Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Οι ν.ημ. είμαστε αναθεματισμένοι από τις πανορθόδοξες συνόδους του 16ου αιώνος;

Αποσπάσματα από το βιβλίο του π. Βασιλείου Παπαδάκη "Το Σχίσμα του Ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού", Ι. Μονή Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας (Ρέθυμνο), 2008, σελ. 81-87.
 
Το βασικότερο ίσως επιχείρημα των Γ.Ο.Χ. υπέρ της αποσχίσεώς τους το 1924 είναι οι αποφάσεις των Ορθοδόξων Συνόδων του ιστ΄ αιώνος κατά της γρηγοριανής μεταρρυθμίσεως. Κατά τους Γ.Ο.Χ., οι Σύνοδοι αυτές καταδίκασαν το γρηγοριανό ημερολόγιο και απαγόρευσαν την εισαγωγή του στην Ορθόδοξο Εκκλησία διά συγκεκριμένων μάλιστα αναθεματισμών223 [σ.σ.: διατηρούμε την αρίθμηση των υποσημειώσεων όπως είναι στο βιβλίο]. Επειδή λοιπόν η Εκκλησία της Ελλάδος εισήγαγε  το 1924 το γρηγοριανό ημερολόγιο, υπόκειται στούς αναθεματισμούς τών ανωτέρω Συνόδων και κατά συνέπεια αποκηρύχθηκε δίκαια από τους Γ.Ο.Χ.
Στις ανωτέρω κατηγορίες έχουμε να απαντήσουμε τα εξής: Η ιστορική αλήθεια δεν είναι όπως την παρουσιάζουν οι Γ.Ο.Χ., οι οποίοι συνηθίζουν να ερμηνεύουν τα γεγονότα σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον. Ούτε η Εκκλησία της Ελλάδος εισήγαγε το γρηγοριανό ημερολόγιο ούτε οι Σύνοδοι του ιστ΄ αιώνος εξέδωσαν συγκεκριμένους αναθεματισμούς. Είναι βέβαια αναμφίβολο ότι τόσο το γρηγοριανό ημερολόγιο όσο και η εισαγωγή του στην Ορθόδοξο Εκκλησία καταδικάσθηκαν από τις ανωτέρω Συνόδους.
Πράγματι, κατά την πρώτη Σύνοδο - Διάσκεψι το 1583 οι πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας και Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, καταδίκασαν το γρηγοριανό ημερολόγιο, επειδή δι᾿ αυτού παραβιάζονται οι αποστολικές και συνοδικές διατάξεις περί της εορτής του πάσχα.
Συγκεκριμένα εκτός από τον ζ΄ αποστολικό κανόνα παραβιάζονται επίσης και οι τέσσερις διορισμοί της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου224, σύμφωνα με τους οποίους το πάσχα πρέπει να εορτάζεται «την πρώτην Κυριακήν, μετά την πρώτην πανσέληνον της εαρινής ισημερίας»225 και φυσικά μετά το Εβραϊκό πάσχα.
Για τον λόγο αυτό στην συνοδική απόφασι του 1583 αναφέρονται μεταξύ άλλων: «Η εκκλησία της πρεσβυτέρας ρώμης άτε καινοτομίαις χαίρουσα τοις περί αυτήν αστρονόμοις απερισκέπτως συνήνεσε και μετέθετο τα καλώς περί του ιερού πάσχα τοις χριστιανοίς τελούμενα, τα από της αγίας και οικουμενικής συνόδου των τιη΄ θεοφόρων Πατέρων ορισθέντα, παρά τε των λοιπών συνόδων κυρωθέντα... Υφηγούμεθα παντί χριστιανώ ορθοδόξω βουλομένω, ως ουκ έστιν ασύστατον το παρ᾿ ημίν πασχάλιον, αλλ᾿ ως ακόλουθον τοις ορισθείσι των αγίων Πατέρων, μένει ορθόν και εις αιώνας σταθηρόν διαμενεί έως ου φυλάττει την τάξιν ην έλαχεν απαρασάλευτον, αρίστως εσκεμένην τοις θείοις πατράσιν»226.
Ο ιστορικός Φιλάρετος Βαφείδης ομιλεί περί της κατά τό έτος 1583 «συγκροτηθείσης εν Κων/λει συνόδου, ήτις κυρίως καταδικάζει το γρηγοριανόν ημερολόγιον, διότι κατ’ αυτό συμβαίνει να εορτάζωμεν τοις Ιουδαίοις, όπερ εναντίον τη εν Νικαία συνόδω»227.

