει ἡ Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή στήν Arricia τό 1998. Ὅμως οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐκπρόσωποι ἐθεώρησαν τό ἀπό κοινοῦ ἐγκριθέν κείμενο τῆς Arricia πολύ σκληρό γιά τήν Οὐνία. Εἰς αὐτό συνετέλεσε ἐπιστολή τοῦ Πάπα πρός τόν ἐπικεφαλῆς τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Βατικανοῦ Καρδινάλιον Cassidy, μέ τήν ὁποία ὑπενθυμίζετο σ’ αὐτόν ὅτι “διά τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν αἱ Ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι ἔχουν τό αὐτό κῦρος(dignity) τό ὁποῖον ἔχουν καί ὅλαι αἱ λοιπαί Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς πλήρη κοινωνίαν μέ τόν Ἐπίσκοπον τῆς Ρώμης”. 


Ἡ παπική ἐπιστολή ἀρχικῶς ἀπεκρύβη ἀπό τήν Ἀντιπροσωπεία τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά τελικῶς ὁ Καρδινάλιος Cassidy, κάτω ἀπό τήν ἐπιμονή τῶν Ὀρθοδόξων καί κυρίως τοῦ Καθηγητοῦ κ. Μέγα Φαράντου, ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἠναγκάσθη νά τήν παρουσιάση. Ἀκολούθησαν ἔντονες συζητήσεις, διχογνωμίες καί ἀντεγκλήσεις ὄχι μόνον μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀλλά καί μεταξύ τῶν μελῶν τῶν ἰδίων Ἀντιπροσωπειῶν, μέ ἀποτέλεσμα ἡ Ὁλομέλεια νά μή μπορέση νά ἐπεξεργασθῆ καί νά ἐγκρίνη ἕνα κοινό κείμενο καταδίκης τῆς Οὐνίας καί περιορίσθηκε στήν σύνταξη ἑνός τυπικοῦ κοινοῦ ἀνακοινωθέντος μέ τό ὁποῖο ἔληξαν οἱ ἐργασίες τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου.

Μετά τήν συνάντηση τῆς Βαλτιμόρης ὁ Ρωμαιοκαθολικός Συμπρόεδρος Καρδινάλιος Cassidy παρητήθη λόγῳ ὁρίου ἡλικίας καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τόν Καρδινάλιο W. Kasper. Παρητήθη ἐπίσης καί ὁ Ὀρθόδοξος Συμπρόεδρος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανός καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ.Ἰωάννη. Ἄν λάβωμε ὑπ’ ὄψιν τίς θέσεις τοῦ Βατικανοῦ, πού διετυπώθησαν κατά τήν Συνάντηση τῆς Βαλτιμόρης, δέν φαίνεται εὐοίωνο τό μέλλον τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ἀφοῦ σύμφωνα μέ ρητή ἐντολή τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού ἀκολουθεῖ τήν ἀπόφαση τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου, ἡ Διορθόδοξος Θεολογική Ἀντιπροσωπεία στόν Διάλογο δέν δύναται νά προχωρήση στή συζήτηση ἄλλων θεολογικῶν θεμάτων μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς πρίν νά γίνη ἀπό κοινοῦ ἀποδεκτή ἡ καταδίκη τῆς Οὐνίας. Ἔτσι σήμερα ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν παραμένει στάσιμος, παρά τήν ἐπιθυμία καί τῶν δύο μερῶν γιά τήν συνέχιση καί τήν πρόοδό του. Ἡ ἐπιθυμία αὐτή ἀποτυπώνεται καί στήν κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β΄ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά τήν τελευταία συνάντησή τους στήν Ρώμη μέ τήν εὐκαιρία τῆς θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Βατικανοῦ (21-6-2004). 


Ἡ κοινή Δήλωση μεταξύ ἄλλων λέγει: “ Ὀφείλομεν νά συνεχίσωμεν τό ὁριστικόν καθῆκον ἡμῶν ἐπανενεργοποιήσεως (τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου τῆς Καθολικῆς μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) τό ταχύτερον δυνατόν”… “ Ἡ σημερινή συνάντησις ἡμῶν ἐν Ρώμῃ ἐπιτρέπει ἡμῖν, ἐπί πλέον, ὅπως ἀδελφικῶς ἀντιμετωπίσωμεν μερικά προβλήματα καί παρεξηγήσεις τά ὁποῖα προσφάτως προέκυψαν. Ἡ μακρά ἐφαρμογή τοῦ Διαλόγου Ἀγάπης ἔρχεται εἰς συνδρομήν ἡμῶν, ὥστε νά ἀντιμετωπίσωμεν τάς δυσκολίας ἐν ἠρεμίᾳ καί νά μή ἐπιβραδύνωμεν ἤ καί ἀμαυρώσωμεν τήν συντελεσθεῖσαν πορείαν πρός πλήρη κοινωνίαν ἐν Χριστῷ. Ἐνώπιον ἑνός κόσμου, ὅστις ὑποφέρει ἐκ τῶν πάσης φύσεως διαιρέσεων καί ἀνισοτήτων, ἡ σημερινή συνάντησις ἡμῶν ἐπιθυμεῖ, ὅπως κατά τρόπον συγκεκριμένον καί δυναμικόν ἐπισημάνη τήν σπουδαιότητα τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ Χριστιανοί καί αἱ Ἐκκλησίαι ζῶσιν ἐν εἰρήνῃ καί ἁρμονίᾳ μετ’ ἀλλήλων, ἐπί συνεπεῖ ἐπιβεβαιώσει τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος κατά τρόπον πιστότερον καί πειστικώτερον”.

Παρακαλώ, και:

Ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας Β΄ προς τον Πάπα Φραγκίσκο : «Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα»... 
Απόφαση σοκ της Ιεραρχίας: Η Ρωμαιοκαθολική δεν είναι Εκκλησία
Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες του ν.ημ. δεν έχουν απαρνηθή την Ορθόδοξο εκκλησιολογία
 
Νεοημερολογίτες κατά Οικουμενισμού 
Γέροντες του ν.ημ. και Οικουμενισμός
Γόρτυνος Ιερεμίας: Ο παπισμός είναι αίρεση και ο Οικουμενισμός είναι παναίρεση!
Ο Οικουμενισμός επί Τουρκοκρατίας και η αντίδραση των τότε αγίων 

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Για το ζήτημα της Μονής Εσφιγμένου...


Η ανεκδιήγητη, νομίζω, αυτή φωτογραφία από εδώ

Για το ζήτημα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου του Αγίου Όρους δεν έχουμε πάρει θέση, αν και θα θέλαμε. Ο λόγος, που τον εξομολογούμαστε και αυτή η εξομολόγηση είναι ένα είδος τοποθέτησης, είναι ότι νιώθουμε αδυναμία να εξακριβώσουμε ποιος έχει δίκιο και ποια οπτική των γεγονότων και των καταστάσεων είναι αληθής.
Οι ζηλωτές Εσφιγμενίτες κατηγορούνται για βιαιότητα, σκληρότητα, φανατισμό, ανεντιμότητα... Το ίδιο, εκείνοι κατηγορούν τους αντιπάλους τους, τη μερίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Από τούτη τη γωνιά της γης και τη γωνιά του κυβερνοχώρου, όπου παροικούμε, πώς μπορούμε να ξέρουμε ποιος λέει αλήθεια;
Ο καθένας όμως ξέρει για τον εαυτό του και καλό είναι όλοι να δουλέψουν (να δουλέψουμε) με τον εαυτό τους και με το Χριστό, ενάντια στα πάθη και υπέρ της αγάπης, όχι μόνο προς την αληθεια, αλλά και προς το Χριστό και τους αδελφούς μας.
Ας σταματήσουν οι διαμάχες και τα ψέματα, απ' όπου κι αν εκπορεύονται. Μόνο ο διάβολος χαίρεται και αυτόν υπηρετούν όσοι ψεύδονται κατά των αδελφών τους.
Και επιτέλους, ας καθίσουν όλοι στο ίδιο τραπέζι να λύσουν τα προβλήματα της Εκκλησίας - τα προβλήματα που μας χωρίζουν - συζητώντας και προσευχόμενοι, όχι κραυγάζοντας εκατέρωθεν. Ας μη γινόμαστε μητραλοίες.
Λυπάμαι, αυτό μόνο λέω. Ο Χριστός ας μας φωτίζει όλους και η Θεοτόκος με όλους τους Εσφιγμενίτες αγίους του παρελθόντος ας βοηθήσουν στην επίλυση των προβλημάτων, που ταλαιπωρούν την Εκκλησία και τους ορθόδοξους χριστιανούς και μας εκθέτουν στα μάτια των ταλαίπωρων και πλανημένων αδελφών μας άθεων κτλ, για τους οποίους αναρωτιέμαι αν νοιάζεται κανείς, πέρα απ' το Χριστό...
Αμήν.