Δυστυχώς οι Γ.Ο.Χ., όταν αναφέρουν στά κείμενά τους τήν ανωτέρω φράσι του ιστορικού, τοποθετούν τήν τελεία στήν λέξι «ημερολόγιον» και παραλείπουν τά υπόλοιπα228. Με τον τρόπο όμως αυτό κατορθώνουν να αλλοιώσουν το νόημα των λόγων του ιστορικού και να παρουσιάσουν, ότι το κύριο έργο της Συνόδου ήταν η καταδίκη του γρηγοριανού ημερολογίου· όμως ο ιστορικός, ο οποίος εκθέτει την αλήθεια με σαφήνεια, δεν λέγει αυτό. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο καταδικάσθηκε το γρηγοριανό ημερολόγιο, ήταν ο συνεορτασμός μέ τούς Ιουδαίους, δηλαδή η αθέτησις των περί του πάσχα διατάξεων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Το νόημα βέβαια της ολοκληρωμένης φράσεως και η ιστορική αλήθεια δεν συμφέρουν τους Γ.Ο.Χ., καθώς το 1924 η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποδέχθηκε το γρηγοριανό (παπικό) ημερολόγιο, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι Γ.Ο.Χ.229, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Απλά διώρθωσε το ιουλιανό ημερολόγιο διά της προσθήκης δεκατριών ημερών σ᾿ αυτό, ενώ τόσο το εορτολόγιο όσο και «το Πασχάλιον παρέμενεν αμετάβλητον, των κινητών εορτών μελλουσών να εορτάζωνται εφεξής κατά τας εν τω Πασχαλίω ημέρας, ονομαζομένας όμως διά των ημερομηνιών του διωρθωμένου ημερολογίου»230. Το πάσχα δηλαδή και οι μετ᾿ αυτού συνδεόμενες κινητές εορτές θα εορτάζωνται σύμφωνα με τις διατάξεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου έχοντας μόνο νέες ημερομηνίες, αυτές του πολιτικού ημερολογίου.
Είναι φυσικά γεγονός ότι οι περισσότερες ημερομηνίες των ακινήτων εορτών του νέου, διορθωμένου ημερολογίου, το οποίο έχουν εν χρήσει οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, συμπίπτουν με τις ημερομηνίες του γρηγοριανού ημερολογίου. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει την ομοιότητα τών δύο ημερολογίων, καθώς αυτά διαφέρουν όχι μόνο στην τήρησι των περί του πάσχα διατάξεων, το οποίο συνιστά τεράστια διαφορά, αλλά και στην τήρησι αρκετών ακινήτων εορτών (π.χ. Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, ιερομάρτυρος Πολυκάρπου)231.
Είναι επίσης αναμφίβολο ότι η διόρθωσις του ημερολογίου και μάλιστα η επαναφορά της εαρινής ισημερίας από τις 8 στις 21 Μαρτίου, (οπότε και το πάσχα είναι δυνατόν να εορτασθή όχι από τις 22 Μαρτίου έως τις 25 Απριλίου, αλλά από τις 4 Απριλίου έως τις 8 Μαΐου), έθιξε έμμεσα και τον πασχάλιο κύκλο και τα εξ αυτού εξαρτώμενα επί μέρους στοιχεία του λειτουργικού έτους, δηλαδή τις ημέρες της νηστείας των αγίων Αποστόλων, τους ήχους, τις ευαγγελικές και αποστολικές περικοπές, τα τυπικά των κινητών αλλά και ορισμένων ακινήτων εορτών (π.χ. αγίου Γεωργίου). Οι ανωτέρω λειτουργικές και τυπικολογικές ανωμαλίες και επιπτώσεις είναι σίγουρα υπολογίσιμες, όμως σε καμμία περίπτωσι δεν συνιστούν ανατροπή ή αθέτησι του πασχαλίου και μάλιστα των σχετικών διατάξεων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Τήν άποψι αυτή άλλωστε ωμολογούσε ακόμη και ο ηγέτης των Γ.Ο.Χ. Χρυσόστομος, ο οποίος διεκήρυττε τα εξής: Οι Σύνοδοι του ιστ΄ αιώνος «κατεδίκασαν μεν το Γρηγοριανόν ημερολόγιον, αλλ᾿ η καταδίκη αύτη αφορά τους Λατίνους, οίτινες έθηκαν εις εφαρμογήν το όλον ημερολόγιον, ενώ ο Αρχ/πος παρέλαβεν εκ τούτου το ήμισυ εφαρμόσας αυτό εις τας ακινήτους εορτάς και διατηρήσας το Παλαιόν διά το πάσχα και τας κινητάς εορτάς, ακριβώς ίνα παρακάμψη τον σκόπελον της καταδίκης ταύτης. Κατά ταύτα, η καινοτομία αύτη του Αρχ/που εφαρμόσαντος το Γρηγοριανόν ημερολόγιον μόνον διά τας ακινήτους εορτάς και ουχί διά το Πάσχα, δι᾿ ό κυρίως κατεδικάσθη το Γρηγοριανόν ημερολόγιον, ως αντιπίπτον προς τον ζ΄ Αποστολικόν Κανόνα αποτελεί ζήτημα, όπερ πρώτην φοράν εμφανίζεται εις την ιστορίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνεπώς η σύγκλησις Πανορθοδόξου Συνόδου ου μόνον δεν περιττεύει... αλλά και επιβάλλεται διά την κανονικήν και έγκυρον καταδίκην του ζητήματος τούτου»232.