Αυτή η φωτο (δεν ξέρω ποιος είναι) από εδώ, όπου διαβάζουμε και:
Η νέα αδελφότητα Εσφιγμένου (αναγνωρισμένη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) είχε εκδώσει ανακοίνωση σχετικά με τα επεισόδια, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Εκατό μέτρα από τον πανίερο ναό του Πρωτάτου και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους οι καταληψίες των κτιρίων της Μονής μας αρνήθηκαν την παράδοση του κατειλημμένου τμήματος του Αντιπροσωπείου των Καρυών σε δικαστικό επιμελητή που ήλθε να εκτελέσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και του έριξαν τρεις μολότοφ και έναν εκρηκτικό μηχανισμό».
Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η ανακοίνωση της η παλαιάς αδελφότητας, μοναχοί της οποίας έχουν τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα: «Γιατί ως αμυνόμενοι διαπράξαμε και έγκλημα κατά ζωής; Πετάξαμε λέει εκρηκτικά, μετά στουπί, μετά πέτρες, την ίδια ώρα που το σκαπτικό έπεφτε στην πόρτα μας. Εκρηκτικά δεν πετάξαμε ποτέ... Αφορμή ήταν για να νομιμοποιήσουν την όποια αστυνομική επέμβαση εναντίον των μοναχών μας... Είδαν απλά ότι η αστυνομική συνοδεία δεν βοήθησε και έψαχναν αφορμή για να μπουν τα ΜΑΤ να δείρουν τα γερόντια. Πότε ξανά έχετε δει αστυνομική παρουσία - συνοδεία σε ιδιωτική προβοκάτσια; Έλεος!».
Τελικά ποιος έδειρε ποιον; Αναρωτιέμαι. Πότε θα σταματήσει αυτό το ρεζιλίκι;
Ο Θεός να βάλει το χέρι Του, αδελφοί. Μόνον αυτό!

Μια γεύση από την επικαιρότητα για την Ιερά Μονή Εσφιγμένου στο Διαδίκτυο
Φωτογραφίες
Δείτε και βίντεο, αν έχετε αντοχές. Στη δεξιά στήλη της σελίδας θα βρείτε πολλά βίντεο που εκφράζουν και τις δύο απόψεις. Άντε να βγάλεις άκρη. 

Χριστούγεννα με το παλαιό ημερολόγιο, 7 Ιανουαρίου 2017, στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αφρικής


Ζάμπια
 
Ιερά Μητρόπολις Ζάμπιας και Μαλάουι
Στον Ορθόδοξο Αμπελώνα της Αφρικής

7 Ιανουαρίου 2017
7 Ιανουαρίου: Χριστούγεννα των Σλάβων -
Σύναξη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

Σήμερα Σάββατο 7 Ιανουαρίου στην Ιερά Μητρόπολη Ζάμπιας τελέσθηκε Θεία Λειτουργία για τους Ορθόδοξους αδελφούς μας Σλάβους, που στις 7 του Γενάρη γιορτάζουν τα Χριστούγεννα!
Στη θεία Λειτουργία ιερούργησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιωάννης ο οποίος μετέφερε τις ευχές της Α.Θ.Μ. του Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεοδώρου,
Ακολούθησε γεύμα στη στη μητροπολιτική κατοικία με παραδοσιακά φαγητά από διάφορες χώρες που ετοίμασαν οι κυρίες της Εκκλησίας μας.



Ρουάντα

Στον Ορθόδοξο Αμπελώνα της Αφρικής


His Grace Innocentios, the Bishop of Orthodox Diocese of Burundi, Rwanda and Eastern Congo celebrating the night vigil of Christmas to the community of people following the Julian calendar who live in Kigali, Rwanda.
"Your Nativity, O Christ our God, Has shone to the world the Light of wisdom! For by it, those who worshipped the stars, Were taught by a Star to adore You, The Sun of Righteousness, And to know You, the Orient from on High. O Lord, glory to You!"...



Επισκεφθείτε και:

7 Ιανουαρίου: Χριστούγεννα με το Παλαιό Εορτολόγιο - του άη Γιάννη με το Νέο

Η σύνθετη ιστορία της χρήσης του ημερολογίου από την Εκκλησία


Του Ιωάννη Φουντούλη
Από το βιβλίο "Λογική Λατρεία", εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Περιοδικό "Πειραϊκή Εκκλησία" έτος 23ο, τεύχος 244. Ιανουάριος 2013.

ΟΟΔΕ

"Συγχώρησις": Το άρθρο αυτό, κατά τη γνώμη μας, φανερώνει ότι η μεταβολή του ημερολογίου δεν είναι δογματικό ζήτημα, ούτε πραγματική αφορμή για σχίσματα. Επίσης, το ημερολόγιο είναι πολιτικό και όχι εκκλησιαστικό προϊόν. Όλα τα ημερολόγια που έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί από το κράτος (και υιοθετηθεί από την Εκκλησία) είναι κοσμικά. Δείτε επίσης, παρακαλώ:


 

Χωρίς όμως η Εκκλησία να αρνηθεί τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας της και χωρίς να δουλωθεί στους καιρούς του κόσμου τούτου, ήταν επόμενο και να μην μπορεί να παραβλέψει την διάκριση καιρών και ενιαυτών. Δεν είναι μόνο θείος οργανισμός, αλλά και ανθρώπινος. Δεν είναι μόνο υπερκόσμιος, αλλά και εγκόσμιος. Τέλειος τύπος συγκερασμού των δύο αυτών στοιχείων, της εδόθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό. 

Όπως εκείνος ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα, όπως οι δύο φύσεις ηνώθησαν στον θεάνθρωπο Χριστό αρμονικά και αχώριστα, έτσι ακριβώς και η Εκκλησία κατά το πρότυπο της κεφαλής της, διεμορφώθη σε θεανθρώπινο οργανισμό. Και η λατρεία της ακριβώς συνεκέρασε το θείο και το ανθρώπινο ατρέπτως και αχωρίστως και όπως δε ακριβώς η θεία φύσις στον Χριστό προσέλαβε και θέωσε και την ανθρώπινη, έτσι και η λατρεία της Εκκλησίας προσέλαβε και εξαγίασε τα σχήματα του κόσμου τούτου. Τα εξεχριστιάνισε, τα εθέωσε. Δεν τα απέρριψε ούτε τα συνέτριψε, όπως και ο Χριστός δεν απέρριψε ούτε κατέκαυσε με το πυρ της θεότητος το οστράκινο σκεύος της ανθρωπίνης σαρκός που περιεβλήθη.

Την 1η Ιανουαρίου εόρτασε η Εκκλησία μας την περιτομή του Χριστού και την μνήμη του αγίου Βασιλείου του μεγάλου. Το διπλό αυτό εορτολόγικό περιεχόμενο έχει μία λαμπρή εκπροσώπηση στην ακολουθία της ημέρας. Και δικαίως, γιατί η μεν περιτομή και ονοματοδοσία του Χριστού κατά την 8η ημέρα από της γεννήσεώς του αποτελεί, όπως λέγαμε στην προηγούμενη εκπομπή, την βεβαίωση της σαρκώσεως και της προσλήψεως από τον Λόγο του Θεού της τελείας ανθρώπινης μορφής αναλλοιώτως και της εισόδου του στον λαό του Θεού.

Ο μέγας Βασίλειος είναι ο αληθινά μέγας ιεράρχης, που με την αγιότητα του βίου του, τα σοφά του συγγράμματα και την έξοχο δράση του ανεδείχθη πατήρ και φωστήρ της Εκκλησίας του Χριστού, εφάμιλλο του οποίου δεν εγνώρισε ίσως άλλον ο χριστιανικός κόσμος. Και η δεσποτική εορτή της περιτομής και η μνήμη του μεγάλου Βασιλείου περιττό να πούμε ότι δεν έχουν καμία σχέση προς την έναρξη του έτους, την πρωτοχρονιά. Η περιτομή ετέθη την 1η Ιανουαρίου, γιατί αυτή είναι η όγδοη ημέρα από τα Χριστούγεννα. Η μνήμη του μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 συνέβη ο θάνατος, (η κοίμησις επί το χριστιανικότερον), του αγίου πατρός. Η σύνδεσις του δευτέρου προς την πρωτοχρονιά, τα δώρα, τα γλυκίσματα κλπ, έχει καθαρώς λαογραφικό χαρακτήρα.