Το γρηγοριανό ημερολόγιο καταδικάσθηκε και από δύο νέες Συνόδους στην Κωνσταντινούπολι το 1587233 και το 1593. Στην Σύνοδο του 1593 «μετέσχον οι πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας ο Β΄, Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς επέχων τον τόπον και του Αντιοχείας, Ιεροσολύμων Σωφρόνιος και τεσσαράκοντα Αρχιερείς του Οικουμενικού θρόνου»234. Ο λόγος για τον οποίο το γρηγοριανό ημερολόγιο καταδικάσθηκε και από τις δύο ανωτέρω Συνόδους, είναι φυσικά η αθέτησις των διατάξεων περί της εορτής του πάσχα και ο συνεορτασμός με τους Εβραίους.
Ο ιερός Δοσίθεος Ιεροσολύμων στο έργο του «Τόμος Αγάπης» αναφέρει τις αποφάσεις και τους κανόνας της Συνόδου του 1593235 μέ τον εξής χαρακτηριστικό τίτλο: «Πράξις συνοδική εν ή και αποβολή του νέου καλενδαρίου ήτοι της περί το πάσχα λατίνων καινοτομίας».
Η Σύνοδος στις 12 Φεβρουαρίου 1593 «εξέδωκεν, εκτός της Πράξεως περί της επικυρώσεως του Ρωσσικού Πατριαρχείου, οκτώ κανόνας»236, από τους οποίους μόνο ο όγδοος αναφέρεται στην γρηγοριανή μεταρρύθμισι.
Στήν αρχή του κανόνος αυτού οι Πατέρες διακηρύττουν, ότι «ασάλευτον διαμένειν βουλόμεθα το τοις Πατράσι διορισθέν περί του αγίου και σωτηρίου πάσχα»237. Το υπόλοιπο του ογδόου κανόνος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μία απλή επανάληψις του α΄ κανόνος της Συνόδου της Αντιοχείας (341), η οποία καταδικάζει, όσους αποτολμούν «παραλύειν τον όρον της αγίας και μεγάλης Συνόδου της εν Νικαία συγκροτηθείσης, επί παρουσία της ευσεβείας του θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περί της αγίας εορτής του σωτηριώδους Πάσχα... και μετά των Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα»238.

Η σπουδαιότης του ζητήματος του κοινού εορτασμού του πάσχα από όλους τους Χριστιανούς

Αυτό λοιπόν που καταδίκασαν οι τρείς Σύνοδοι του ιστ΄ αιώνος, ήταν η τροποποίησις του πασχαλίου, που επήρχετο διά του γρηγοριανού ημερολογίου, η οποία μάλιστα, κατά τους Γ.Ο.Χ., ονομαζόταν αίρεσις από τον ιερό Δοσίθεο Ιεροσολύμων: «Τέσσερα μεγάλα θηρία εγέννησεν ο ιστ΄ αιών: την αίρεσιν του Λουθήρου, την αίρεσιν του Καλβίνου, την αίρεσιν των Γιεζουβιτών, και την αίρεσιν του νέου Καλενταρίου και κατά μεν των αιρέσεων Λουθήρου και Καλβίνου έγραψαν οι... Κατά δε τής αιρέσεως του νέου Καλενταρίου απεφάνθη η εν Κωνσταντινουπόλει μεγάλη Οικουμενική Σύνοδος τω 1593»239.
Οι λόγοι για τους οποίους ο ιερός Δοσίθεος ωνόμαζε «αίρεσι» το γρηγοριανό ημερολόγιο και το αναγκαστικό επακόλουθό του, την τροποποίησι δηλαδή του πασχαλίου, είναι ότι δι᾿ αυτών αθετούντο αποφάσεις ολόκληρης Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίες μάλιστα ωνομάσθηκαν «όρος» της Συνόδου. Είναι δε γνωσ το ότι με την λέξι «όρος» Οικουμενικής Συνόδου απεκαλούντο συνήθως οι βασικές, δογματικές αποφάσεις των Συνόδων αυτών. Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι το ζήτημα περί του κοινού εορτασμού του πάσχα ήταν το δεύτερο σε σπουδαιότητα ζήτημα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (μετά το ζήτημα της θεότητος του Ιησού) και συζητήθηκε «παυσαμένης της επί τω δόγματι ζητήσεως»240, δηλαδή μετά από την καταδίκη τής αρειανικής αιρέσεως.
Γιά τους Πατέρας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου το ζήτημα του καθορισμού της εορτής του πάσχα δεν ήταν ένα απλό ημερολογιακό ζήτημα, αλλά αναμφίβολα ένα ζήτημα πίστεως. Οι Πατέρες, όπως και οι άγιοι Απόστολοι, «ηθέλησαν να τονίσουν με τον Όρο του μη συνεορτασμού του Πάσχα Εβραίων και Χριστιανών την διαφορά των δύο Πάσχα, διαφορά ουσιώδη και δογματικού χαρακτήρα... Ο συνεορτασμός λοιπόν του Πάσχα Εβραίων και Χριστιανών αποκλείσθηκε “φύσει και θέσει”, γιατί υπάρχει μεταξύ τους άλλη πίστη, αλλοδοξία και ετεροδοξία, εξαιτίας των οποίων ο συνεορτασμός είναι απευκταίος και όχι ευκταίος, όσο οι Εβραίοι απιστούν στον Αναστάντα Χριστό»241.
Την σπουδαιότητα του ζητήματος του εορτασμού του πάσχα αποδεικνύουν επίσης και τα αυστηρά επιτίμια του α΄ κανόνος της Συνόδου της Αντιοχείας (341), η οποία χαρακτηρίζει «αλλοτρίους»242 της Εκκλησίας τους παραβάτας του όρου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Πράγματι, όσοι έδειξαν απείθεια στις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Τεσσαρεσκαιδεκατίται), αποσχίσθηκαν από το σώμα της Εκκλησίας και απετέλεσαν ανεξάρτητες, εκκλησιαστικές κοινότητες.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος (381) κατέτασσε τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτας στούς αιρετικούς243. Όπως όμως προαναφέραμε, το 1924 η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποδέχθηκε το γρηγοριανό ημερολόγιο ούτε τροποποίησε το πασχάλιο.

Η διόρθωσις του ημερολογίου το 1924 δεν έχει καμμία σχέσι με την απείθεια των Τεσσαρεσκαιδεκατιτών προς την Εκκλησία και συνεπώς η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αθέτησε ούτε τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ούτε της Συνόδου της Αντιοχείας, αλλά ούτε και των Ορθοδόξων Συνόδων του ιστ΄ αιώνος.
Οι Γ.Ο.Χ. βέβαια συνηθίζουν να κατηγορούν την Εκκλησία της Φινλανδίας, η οποία εδώ και ογδόντα έτη244 «ακολουθεί τους Φράγγους και στον εορτασμό του πάσχα»245. Γνωρίζουμε πράγματι, ότι ο εορτασμός του πάσχα κατά το γρηγοριανό πασχάλιο από τις τρείς μικρές επισκοπές της Εκκλησίας της Φινλανδίας σκανδαλίζει τους Ορθοδόξους πιστούς. Είναι όμως σίγουρο ότι η αντικανονική αυτή πράξις, την οποία κατ᾿ ανάγκη ανέχονται οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, δεν είναι δυνατόν να αποτελέση σοβαρή δικαιολογία των Γ.Ο.Χ. για την απόσχισί τους από το σώμα της Εκκλησίας.
Η επίκλησις λοιπόν από τους Γ.Ο.Χ. των καταδικαστικών αποφάσεων τών Συνόδων του ιστ΄ αιώνος είναι μάλλον άστοχη και άδικη. Πολύ περισσότερο άδικη είναι η επίκλησις συγκεκριμένων δήθεν αναθεματισμών τών ανωτέρω Συνόδων, καθώς οι αναθεματισμοί αυτοί δεν είναι τίποτε άλλο, παρά προϊόν μιάς τολμηρής και άνευ προηγουμένου πλαστογραφίας. Άς δούμε όμως το ζήτημα αναλυτικά.