Η Εκκλησία επισήμως φαίνεται σαν να αγνοεί την αλλαγή του έτους, τις πανηγύρεις και τις εκδηλώσεις που την συνοδεύουν, και σαν να ζει σε ένα άλλο δικό της κόσμο, που δεν επηρεάζεται από την αλλοίωση των φθαρτών και ρεόντων χρονικών συστημάτων του πρόσκαιρου αυτού κόσμου.

Ομολογουμένως αυτό δεν θα ήταν ασύμφωνο προς τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας μας. Για τον άναρχο, αιώνιο και ατελεύτητο Θεό, ημέρες, μήνες και έτη δεν υπάρχουν. Χίλια έτη για εκείνον είναι σαν την χθεσινή ημέρα που πέρασε και σαν ένα τρίωρο νυχτερινής φρουράς, κατά των Ψαλμωδό (Ψαλμός 89: 4). Ή, όπως συμπληρώνει ο απόστολος Πέτρος, "μία ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία" (Β΄ Πέτρου: 8). Αυτήν ακριβώς την προσήλωση και την δουλική προσκόλληση στα ασθενή και πτωχά στοιχεία των κοσμικών υπολογισμών καταδικάζει και ο απόστολος Παύλος γράφοντας στους Γαλάτας: "ημέρας παρατηρείσθε και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς; Φοβούμαι υμάς μήπως εική κεκοπίακα εις υμάς." (Γαλάτας 4: 10).

Χωρίς όμως η Εκκλησία να αρνηθεί τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας της και χωρίς να δουλωθεί στους καιρούς του κόσμου τούτου, ήταν επόμενο και να μην μπορεί να παραβλέψει την διάκριση καιρών και ενιαυτών. Δεν είναι μόνο θείος οργανισμός, αλλά και ανθρώπινος. Δεν είναι μόνο υπερκόσμιος, αλλά και εγκόσμιος. Τέλειος τύπος συγκερασμού των δύο αυτών στοιχείων, της εδόθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό. Όπως εκείνος ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα, όπως οι δύο φύσεις ηνώθησαν στον θεάνθρωπο Χριστό αρμονικά και αχώριστα, έτσι ακριβώς και η Εκκλησία κατά το πρότυπο της κεφαλής της, διεμορφώθη σε θεανθρώπινο οργανισμό. Και η λατρεία της ακριβώς συνεκέρασε το θείο και το ανθρώπινο ατρέπτως και αχωρίστως και όπως δε ακριβώς η θεία φύσις στον Χριστό προσέλαβε και θέωσε και την ανθρώπινη, έτσι και η λατρεία της Εκκλησίας προσέλαβε και εξαγίασε τα σχήματα του κόσμου τούτου. Τα εξεχριστιάνισε, τα εθέωσε. Δεν τα απέρριψε ούτε τα συνέτριψε, όπως και ο Χριστός δεν απέρριψε ούτε κατέκαυσε με το πυρ της θεότητος το οστράκινο σκεύος της ανθρωπίνης σαρκός που περιεβλήθη.

Την εφαρμογή των ανωτέρω ευρίσκομε και στο εορτολόγιο της Εκκλησίας. Όταν ακούστηκε στον κόσμο το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και συνεκροτήθη η Εκκλησία, δεν εφρόντισε να εφεύρει κανένα νέο ημερολόγιο ούτε να επινοήσει νέες υπερκόσμιες χρονικές υποδιαιρέσεις. Στα μέρη όπου διεδόθη, βρήκε πολλά συστήματα καταμέτρησης του χρόνου, διάφορα ημερολόγια. Τα υιοθέτησε και τα εξεχριστιάνισε.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είδαμε στην αναδρομή που εκάμαμε κατά καιρούς στο Λειτουργικό Έτος. Τις ιερές ημέρες των ημερολογίων των Εβραίων και των ειδωλολατρών δεν τις κατήργησε· τις εβάπτισε εις Χριστόν και τις ενέδυσε τον Χριστόν, όπως και τους Εβραίους και τους ειδωλολάτρες. Η 14η τού Νισάν με το Πάσχα των Εβραίων, η ανάμνηση της διαβάσεως της Ερυθράς Θαλάσσης, έγινε Πάσχα Κυρίου, διάβασις του Χριστού και όλων ημών μαζί Του, εκ του θανάτου εις την ζωήν.

Η εορτή της παραδόσεως του Νόμου και του Θερισμού, η Πεντηκοστή, έγινε εορτή της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ενάρξεως του πνευματικού θερισμού. Το Σάββατο, η εβδομαδιαία εορτή της κατάπαυσης των έργων, έγινε Κυριακή, η εβδομαδιαία εορτή της αναστάσεως. Η 25η Δεκεμβρίου, ειδωλολατρική εορτή της γεννήσεως του ήλιου, έγινε εορτή της γεννήσεως του Ήλιου της Δικαιοσύνης, του Χριστού, κ.ο.κ.

Και η 1η του έτους;

Εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα, γι' αυτό και η ιστορία του εκχριστιανισμού της πρωτοχρονιάς είναι μακρά και ανώμαλος. Ίσως όμως γι' αυτό έχει και περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν θα παρακολουθήσουμε όλον αυτόν τον λαβύρινθο. Και μόνο μία ματιά στο πλήθος και στην ποικιλία των ημερολογίων που βρήκε ο Χριστιανισμός κατά την πρώτη περίοδο της ζωής του, είναι ικανή να μας δημιουργήσει την εντύπωση βιβλικής Βαβέλ.

Σχεδόν κάθε πόλις και περιοχή είχε το δικό της ημερολόγιο, που πολλές φορές και αυτό διακρίνετο σε παλαιό και σε νέο. Αυτό κυρίως οφείλετο στην έλλειψη σταθερού κριτηρίου για τη μέτρηση του χρόνου, φυσικά και στην διάσπαση των λαών της γης. Ο ήλιος και η σελήνη και τα φυσικά φαινόμενα έδιδαν σε όλους τους λαούς τα μέτρα της διαιρέσεως του χρόνου. Το γράφει και η Γένεσις:

"Και είπεν ο Θεός· γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης, του διαχωρίζειν ανά μέσον της ημέρας και ανά μέσον της νυκτός· και έστωσαν εις σημεία και εις καιρούς και εις ημέρας και εις ενιαυτούς" (Γένεσις 1: 14).

Αλλά από του σημείου αυτού μέχρι του να υπάρξει κοινός τρόπος καταμέτρησης του χρόνου η απόστασις είναι μεγάλη. Το ηλιακό και το σεληνιακό έτος, η εναλλαγή των εποχών του έτους και των φάσεων της σελήνης, δεν μας δίνουν το ίδιο μέτρο. Ούτε ήταν εύκολος, ιδίως με τις αστρονομικές γνώσεις της εποχής, ο υπολογισμός με απόλυτη ακρίβεια της διάρκειας των περιόδων αυτών.

Ας προστεθεί σε αυτά και η παράλογη πολλές φορές, (ιδίως σε τέτοιου είδους θέματα), συντηρητικότης των ανθρώπων που προτιμούν να μένουν προσκολλημένοι σε μία παλαιά, αποδεδειγμένως εσφαλμένη, μορφή, από φόβο προς το νέο και το άγνωστο.

Ειδικότερα για την εκλογή της ημέρας της ενάρξεως του έτους το κριτήριο ήταν ακόμη περισσότερο ασταθές, ανάλογα με τις προϋποθέσεις που επικρατούσαν. Αν δηλαδή θα λαμβάνετο ως αρχή το ηλιοστάσιο και ποιο από τα δύο, το θερινό ή το χειμερινό, αν η Ισημερία και ποια από τις δύο, η εαρινή ή η φθινοπωρινή, αν οι εποχές του έτους και ποια από τις τέσσαρες, αν καμία θρησκευτική εορτή ή κάποιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Όλοι αυτοί οι σταθμοί χρησιμοποιούνται ως αφετηρία του έτους στα επιμέρους τοπικά ημερολόγιο. Πολλές φορές έχουμε στο ίδιο ημερολόγιο διάφορες πρωτοχρονιές, παλαιά και νεωτέρα, θρησκευτική και πολιτική, κλπ.

Έτσι στη Ρώμη κατά το παλαιό ημερολόγιο του Νουμά Πομπιλίου αρχή του έτους ήταν η 1η Μαρτίου, του πρώτου μηνός της Ανοίξεως. Από αυτό το ημερολόγιο διατηρούνται ακόμη τα ονόματα του 7ου, 8ου, 9ου και 10ου του μηνός (Σεπτέμβριος Οκτώβριος Νοέμβριος και Δεκέμβριος), καίτοι κατά το νεότερο ημερολόγιο η αρίθμησίς των είναι διαφορετική.

Ο Ιούλιος Καίσαρ μεταρρύθμισε το ημερολόγιο του Νουμά το έτος 45 π.Χ. (Ιουλιανό ημερολόγιο) και πρώτη του έτους καθορίσθη η 1η Ιανουαρίου. Η ημέρα αυτή εορτάζετο από τους εθνικούς με μεγάλη επισημότητα, θυσίες, μεταμφιέσεις, τυχερά παιχνίδια, μέθες και όργια. Μερικά από τα έθιμα αυτά επιβίωσαν και στις χριστιανικές κοινωνίες, παρά την αντίδραση των πατέρων και της απαγορεύσεις των συνόδων. Η 1η Ιανουαρίου πάντως παρέμεινε ως πρώτη του έτους στη Δύση και μετά την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, αν και σε ορισμένα μέρη της ως 1η του έτους εθεωρείτο η 1η Μαρτίου, η παλαιά πρωτοχρονιά, τα Χριστούγεννα, ο Ευαγγελισμός ή το Πάσχα.

Στην Ανατολή υπήρχαν περισσότερα ημερολόγια και περισσότερες πρωτοχρονιές. Οι Εβραίοι ως πρώτο μήνα θεωρούσαν τον σεληνιακό μήνα Νισάν, τον πρώτο της Ανοίξεως κατά την πανσέληνο του οποίου (14 Νισάν) εόρταζαν το Πάσχα. Αργότερα ως πρώτο μήνα όρισαν τον Τισρί, τον πρώτο σεληνιακό μήνα του Φθινοπώρου. Επί μακρό πάντως χρονικό διάστημα συνυπήρχαν οι δύο πρωτοχρονιές, η 1η του Νισάν και η 1η του Τισρί.

Τα περισσότερα τοπικά προχριστιανικά ημερολόγια της Ανατολής, όπως της Μικράς Ασίας και της Εφέσου, της Κρήτης, της Κύπρου, της Βιθυνίας και της Ηλιουπόλεως της Συρίας, είχαν ως πρωτοχρονιά την ημέρα της φθινοπωρινής Ισημερίας, την 24η Σεπτεμβρίου, ή την πλησιέστερη προς αυτήν αρχή νέου μηνός, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου, όπως τα ημερολόγια της Αντιόχειας και της Σελεύκειας της Συρίας.

Η 23η Σεπτεμβρίου εν τω μεταξύ έγινε η εθνική εορτή του Ρωμαϊκού κράτους γιατί ήταν η γενέθλιος ημέρα του Οκταβιανού Αυγούστου. Στην 23η λοιπόν του Σεπτεμβρίου μετετέθη από την 24η η 1η του έτους. Η 23η Σεπτεμβρίου ορίσθη το 312 μ.Χ. ως αρχή της Ινδίκτου ή της Ινδικτιώνος, δηλαδή της περιόδου του περί φόρου ρωμαϊκού διατάγματος, που ίσχυε για 15 έτη. Ίνδικτος βραδύτερον κατήντησε να σημαίνει και την περίοδο ενός έτους, αρχή δε της Ινδίκτου την πρωτοχρονιά.

Αυτήν την πρωτοχρονιά της 23ης Σεπτεμβρίου εδέχθη κατά πρώτον και εξεχριστιάνισε και η Εκκλησία της Ανατολής. Σε αυτήν ετέθη το πρώτο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας η σύλληψη του Βαπτιστού.

Από αυτήν ή την μετά από αυτήν Δευτέρα, ήρχιζεν η κατά συνέχειαν ανάγνωσις του Ευαγγελίου, από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο, που εκτός από την σύλληψη του Βαπτιστού, μας αφηγείται και άλλα γεγονότα της αρχής της ιστορίας της Καινής Διαθήκης, που δεν μας διέσωσαν οι άλλοι ευαγγελιστές, όπως στον ευαγγελισμό της Θεοτόκου την επίσκεψη στην Ελισάβετ και την γέννηση του Προδρόμου.

Το έτος 462 μ.Χ. μετετέθη η πρώτη του έτους στην 1η Σεπτεμβρίου για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει 1η του έτους και πρώτη του μηνός. Η ημέρα αυτή ήταν στο εξής η αρχή της Ινδίκτου, η πρωτοχρονιά, καθ' όλη τη βυζαντινή περίοδο. Και αυτή καθηγιάσθη από την Εκκλησία.

Η ακολουθία της 1ης Σεπτεμβρίου που περιέχεται σήμερα στα λειτουργικά μας βιβλία, αναφέρεται κατά μέγα μέρος στην πρώτη του έτους. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της λειτουργίας ελήφθη πάλι από τον ευαγγελιστή Λουκά, που περιγράφει την πρώτη δημόσια εμφάνιση του Κυρίου στη συναγωγή της Ναζαρέτ και το πρώτο του κήρυγμα για τον "ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν" (Λουκάς 4: 16 και εξής).

Το τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Ι΄ αιώνα προβλέπει λιτανεία "εις τον φόρον" και το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης του ΙΕ΄ αιώνος λιτανεία ανά την πόλιν και αγιασμό υδάτων. Το τελευταίο αυτό μας διασώζει και τις αιτήσεις της εκτενούς, που ελέγοντο από τον αρχιερέα ή στο τέλος της λιτανείας:

"Υπέρ της οικουμενικής καταστάσεως και ευσταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών και της των πάντων ενώσεως...", "υπέρ της απολυτρώσεως των ψυχών ημών και υπέρ του συντριβήναι τον Σατανάν υπό τους πόδας ημών και υπέρ του άσειστον και άφλεκτον και αναίμακτον διαφυλαχθήναι την πόλιν ταύτην και πάσαν πόλιν και χώραν..."

Όταν κατά τους νεότερους χρόνους η Ρωμαϊκή πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου ήρθε και στην Ανατολή, η Εκκλησία για διάφορους λόγους δεν είχε πια την δύναμη να την αφομοιώσει και να την εκχριστιανίσει. Έμεινε προσκολλημένη στη μεσαιωνική της πρωτοχρονιά, στην αρχή της Ινδίκτου, την 1η Σεπτεμβρίου, σε μία ημέρα που δεν ήταν πια πρωτοχρονιά.

Κατά την 1η Ιανουαρίου ακούγονται σήμερα στους ναούς μας λόγοι για την πρώτη του έτους κατά το κήρυγμα - και αυτό είναι μέρος της θείας λατρείας - και στο τέλος της λειτουργίας γίνεται μία δοξολογία αναίμακτη με δέηση για την ευλογία του νέου χρόνου που έχει εισαχθεί κάπως εμβαλωματικά στο κατά τα άλλα άσχετο προς την πρώτη του έτους λειτουργικό περιεχόμενο της ημέρας. Ένα απαράμιλλο όμως κάλλους υμνογραφικό υλικό μένει ανεκμετάλλευτο, καταχωσμένο κάτω από τα ερείπια της παλαιάς πρωτοχρονιάς, της 1ης Σεπτεμβρίου.


Δείτε επίσης:  

Το νέο ημερολόγιο δεν είναι το Γρηγοριανό, αλλά το Ιουλιανό, διορθωμένο
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου - Περί ημερομηνιών και χρόνων και περί σχισμάτων
Ο Οικουμενισμός επί Τουρκοκρατίας και η αντίδραση των τότε αγίων...
Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες του ν.ημ. δεν έχουν απαρνηθή την Ορθόδοξο εκκλησιολογία

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας Β΄ προς τον Πάπα Φραγκίσκο : «Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα»...


Ερώτηση του ιστολογίου μας προς τους αδελφούς μας του πατρώου ημερολογίου: είναι οικουμενιστής ο πατριάρχης Γεωργίας και δεν πρέπει να έχει κοινωνία μαζί του κάποιος, αν θέλει να είναι "γνήσιος ορθόδοξος χριστιανός";

 

Πρωτοπρεσβύτερος Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος, Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
Πρωτοπρεσβύτερος Πέτρος Χιρς, Εφημέριος Ι. Ν. Προφ. Ηλιού, Πετροκέρασα Xαλκιδικής 

Κατάνυξις

Ο Πατριάρχης που σέβεται την Εκκλησία του και τον εαυτό του...
Ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας Β΄ προς τον Πάπα Φραγκίσκο :
«Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα»...