***
Σημ. "Συγχώρησης": Ο αδελφός ΓΟΧ που απαντά με ευγένεια και αξιοπρέπεια στα ανωτέρω στο ιστολόγιο Ορθόδοξη Μαρτυρία, αντιτάσσει στο θέμα του πασχαλίου τα εξής:
Ως προς το Πασχάλιο θαυμάζουμε το μέγεθος της υποκρισίας των νεωτεριστών. Από τη μία και για να καθησυχάσουν τις φωνές διαμαρτυρίας ισχυρίζονται ότι δεν άλλαξαν το Πασχάλιο, από την άλλη όμως θεωρούν απαραίτητη μελλοντικά την αλλαγή του Πασχαλίου για να συμβαδίζει δήθεν με το πνεύμα των κανόνων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, και με την πραγματική ισημερία.
Ακολουθεί κείμενο του Σεβαστού Κυμινήτη, που εξηγεί ότι η Ορθοδοξία παρέμεινε στις διατάξεις της Α΄ Οικ. Συνόδου και δεν υιοθέτησε το ημερολογιακά ακριβέστερο ως προς την ισημερία παπικό πασχάλιο.
Και παρακάτω:
Μήπως τελικά ο σκοπός τους ήταν ο συνεορτασμός των εορτών, κινητών και ακινήτων, με τους Δυτικούς, ως πρώτο βήμα και απαραίτητη προϋπόθεση για την «ένωση των εκκλησιών»; Βεβαιότατα! Και προς απόδειξη αυτού παραθέτω ενδεικτικά τα εξής στοιχεία στον καλοπροαίρετο αναγνώστη:
α) Από την Πατριαρχική Εγκύκλιο του 1920. Η προσέγγιση των Εκκλησιών θα γίνει «διά της παραδοχής ενιαίου ημερολογίου προς ταυτόχρονον εορτασμόν των μεγάλων χριστιανικών εορτών υπό πασών των Εκκλησιών».
β) Από την Πατριαρχική επιτροπή του 1922. Το μέλος της επιτροπής καθηγητής Γ. Λιαννόπουλος απέδειξε ότι εκ των τριών ηλιακών ημερολογίων, το Ιουλιανό και το Περσικό είναι ανώτερα του Γρηγοριανού. Αυτή η επιστημονική γνώμη μάλλον δεν εξυπηρετούσε όμως τον σκοπό ο οποίος ήταν ο κοινός εορτασμός, όπως προείπαμε, τόσο στις ακίνητες, όσο και στις κινητές εορτές, δηλαδή στο Πασχάλιο. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατό να γίνει χωρίς αντίδραση η παραδοχή του Γρηγοριανού Πασχαλίου, συζητήθηκε και η μονιμοποίηση της εορτής του Πάσχα (να γίνει δηλαδή ακίνητη εορτή), για την οποία ο Βιζύης Άνθιμος γνωμοδότησε (Νέος Ποιμήν, 1922, τ. 3-4-5, σελ. 234-236): «Η προτεινόμενη μονιμοποίησις της εορτής του θείου Πάσχα σκοπούσα αναμφισβήτως το μεν εις την επίτευξιν της ταυτοχρόνου παρά πάντων των χριστιανικών λαών πανηγύρεως της μεγίστης ταύτης του Χριστιανισμού εορτής και των εξ αυτής εξαρτωμένων εορτών, το δε την άρσιν των υφισταμένων διά την εύρεσιν της εορτής ταύτης δυσχερειών και τον καθορισμόν αυτής εν ωρισμένη ημέρα του μηνός είναι ομολογουμένως σκόπιμος και επωφελής. Από οποιασδήποτε δε απόψεως, είτε εκκλησιαστικής, είτε κοινωνικής και αν εξετασθήσήμερον η προκειμένη πρότασις, ουδείς δύναται να διαμφισβητήση ότι αύτη αποτελεί διά την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν μέρος του όλου Ημερολογιακού αυτής ζητήματος· καθόσον από εκκλησιαστικής απόψεως εξεταζομένη, είναι πρόδηλον ότι δεν δύναται και εν περιπτώσει πραγματώσεως αυτής να συντελέση εις την επίτευξιν του επιδιωκομένου δι’ αυτής σκοπού, εφ’ όσον η μεν ημετέρα Εκκλησία έχει εν χρήσει το Ιουλιακόν ημερολόγιον, αι δε Εκκλησία της Δύσεως το Γρηγοριανόν. Δι’ ο και κατ’ ανάγκην επιβάλλεται πρωτίστως η ενέργεια περί της ταυτότητος του Ημερολογίου και είτα να επακολουθήση η σκέψις περί μονιμοποιήσεως του Πάσχα».
γ) Από το «Πανορθόδοξο» Συνέδριο του 1923. «Η ανάγκη του ταυτοχρόνου εορτασμού των μεγάλων χριστιανικών εορτών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, υπό πάντων των χριστιανών, τονίζεται ιδιαιτέρως και εν τη προς τας Αυτοκεφάλους Εκκλησίας προσκλήσει του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις την παρούσαν Διορθόδοξον Επιτροπήν» (Πρακτικά, σελ. 56). «Άλλος επί πλέον λόγος προς άμεσον προσαρμογήν και του Πασχαλίου είναι η μεγάλη ηθική σημασία και εντύπωσις, ην θα παραγάγη εις όλον τον πεπολιτισμένον κόσμον η διά της αβιάστου πρωτοβουλίας ταύτης της Ορθοδόξου Εκκλησίας προσέγγισις των δύο χριστιανικών κόσμων της Ανατολής και της Δύσεως εν τω εορτασμώ των μεγάλων χριστιανικών εορτών» (σελ. 57).
δ) Η στάση της παπικής εκκλησίας. Ένα περιστατικό δείχνει ξεκάθαρα τη θετική στάση και της παπικής εκκλησίας απέναντι στον ταυτόχρονο εορτασμό. Όταν η «Κοινωνία των Εθνών» πρότεινε νέο ημερολόγιο (ακόμη πιο νέο δηλαδή και πιο ακριβές) κοινό για όλο τον κόσμο, η παπική εκκλησία απάντησε ότι δέχεται αυτό, «αν δεχθή τούτο και η Ανατολική Εκκλησία» (ΣΚΡΙΠ 17-1-1924).
Ξαναλέω όλα τα υπόλοιπα περί κοινωνικών ή επιστημονικών λόγων, αποδεικνύονται από την μελέτη της ιστορίας, σοφίσματα και ουσιαστικά στάχτη στα μάτια των Ορθοδόξων που αγωνιούσαν. Η μεγαλύτερη λοιπόν αδυναμία της ημερολογιακής μεταρρύθμισης ήταν ότι αυτή δίχασε τους Ορθοδόξους χάριν της ενώσεως με τους ετεροδόξους.