Δόξα και ευχαριστία οφείλουμε στον Τριαδικό Θεό, διότι σε κρίσιμες στιγμές για την Εκκλησία Του φανερώνει προσωπικότητες που λειτουργούν ως σημεία αναφοράς και αξιομνημόνευτα παραδείγματα Ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας και αξιοπρέπειας.
Ασφαλώς αναφέρομαι στον Μακαριώτατο Προκαθήμενο της μικρής αλλά ιστορικής και Αποστολικής Εκκλησίας της Γεωργίας Ηλία Β΄ και στην στάση που τήρησε κατά την επίσκεψη του πάπα Φραγκίσκου στη Γεωργία (30.9-2.10.16).
Ορισμένοι θα επιθυμούσαν ο Πατριάρχης να περιφρονήσει τελείως τον πάπα. Να μη συμμετάσχει καθόλου στην υποδοχή και να μην συναντηθεί καθόλου μαζί του. Η αυστηρή αυτή προσέγγιση δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί πρακτικά να εφαρμοστεί στις σημερινές συνθήκες, τόσο λόγω των συγκεκριμένων σχέσεων Κοινωνίας-Κράτους-Εκκλησίας στη Γεωργία, όσο και του ευρύτερου πλαισίου των διεθνών γεωπολιτικών συνθηκών. Ας μη ξεχνάμε ότι ο πάπας είναι και αρχηγός του Κράτους του Βατικανού. 


Μελετώντας με προσοχή τα άρθρα των ανταποκριτών του Βατικανού και των δυτικών ειδησεογραφικών Πρακτορείων είναι εμφανής η προκατάληψή τους έναντι της Εκκλησίας της Γεωργίας, την οποία παρουσιάζουν ως στερούμενη και αυτής της κοινωνικής αγάπης και δέσμια ακροδεξιών στοιχείων που δεν επιθυμούν ούτε την απλή επικοινωνία με ο,τιδήποτε προερχόμενο από τη Δύση. Έτσι η τυχόν άρνηση του Πατριαρχείου οποιασδήποτε συνεργασίας στην παπική επίσκεψη μάλλον θα ευνοούσε τα σχέδια των παπικών, οι οποίοι περιφρονώντας την Ορθόδοξη Εκκλησία θα δημιουργούσαν γέφυρα επικοινωνίας απευθείας με την πολιτική ηγεσία της χώρας! Ας μας επιτραπεί να μην πούμε περισσότερα επ’ αυτού …
Νομίζω όμως ότι το κρίσιμο σημείο δεν είναι αν υπήρξε ή όχι συνάντηση, αλλά το πλαίσιο και το περιεχόμενό της. Άλλωστε και η παράδοση της Εκκλησίας μας δεν είναι απόλυτη στο σημείο αυτό, καθώς ποικίλει κατά περίπτωση ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, πάντοτε όμως στα αυστηρά πλαίσια της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και κανονικής παραδόσεως. 


Πριν σχολιάσουμε τα της επισκέψεως του πάπα στη Γεωργία, αξίζει να επισημάνουμε τη στάση του Πατριαρχείου της Γεωργίας έναντι των Ορθοδόξων Γεωργιανών που διαμαρτυρήθηκαν για την επίσκεψη. Ούτε περιφρόνηση ούτε απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί (ταλιμπάν, φονταμενταλιστές, φανατικοί, ψυχασθενείς, ζηλωτές κοκ), αλλά με αξιομίμητο σεβασμό προς τους πιστούς του το Πατριαρχείο σε επίσημο ανακοινωθέν του ενημερώνει με σαφήνεια ότι η επίσκεψη του πάπα στη Γεωργία «στοχεύει στην ενίσχυση των διεθνών σχέσεων με σκοπό την διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή», ενώ «η προσευχητική-μυστηριακή κοινωνία μεταξύ ημών και της Καθολικής Εκκλησίας της Ρώμης έχει διακοπεί από τους μεσαιωνικούς χρόνους, και για όσο καιρό υφίστανται δογματικές διαφορές μεταξύ μας, σύμφωνα με τους Κανόνες της Εκκλησίας μας, οι Ορθόδοξοι δεν λαμβάνουν μέρος στις ακολουθίες τους»! Τέλος, το ανακοινωθέν Πατριαρχείου Γεωργίας καταλήγει: «Η Εκκλησία της Γεωργίας έχει κρατήσει αυστηρή στάση σε θέματα οικουμενισμού, αφού διέκοψε την συμμετοχή της στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από το 1983 και επίσης απείχε από την πρόσφατη πανορθόδοξη συνάντηση στην Κρήτη, διατυπώνοντας μάλιστα κριτική επί των εγγράφων της συναντήσεως, ως και επί της κοινής δήλωσης που προέκυψε από την πρόσφατη συνάντηση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών στο Chieti της Ιταλίας» (ανακοινωθέν Πατριαρχείου Γεωργίας, 28.9.16). Μακάρι όλες οι Ηγεσίες των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Αποστολικής Εκκλησίας της Γεωργίας στην αντιμετώπιση των Ορθοδόξων πιστών τους! 


Ας έρθουμε στα της επισκέψεως του πάπα: Όποιος παρακολούθησε με προσοχή τις πολύωρες τηλεοπτικές μεταδώσεις του CTV (τηλεόραση του Βατικανού) και τις ανταποκρίσεις Διεθνών Ειδησεογραφικών Πρακτορείων μπορεί χωρίς δυσκολία να διαπιστώσει την καθ’ όλα αξιοπρεπή και ορθόδοξη στάση της Εκκλησίας της Γεωργίας απέναντι στον κατά κόσμο υψηλό προσκεκλημένο αρχηγό του Κράτους του Βατικανού και ηγέτη των Ρωμαιοκαθολικών, πάπα Φραγκίσκο. Αυτή ακριβώς την εκτίμηση την επιβεβαιώσαμε και σε επικοινωνία που είχαμε με Γεωργιανούς φίλους στην Τιφλίδα.
Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την αρχοντική αγάπη και φιλόξενη διάθεση, η οποία δεν κατέληξε σε φθηνή αγαπολογία που «κνήθει τάς ἀκοάς τῆς παπικῆς μοναρχοκεντρικῆς ἐκκλησιολογίας», τις ευγενείς προσρήσεις μέσα στα αυστηρά όρια της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και τον απόλυτο σεβασμό στην εκκλησιαστική κανονική παράδοση εκ μέρους του Πατριάρχου, και συνολικά της Εκκλησίας της Γεωργίας. Έτσι, δόξα τω Θεώ, δεν υπήρξε η παραμικρή συμπροσευχή ούτε συντάχθηκαν για την περίπτωση βλάσφημοι «ύμνοι» ούτε ακούσαμε απαράδεκτες προσφωνήσεις ούτε τοποθετήθηκαν ασεβή πανό (π.χ. «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»), ούτε πραγματοποιήθηκαν ατελή συλλείτουργα ούτε λειτουργικοί ασπασμοί ούτε εκφωνήθηκε από τον πάπα το «Πάτερ ημών», ούτε… ούτε… ούτε… Μάλιστα κατά την επίσκεψη στον Καθεδρικό Ναό της Mtskheta (1.10.16) ο Πατριάρχης προ της αφίξεως του πάπα εισήλθε στον Ι. Βήμα, προσκύνησε μόνος του και μετά βγήκε για να υποδεχθεί τον πάπα κλείνοντας την Αγία Πύλη του Βήματος! Όποιος αναλογίζεται το τι συμβαίνει κάθε φορά που πάπας επισκέπτεται την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Φανάρι, δεν μπορεί παρά να ευφραίνεται για την Εκκλησία της Γεωργίας και να θλίβεται για την περιφρόνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως στα καθ’ ημάς … 


Στη Γεωργία, δόξα τω Θεώ, δεν σημειώθηκαν χειροφιλήματα στον Πάπα από πατριαρχικούς αρχιδιακόνους ή ακόμα και επισκόπους, όπως με θλίψη είδαμε προ ημερών στην Ασίζη, μπροστά στα μάτια του Οικουμενικού Πατριάρχου!
Δεν είναι δυνατόν να μη χαρούμε αφού ζούμε, επιτέλους, το αυτονόητο: «Ναι» στην επικοινωνία και τις συναντήσεις, αλλά απολύτως καμμία εν τη λατρεία κοινωνία με τον πάπα. Ο Πατριάρχης Ηλίας σεβόμενος την εκκλησιαστική τάξη δεν έστειλε ούτε τυπική αντιπροσωπεία στη παπική λειτουργία στο στάδιο της Τιφλίδας, γεγονός που κακοφάνηκε ιδιαίτερα στο Βατικανό, αν κρίνουμε από τα μάλλον πικρά σχόλια των ανταποκριτών του! Όπως δε μετέδωσε το πρακτορείο Reuters οι παπικοί της Γεωργίας ανέμεναν «πολύ μεγαλύτερη προσέλευση από τους περίπου 3.000 ανθρώπους που ήρθαν στη λειτουργία σε ένα στάδιο στην πρωτεύουσα που έχει χωρητικότητα 25.000. 

 Ήταν ένα από τα μικρότερα πλήθη που συγκεντρώθηκαν ποτέ σε υπαίθρια παπική λειτουργία στα 16 ταξίδια του πάπα Φραγκίσκου στο εξωτερικό. Επίσης, η αντιπροσωπεία που εκπροσωπεί τον Πατριάρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Γεωργίας, Ηλία ΙΙ, την οποία ανέμενε το Βατικανό να παραστεί στη Θ. Λειτουργία, δεν εμφανίστηκε»! (Philip Pullella and Margarita Antidze, Richard Balmforth). Στην ανταπόκριση αυτή υπονοείται ότι το Πατριαρχείο είχε υποσχεθεί ότι θα στείλει αντιπροσωπεία, αλλά τελικά υπαναχώρησε. Όμως, όπως μας ενημέρωσαν κατηγορηματικά από τη Γεωργία, το Πατριαρχείο είχε από την αρχή καταστήσει απολύτως σαφές στους παπικούς ότι δεν θα υπάρξει καμία Ορθόδοξη αντιπροσωπεία του στην παπική λειτουργία. 

Σημαντικές είναι οι προσφωνήσεις του Πατριάρχου Ηλία στις δύο συναντήσεις του με τον πάπα: Με την προσφώνηση στο Πατριαρχικό Μέγαρο (30.9.16) απάντησε εμμέσως πλην σαφώς στην κακόβουλη δυτική προπαγάνδα εναντίον της πιστότητας της Γεωργιανής κοινωνίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τις ηθικές αρχές του Ευαγγελίου. Στην προσφώνησή του στον περίφημο Καθεδρικό Ναό Svetitskhoveli της Mtskheta (1.10.16), ο Πατριάρχης Ηλίας δεν δίστασε καταλήγοντας να «χτυπήσει» τον συγκρητιστικό οικουμενισμό στην αχίλλειο πτέρνα του τονίζοντας την μοναδική αξία της αληθινής πίστης και αγάπης στην ενότητα των Χριστιανών. Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια: το αρχικό κείμενο κατέληγε: «Είθε ο Θεός να ενώσει τους χριστιανούς επί τη βάσει της αληθούς πίστεως, αμήν!», ενώ ο Πατριάρχης συνέχισε την προσφώνησή του και είπε με ιδιαίτερη έμφαση στον πάπα εκτός χειρογράφου: «Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητα». Επίσης, λίγο νωρίτερα πάλι τόνισε: «Η αληθινή πίστη, ταπείνωση, μετάνοια και η φιλανθρωπία συνθέτουν το συντομότερο δρόμο προς τη σωτηρία». Η σπουδαιότητα των Πατριαρχικών λόγων δεν έμεινε ασχολίαστη από την ανταποκρίτρια του Βατικανού Inés San Martín! 


Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ότι ο Γεωργιανός Προκαθήμενος δεν “υπέκυψε” στην λεκτική “πίεση” που δέχθηκε από τον πάπα, ο οποίος στην προσφώνησή του αναφέρθηκε πολλές φορές στην ενότητα του «χριστιανικού βαπτίσματος». Ο Πατριάρχης δεν προέβη στο, δυστυχώς, σύνηθες ατόπημα άλλων Ορθοδόξων Προκαθημένων που εκφράζοντας άλλη εκκλησιολογία, αλλότρια προς την Ορθόδοξη, αναγνωρίζουν την κανονικότητα και εγκυρότητα του βαπτίσματος των αιρετικών.
Η αξιοπρέπεια της Γεωργιανής εκκλησιαστικής Ηγεσίας έναντι του πάπα εκδηλώθηκε και από το γεγονός ότι αρνήθηκε να τον ακολουθεί ως θεραπαινίς του κατά πόδας, σε όλες τις εμφανίσεις και συναντήσεις που είχε στην Γεωργία. Η εικόνα άλλων Προκαθημένων επ’ αυτού - με πιο πρόσφατη αυτή του Οικουμενικού στην Ασσίζη - είναι τουλάχιστον αξιοθρήνητη…
Ίσως το μήνυμα που έλαβε ο πάπας από την καθ’ όλα Ορθόδοξη στάση της Εκκλησίας της Γεωργίας να είναι πολύ πιο έντονο από την απόλυτη περιφρόνηση που ορισμένοι πρότειναν...
Μακαρίζαμε τους Γεωργιανούς Ορθοδόξους για την καθοδηγητική στάση της Εκκλησίας τους στη Σύνοδο της Κρήτης. Τους μακαρίζουμε για την πνευματική τους Ηγεσία, για τον Πατριάρχη και τους Επισκόπους τους, οι οποίοι κράτησαν και τώρα στάση αξιοπρεπή και σύμφωνη με την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση.
Τους ευχαριστούμε πολύ! Ευχόμαστε και προσευχόμαστε να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους και οι λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες. 


Ηλιού του Μακαριωτάτου και θεοπροβλήτου Πατριάρχου
Μετσχέτης και Τιφλίδος και πάσης Ιβηρίας (Γεωργίας)
πολλά τα έτη!

ΥΓ: Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του ο Jesse Dominick εύστοχα επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Ο Πατριάρχης Ηλίας συναντήθηκε με τον πάπα με σεβασμό και αξιοπρέπεια, αλλά δεν τον αντιμετώπισε ως ορθοτομούντα την Αλήθεια επίσκοπο της αληθινής Εκκλησίας. Δεν τον κάλεσε να κηρύξει κατά τη διάρκεια Ορθόδοξης Θ. Λειτουργίας, ούτε να ευλογήσει τους ορθοδόξους πιστούς, ούτε τον ανέβασε σε επισκοπικό θρόνο, ούτε αντάλλαξε τον λειτουργικό ασπασμό της ειρήνης, ενέργειες που μόνο τραυματίζουν την Ορθόδοξη συνείδηση ​​των πιστών, προκαλώντας σύγχυση και θυμό.
Ως σοφός και απαιτητικός ποιμένας, ο Πατριάρχης Ηλίας II, διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ του σεβασμού τού επισκέπτου του και του σεβασμού προς το δικό του ποίμνιο και την Εκκλησία του, και τη δική του αρχιερωσύνη, με όλες τις επακόλουθες ευθύνες της, δίνοντας το παράδειγμα για τις σχέσεις μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, και προσφέροντας φωνή στην Ορθόδοξη αλήθεια στη δική του ομιλία του στον καθεδρικό ναό του Svetitskhoveli: "Η αληθινή πίστη, η ταπείνωση και οι παραδόσεις μας, αυτοί είναι οι αρχαίοι θησαυροί που διατηρούμε και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε στο μέλλον. Σας χαιρετώ και πάλι και ομολογώ ότι η ενότητά μας είναι στην αληθινή πίστη. Μόνο η αληθινή πίστη και η αληθινή αγάπη θα ανοίξει το δρόμο προς την ενότητά μας"» (www.pravoslavie.ru/english/97534.htm).