"Συγχώρησις": Στα παραπάνω έχω να παρατηρήσω με σεβασμό ότι έχουν περάσει σχεδόν 90 χρόνια από τότε και καμιά αλλαγή πασχαλίου δεν έχει επιβληθεί στην Ορθοδοξία. Όχι μόνον αυτό, αλλά και οι μισοί Ορθόδοξοι στον κόσμο εξακολουθούν να τηρούν το παλαιό εορτολόγιο, χωρίς να τους έχουν αλλοτριώσει σκοτεινές δυνάμεις και να τους επιβάλουν το νέο (σκοτεινές δυνάμεις, που αναμφίβολα υπάρχουν και επιβουλεύονται τη σωτηρία της ψυχής μας με κάθε τρόπο).
Ακόμη κι αν υπήρχε σχέδιο αλλαγής και του πασχαλίου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το σχέδιο αυτό δεν υλοποιήθηκε. Το απέτρεψε ο Θεός με άμεση παρέμβαση της χειρός Του; Το απέτρεψαν οι υγιείς δυνάμεις της Ορθοδοξίας, θεία βοηθεία βεβαίως; Πάντως δεν υλοποιήθηκε. Άρα, ό,τι κι αν ελέχθη για το θέμα το 1923 ή 24, κάτι που δεν έγινε δεν αποτελεί λόγο διακοπής της κοινωνίας με το σύνολο της Ορθοδοξίας - και μάλιστα το γεγονός ότι δεν έγινε, κατά τη γνώμη μου, φανερώνει την ύπαρξη και την ισχύ των υγιών δυνάμεων της Εκκλησίας και είναι ένας λόγος να παραμένουμε εντός αυτής και να αγωνιζόμαστε εκ των έσω.
Θεού θέλοντος, θα ακολουθήσει ανάρτηση για τους "αναθεματισμούς" των συνόδων του 16ου αιώνα κατά της αλλαγής του ημερολογίου.
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

223 Λ. Κτενά, Πίσω απ᾿ ό,τι φαίνεται στο ημερολογιακό, σελ. 54.
224 Α. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 566-567.
225 Ιω. Καρμίρη, Τά δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος α΄, Αθήναι 1960, σελ. 121.
226 Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος αγάπης, σελ. 538-539.
227 Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος γ΄, § 216, 2, σελ. 125.
228 Ζηλωτών Αγιορειτών Πατέρων, Φωνή εξ Αγίου Όρους, Ήτοι απάντησις εις  το βιβλίον του Π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου..., σελ. 16.
229 Θεοδωρήτου ιερομονάχου, Παλαιόν και νέον, σελ. 24.
230 Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδου, Ιστορική και κανονική θεώρησις του παλαιοημερολογιτικού ζητήματος κατά τε την γένεσιν και την εξέλιξιν αυτού εν Ελλάδι, Αθήναι 1982, σελ. 147.
231 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 150-151.
232 Ηλία Αγγελοπούλου, Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, σελ. 81.
233 Φ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος γ΄, § 216, 2, σελ. 125.
234 Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδου, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 24.
235 Σελ. 541-547.
236 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Έλεγχος παραποιήσεως συνοδικών πράξεων και πατριαρχικών εγγράφων, εν περιοδικώ Γρηγόριος Παλαμάς, τεύχος 193, σελ. 68.
237 Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Αγάπης, σελ. 547.
238 P.G.137, 1276BC.
239 Ζηλωτών Αγιορειτών Πατέρων, Φωνή εξ Αγίου Όρους, Ήτοι απάντησις εις το βιβλίον του Π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου..., σελ. 16.
240 Ερμείου Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος α΄, κεφ. Κα΄, P.G.67, 924B.
241 Νικοδήμου Μπιλάλη, Και αλλαγή Πασχαλίου;, εν εφημερίδι Ορθόδοξος Τύπος, φύλλο 1162, σελ. 1, 4.
242 P.G.137, 1276C.
243 Κανών ζ΄, P.G.137, 344A.
244 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ημερολογιτικών κατηγοριών έλεγχος, σελ. 14.
245 Νικολάου Δημαρά, Περιοδικό Άγιοι Κολλυβάδες, τεύχος 28, σελ. 16.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