"Ν": Επισκεφτείτε παρακαλώ, αν θέλετε, και:
 
Για την επίσκεψη του Πάπα στη Λέσβο
Οι ορθόδοξες ρίζες της Δύσης ως παράγοντας πανευρωπαϊκής ενότητας
Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, τους ετεροδόξους και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου 
 
Βασικές διαφορές ορθόδοξων και ρωμαιοκαθολικών 
Καθολικοί & Ορθόδοξοι άγιοι: μοιάζουν ή διαφέρουν;

Roman Catholics met Orthodoxy (ιστοσελίδα)
Regarding the Pope’s visit to Lesvos Island, Greece

Ορθόδοξες ρίζες στη Δύση (ενότητα)
Ορθόδοξη Γεωργία (ενότητα)

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, τους ετεροδόξους και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου



Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Θεολόγος - Ρέθυμνο Κρήτης
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Με το παρόν θα επιχειρήσω να καταθέσω τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς μου από κάποια τελικά κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Αν το πλήρωμα της Εκκλησίας, ιστορικά, επικυρώνει ή ακυρώνει εν τέλει τις αποφάσεις των Συνόδων, ίσως αποτελέσει μια μικρή συμβολή και η τοποθέτηση ενός άσημου θεολόγου από την Κρήτη. Περιττεύει να επισημάνω ότι τα παρακάτω ουδόλως βάλλουν κατά προσώπων ή θεσμών, αντιθέτως στοχεύουν αποκλειστικά στην ωφέλεια της Εκκλησίας και στη σωτηρία εαυτών και αλλήλων.
Τα κείμενα, για τα οποία προτίθεμαι να τοποθετηθώ, Θεού θέλοντος, είναι τα: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο», «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου». Προκαταβολικά εξομολογούμαι ότι τα δύο πρώτα με προβλημάτισαν, ενώ το τρίτο με ανέπαυσε.

Η Εκκλησία και το μαρτύριο του σύγχρονου ανθρώπου

Α) Το κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο» αναμφίβολα εκφράζει άριστα την ανθρωπολογική και κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Όμως, όχι άστοχα, ο μητροπολίτης Νιγηρίας – και εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας – Αλέξιος το χαρακτήρισε «άτολμο», ενώ γράφτηκε ότι και ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος είπε σχετικά ότι η Σύνοδος πρέπει να μιλήσει επί της ουσίας των σύγχρονων προβλημάτων και όχι μόνο θεολογικά.
Αν και το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για ποικίλες δράσεις των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, μητροπόλεων, ενοριών κ.τ.λ., όμως πρέπει να συμφωνήσω με τα παραπάνω. Ένα τέτοιο κείμενο δεν μεθιστάνει όρη, συνεπώς η δημοσίευσή του δεν αλλάζει κάτι στον πλανήτη μας.
Κατά τη γνώμη μου, μια Σύνοδος αντάξια των Οικουμενικών Συνόδων (η οποία τελικά, και θα καταξιωνόταν ως Οικουμενική από την Ιστορία), θα ήταν κάποια, που θα κατήγγελλε μία προς μία τις Πολυεθνικές Εταιρίες και τις λοιπές οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, που λυμαίνονται τον κόσμο και εξουθενώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Τότε θα σειόταν το στρατόπεδο του Εχθρού των ανθρώπων και τα όργανά του θα ήξεραν ότι η Εκκλησία στέκεται απέναντί τους, ενώ εκείνοι που προσπαθούν να υπερασπιστούν τους αδικημένους θα γνώριζαν ότι η Εκκλησία βρίσκεται με σοβαρότητα και τόλμη δίπλα τους.
Η Εκκλησία βέβαια θα διωκόταν, αλλά αυτό προανήγγειλε ο Χριστός: διώξεις. Εκκλησία που δεν διώκεται, πολύ φοβούμαι ότι είναι Εκκλησία συμβιβασμένη και ακίνδυνη.
Φυσικά, μια τέτοια κίνηση θα χρειαζόταν προσεκτική έρευνα από ολόκληρα επιτελεία συνεργατών, αλλά είναι εφικτό και ήδη συμβαίνει σε άλλους χώρους, εκτός της Εκκλησίας. Ας λάβουμε υπόψιν ότι αυτή την ονομαστική και συγκεκριμένη καταγγελία όλων των προσώπων, εταιριών και συνασπισμών, που κρατούν δούλους τους ανθρώπους, την πραγματοποιούν δημοσιογράφοι και κοινωνικοί ή πολιτικοί ακτιβιστές, πολλοί από τους οποίους ανήκουν σε αθεϊστικούς και αντεκκλησιαστικούς χώρους. Δυστυχώς, φοβούμαι ότι σ’ αυτό το θέμα «προάγουσιν ημάς», τολμώντας να παλέψουν για τον φτωχό, όπως τολμούσαν οι Βασίλειοι και οι Χρυσόστομοι, αλλά τολμά η σημερινή Εκκλησία;
Δηλαδή η Εκκλησία να μετατραπεί σε πολιτικό ακτιβιστή; Ναι, όσο ήταν και ο ιερός Χρυσόστομος, που απευθυνόταν καταπρόσωπο στους εκμεταλλευτές του λαού, δεν εξέδιδε γενικές (έστω και θεολογικά άρτιες) ανακοινώσεις.
Ουτοπία; Ας ελπίζουμε για την επόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που εύχομαι να πραγματοποιηθεί σύντομα. Ας ελπίζουμε, αλλά και ας πιέζουμε.

Εκκλησία και ετερόδοξοι

Β) Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι εμφανώς γραμμένο με διπλωματικό τρόπο, ώστε να μην προσβάλει την πίστη των ορθοδόξων χριστιανών, αλλά και να μη στενοχωρήσει τους Ρωμαιοκαθολικούς και την πανσπερμία των προτεσταντικών αιρέσεων που συναπαρτίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, στο οποίο συμμετέχει και η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια Σύνοδος αντάξια των Οικουμενικών Συνόδων (και Οικουμενική τελικά), θα ήταν κάποια, που θα έλεγε σαφώς: «Εμείς, η Ορθόδοξη Εκκλησία, είμαστε η μία και μόνη Αγία Εκκλησία του Ιησού Χριστού», θα επισήμαινε και θα καταδίκαζε μία προς μία τις κακοδοξίες όλων των αιρέσεων και θα παρακαλούσε – θα ικέτευε έστω γονατιστή, με αγάπη και πόνο ψυχής – όλους τους αδελφούς μας, που είναι εγκλωβισμένοι στις πλάνες των αιρέσεων και των διαφόρων θρησκειών, να τις εγκαταλείψουν και να ενωθούν στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, «ίνα ώσιν έν» όπως ο Πατήρ με τον Υιό.
Φυσικά, οι παραπάνω δύο θέσεις (ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλησία και ότι η α΄ ή β΄ διδασκαλία μιας χριστιανικής ομάδας συνιστά πλάνη) απαιτούν τεκμηρίωση. Η τεκμηρίωση αυτή όμως, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι εύκολη. Το να μεταστραφούν οι ηγέτες κάθε αιρετικής ομάδας είναι δύσκολο (γιατί παρεμβάλλονται πολλοί παράγοντες), όμως το να αντιληφθούν την αλήθεια τα απλά μέλη αυτών των ομάδων δεν είναι ακατόρθωτο, όπως φανερώνουν οι χιλιάδες μεταστροφές ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών στην Ορθοδοξία, που παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η αποστολή της Εκκλησίας και ασφαλώς παγκοσμίως υπάρχουν θεολόγοι και ορθόδοξοι διδάσκαλοι που μπορούν, με τη βοήθεια του Θεού, να εκφράσουν την αλήθεια επαρκώς.
Το ότι η Εκκλησία «κάνει διάλογο» με τους ετεροδόξους είναι αυτονόητο και δεν νομίζω ότι χρειαζόταν καν να τονιστεί. Πάντως οι διάλογοι ασφαλώς δεν μπορεί να συνεχίζονται επ’ άπειρον χωρίς οι ετερόδοξοι να αντιλαμβάνονται και να διορθώνουν τα λάθη τους. Κάποια στιγμή, όπως ήδη έχει γραφτεί, οι διάλογοι πρέπει να απομακρυνθούν από τις ηγεσίες των αιρέσεων και να απευθυνθούν στους απλούς πιστούς.
Σημειωτέον – και συγχωρήστε με που θα το θέσω ευθέως – ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαθέτει άλλες (μη Ορθόδοξες) «αδελφές Εκκλησίες». Μία Εκκλησία ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός και όλες οι ομάδες που αποκόπτονται από αυτήν και τραβούν διαφορετικούς δρόμους αποτελούν αιρέσεις. Η Εκκλησία αγαπά τους αιρετικούς (δεν τους καίει στην πυρά, όπως ο μεσαιωνικός παπικός θεσμός) και αγωνιά για τη σωτηρία τους, γι’ αυτό και επιδιώκει την επιστροφή τους. Αυτή (πρέπει να) είναι και η αιτία για τη συμμετοχή της τους διαχριστιανικούς διαλόγους.
Για το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός, επικαλούμαι τη μαρτυρία των πολλών ρωμαιοκαθολικών, που έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί μετά από προσεκτική και σοβαρή έρευνα των πηγών του αρχαίου χριστιανισμού, όπως ο δολοφονημένος επίσκοπος Ναζιανζού Παύλος ντε Μπαγεστέρ, οι πατέρες Σεραφείμ Μπέλ, Ραφαήλ Μπουργκ, Πλακίδας Ντεσέιγ και αναρίθμητοι άλλοι, καθώς και προτεσταντών, όπως μια ολόκληρη προτεσταντική κοινότητα στις ΗΠΑ, με χιλιάδες μέλη, που προσήλθε στην Ορθοδοξία τη δεκαετία του 1980 (βλ. την περίπτωσή στο βιβλίο του μακαριστού π. Πήτερ Γκίλκουιστ Καλώς ήλθατε στο σπίτι σας, εκδ. Ακρίτας) και αναρίθμητοι άλλοι από πολλές χώρες του κόσμου.
Στην Αφρική, εξάλλου, είναι γνωστό ότι ολόκληρες κοινότητες μελών των «Ανεξάρτητων Αφρικανικών Εκκλησιών» σε διάφορες χώρες μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία και αυτό αποτέλεσε τη μαγιά της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην υποσαχάρια Αφρική περί τα μέσα του 20ού αιώνα, αρχίζοντας από την Ουγκάντα και την Κένυα.