28 Αυγούστου: Κοίμηση της Θεοτόκου με το παλαιό εορτολόγιο

Συνεορτάζουμε και συγχαίρουμε με τους ορθόδοξους αδελφούς μας που ακολουθούν το παλαιό εορτολόγιο.
Όχι μόνο τους ΓΟΧ (ναι, και αυτούς - τουλάχιστον όσο κάποιοι ορθόδοξοι στέλνουν συγχαρητήρια σε εορτές των παπικών ή των μουσουλμάνων, πράγμα για το οποίο, οι τελευταίοι, μπορεί να έχουν και ελαφρυντικά λόγω της ισλαμικής "αγκάλης" στην οποία βρίσκονται), αλλά και με το Άγιο Όρος, τη Σερβία, τη Ρωσία, τα Ιεροσόλυμα και όλες τις ορθόδοξες κοινότητες παγκοσμίως που ακολουθούν το πάτριο.
Ως μικρό αντίδωρο αγάπης παραπέμπουμε στην ενότητα Παναγία του άλλου ιστολογίου μας.
Η Χάρις της Υπεραγίας Θεοτόκου, παρακαλούμε, να σκέπει, φωτίζει και καθοδηγεί όλους μας. Εύχεσθε υπέρ ημών, αδελφοί.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Άγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς, π. Σεραφείμ Ρόουζ και σχισματικός ζηλωτισμός

Θ. Ι. Ρηγινιώτης

"Πίστεψέ με, πάτερ, αυτό το γράμμα είναι γραμμένο με αίμα" (π. Σ. Ρόουζ, από επιστολή προς ιερέα για το θέμα του ζηλωτισμού)

Μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι τουλάχιστον μία ομάδα σχισματικών παλαιοημερολογιτών, με το περιοδικό της, συκοφαντεί μεγάλους και αγίους γέροντες της Ορθοδοξίας ως «πλανημένους». Ο όρος εδώ σημαίνει ότι τα αγιοπνευματικά τους χαρίσματα αποτελούν «πλάνες», δηλαδή παγίδες του διαβόλου για την παραπλάνηση των ίδιων και όλων των χριστιανών (περί πλάνης βλέπε εδώ).
Μια ανθολογία πικρών συκοφαντιών κατά των κοιμηθέντων οσίων γερόντων Παϊσίου και Πορφυρίου και κατά του γέροντα Εφραίμ Φιλοθεΐτη βλ. εδώ. Μήπως οι αδελφοί είναι έτοιμοι να ανακηρύξουν «πλανημένους» όλους τους αγίους που κοιμήθηκαν μετά τη δεκαετία του 1920 στους κόλπους της Εκκλησίας της Ελλάδος και των ορθοδόξων πατριαρχείων; Ήταν πλανημένοι οι άγιοι Νικόλαος Πλανάς, Σιλουανός ο Αθωνίτης, Γεώργιος Καρσλίδης, Λουκάς ο Ιατρός και πλήθος άλλοι; Τα χαρίσματά τους ήταν «πλάνες»; Όσοι απ’ αυτούς ήταν ιερείς, δεν είχαν αληθινή ιεροσύνη; Τα μυστήρια που τέλεσαν ήταν άκυρα; Ώστε όλη η Ορθοδοξία, εκτός από τις σχισματικές ομάδες (που κι αυτές αλληλοσυγκρούονται αποκλείοντας η μια την άλλη), είναι αβάπτιστη, αμύρωτη, ακοινώνητη, ανεξομολόγητη, αστεφάνωτη, ακήδευτη;
Αυτή τη σκληρή κριτική, αδελφέ μου παλαιοημερολογίτη (ή «γνήσιε ορθόδοξε χριστιανέ», αν επιθυμείς να σε χαρακτηρίζω έτσι), δεν έχει τη διάκριση να την κάνει ο πνευματικός σου ή ακόμη και ο επίσκοπός σου· μην ξεχνάς ότι επίσκοποι καθαίρεσαν τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, καταδίωξαν τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή, συμμάχησαν με τους εικονομάχους και τους λατινόφρονες. Επίσκοποι καταδίωξαν τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως (τον οποίο, σημειωτέον, πολέμησε μανιωδώς, μετά την κοίμησή του, και η παλαιοημερολογίτισσα μοναχή Μαγδαληνή της Κοζάνης). Ο Θεός μακάρι να τους συγχωρέσει όλους. Ωστόσο, μόνο θεοφόροι και σημειοφόροι άγιοι έχουν τη διάκριση να εκφέρουν άποψη για την αγιότητα ενός τρίτου, ιδιαίτερα αν είναι ήδη αναγνωρισμένος ως άγιος· και αυτοί θα πρέπει, επίσης, να «αποδείξουν» ότι τα χαρίσματά τους είναι από το Θεό και όχι από τον εχθρό.
Λησμονούν οι εν λόγω παλαιοημερολογίτες αδελφοί ότι, με το ίδιο σκεπτικό, εύκολα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε «πλάνες» τα αγιοπνευματικά χαρίσματα όλων των γερόντων που κοιμήθηκαν στους κόλπους των παλαιοημερολογιτών έχοντας διακόψει την κοινωνία τους με την Εκκλησία της Ελλάδος, τα ορθόδοξα πατριαρχεία κ.τ.λ. Ωστόσο, δε θα φτάσουμε στο σημείο αυτό. Θα παραθέσουμε μόνο μερικές πληροφορίες, που τις θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικές, με την ελπίδα να προβληματιστούν οι καλοπροαίρετοι αδελφοί μας ως προς το ζήτημα του σχισματικού «ζηλωτισμού» γενικότερα.