Μια ελπίδα

Γ) Την ισορροπία στο παραπάνω θέμα, κατά τη γνώμη μου, αποκαθιστά κάπως η «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» (το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, τελικό κείμενο της Συνόδου και ίσως το μόνο αναγκαίο), η οποία (εκτός από τις καίριες κοινωνικές και ανθρωπολογικές επισημάνσεις που περιέχει):
α) Διευκρινίζει ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία (…) αποτελεί την αυθεντικήν συνέχειαν της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, ως αύτη ομολογείται εις το Σύμβολον της πίστεως και βεβαιούται διά της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας. Ούτως, αισθάνεται μείζονα την ευθύνην αυτής (…) και διά την αξιόπιστον μαρτυρίαν της αληθείας προς πάντας τους ανθρώπους» (παράγρ. 2). β) Χρησιμοποιεί τον όρο «Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία» (παράγρ. 5), όπως είναι ορθό και πρέπον, και βεβαιώνει ότι αυτή «αποτελεί την ζώσαν παρουσίαν του Χριστού εν τω κόσμω» και «την εν Χριστώ φανέρωσιν της Βασιλείας του Θεού» (παρ. 20 και επίλογος). Επίσης, δεν χαρακτηρίζει ως «Εκκλησίες» τις ποικίλες χριστιανικές κοινότητες, πράγμα που προκαλεί παρανοήσεις και δικαιολογημένα είχε καταστεί αντικείμενο διενέξεων.
γ) Μνημονεύει ως θεμέλια της ορθόδοξης πίστης και συνόδους «καθολικού κύρους», που συνεχίζουν το έργο των επτά γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, την επί αγίου Φωτίου Μεγάλη Σύνοδο (879-880) και τις επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά Μεγάλες Συνόδους  των ετών 1341, 1351, 1368 (8η και 9η Οικουμενικές Συνόδους κατά πολλούς και κατ’ εμέ), καθώς και τις Αγίες και Μεγάλες Συνόδους των ετών 1484 (για την αποκήρυξη της ενωτικής ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας), 1638, 1642, 1672 και 1691 (για την αποκήρυξη προτεσταντικών δοξασιών) και 1872, για την καταδίκη του εθνοφυλετισμού, και συνεπώς του σημερινού εθνικισμού, ως αίρεσης (παράγρ. 3).
Εδώ θα ήθελα να υπενθυμίσω – οιονεί να προσθέσω – την Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο Θ΄, που εκδόθηκε το 1848, υπογράφεται από τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμο (Οικουμενικό Πατριάρχη), Αλεξανδρείας Ιερόθεο, Αντιοχείας Μεθόδιο και Ιεροσολύμων Κύριλλο, μαζί με τις ιερές συνόδους τους, και αποτελεί μια συντριπτική απάντηση, με σεβασμό και ευγένεια, στις πλάνες και τον τότε επεκτατισμό του παπισμού. Το βαρυσήμαντο αυτό κείμενο δημοσιεύεται και στο Διαδίκτυο.
δ)  Διευκρινίζει (παρ. 20 και επίλογος) ότι η Εκκλησία διενεργεί τους διαχριστιανικούς διαλόγους διότι «επιδεικνύει ευαισθησίαν έναντι εκείνων, οι οποίοι διέκοψαν την μετ’ αυτής κοινωνίαν και ενδιαφέρεται δι’ όσους δεν κατανοούν την φωνήν της». «Διά μέσου του διαλόγου αυτού, ο λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα την Ορθοδοξίαν και την γνησιότητα της παραδόσεως αυτής. (…) Οι διαχριστιανικοί διάλογοι ελειτούργησαν ως ευκαιρία διά την Ορθοδοξίαν, διά να αναδείξη το σέβας προς την διδασκαλίαν των Πατέρων και διά να δώση την αξιόπιστον μαρτυρίαν της γνησίας παραδόσεως της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. (…) Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας, εδραζομένη επί του ευαγγελικού μηνύματος “Έρχου και ίδε” (Ιωάν. α΄, 46), ότι “ο Θεός αγάπη εστίν” (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8)». Ένας τελευταίος προβληματισμός: ελπίζουμε να ληφθεί σοβαρά υπόψιν οι ανωτέρω θέσεις της Εγκυκλίου και να μην επισκιαστούν από τη διπλωματική ασάφεια άλλων διατυπώσεων (σε άλλες περιστάσεις), που ίσως δεν ωφελήσουν τη σωτηρία των αδελφών μας ετεροδόξων και του κόσμου συνολικά.
Όλα τα παραπάνω, γραμμένα με πόνο, ίσως είναι σκέψεις ενός άφρονος, που σφάλλει, ευρισκόμενος μακριά από τα γεγονότα. Κατά βάθος το εύχομαι. Αν όχι, ας το κρίνουν και ας αξιοποιήσουν κάθε πιθανή σωστή θέση οι κατάλληλοι.

Τα κείμενα εδώ & εδώ (για την Εγκύκλιο, εδώ)

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Book "The Orthodox Dilemma", by George Alexander

Ένα βιβλίο που θέτει το αίτημα του διαλόγου μεταξύ των ορθοδόξων όλης της Γης, κανονικών και σχισματικών κάθε λογής. Βεβαίως στους Ορθοδόξους εντάσσει και τους αντιχαλκηδόνιους, ατυχώς ή όχι δεν θα το κρίνω εδώ. Πάντως πρόκειται για ένα ζήτημα, κατά τη γνώμη μας, τόσο σημαντικό όσο και ο διάλογος με τους ετεροδόξους (σχετική τοποθέτησή μας, επιτρέψτε μου, εδώ).

From here

The Orthodox Dilemma consists of personal reflections on global Pan-Orthodox Christian Unity. The work focuses on the need for establishing sacramental communion between the Eastern, Oriental and other families of Orthodox Churches. The author calls to create a common conciliar platform for Orthodox Churches and to establish dialogues between Eastern, Oriental, Old Believes, Old Calendar, Non-canonical, Unrecognized and New Generation Orthodox Churches.
The major aim of the work is to provide different and unique aspects of Pan-Orthodox Christian Unity.
The book also sheds light on problems, challenges and scope of inter-orthodox dialogue. This may be the first book of its kind to call for the creation of a global platform for all Orthodox Christians.The book tries to provide unique aspects of Orthodox Christianity.The work is a combination of personal thoughts of the author, history, contemporary Orthodoxy, dialogue and Pan-Orthodox Christian approach.

George Alexander is a writer, orator, human resource trainer and Pan-orthodox Christian activist. He was instrumental in founding Orthodoxy Cognate PAGE Society, an organization dedicated to pan-orthodox unity activities. George is also the founding Secretary of Insight Mission, an organization committed to youth and social empowerment. 
He holds Masters in Social Work from the University of Kerala and Masters by Research in Social Sciences from the Mahatma Gandhi University. He has penned several books and numerous articles. His areas of interests include human resources and community development, church management, Orthodox Christian journalism contemporary orthodoxy and Pan-orthodox studies.