1. Η ενωτική στάση του αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς

Α. Η «Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς»

Ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1896-1966) ήταν ιεράρχης της «Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς» (στο εξής θα την αναφέρουμε: Ρ.Ε.Δ.) ή «Υπερορίου Ρωσικής Εκκλησίας», η οποία απαρτιζόταν κατά κύριο λόγο από Ρώσους «πνευματικούς πρόσφυγες», που είχαν διαφύγει από την Ε.Σ.Σ.Δ. μη μπορώντας να ζήσουν κάτω από το αθεϊστικό καθεστώς. Η Ρ.Ε.Δ. δεν είχε κοινωνία με το πατριαρχείο της Μόσχας, διότι το τελευταίο, μετά την κοίμηση του αγίου πατριάρχη Τύχωνα και μέσα από φοβερές και αιματηρές περιπέτειες, είχε περιέλθει υπό την κηδεμονία του καθεστώτος.
«Η Εκκλησία αυτή, η οποία ιδρύθηκε το 1920 με επείγον διάταγμα του πατριάρχη Τύχωνος της Μόσχας, την ίδια χρονιά είχε αποφασίσει να παραμείνει διοικητικά αποκομμένη από την Εκκλησία της Ρωσίας μέχρις ότου η δεύτερη απελευθερωνόταν από τα δεσμά του άθεου σοβιετικού καθεστώτος. Παράλληλα, όπως βεβαίωναν οι ιδρυτές-ιεράρχες της, η Εκκλησία Εξωτερικού [σ.σ. η Ρ.Ε.Δ.] αυτοχαρακτηριζόταν εξαρχής ως “αδιάσπαστο, πνευματικά ενιαίο παρακλάδι” της Μητέρας Εκκλησίας στη Ρωσία» [ιερομόναχος Δαμασκηνός, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, μφτρ.-επιμ. Χαρά Λιαναντωνάκη, δ΄ έκδ. Μυριόβιβλος 2006, τ. Α΄, σελ. 379-380. Υποσημ. στην ίδια σελ.: «Το ψήφισμα του Συμβουλίου των Επισκόπων της ρωσικής Εκκλησίας Εξωτερικού, που εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 1927, είχε ως εξής: “Το τμήμα της Παρρωσικής Εκκλησίας που βρίσκεται στο εξωτερικό, πρέπει να διακόψει τις οποιεσδήποτε διοικητικές σχέσεις με την εκκλησιαστική διοίκηση στη Μόσχα μέχρι να αποκατασταθούν οι ομαλές σχέσεις με τη Ρωσία και μέχρι την απελευθέρωση της Εκκλησίας μας από τις διώξεις που υφίσταται από τις άθεες σοβιετικές αρχές… Το τμήμα της ρωσικής Εκκλησίας που βρίσκεται στο εξωτερικό θεωρεί ότι είναι αδιάσπαστο πνευματικά ενιαίο παρακλάδι της Μεγάλης Ρωσικής Εκκλησίας. Δε διαχωρίζει τον εαυτό του από τη Μητέρα Εκκλησία και δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αυτοκέφαλο”» (η υπογράμμιση δική μας)].
Τα παραπάνω τα γράψαμε για να γίνει κατανοητό ότι η Ρ.Ε.Δ., παρότι είχε στους κόλπους της και φανατικούς (πράγμα ανθρώπινο), ήταν μια έντιμη προσπάθεια, χαρακτηριζόμενη από ταπείνωση και αγάπη, όχι από υπεροψία και φανατισμό. «Όσο μπορούσαμε να γνωρίζουμε, η ρωσική Εκκλησία Εξωτερικού είχε την ευλογία να περιλαμβάνει στους κόλπους της τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της αγίας Ρωσίας που ζούσαν τότε στη Διασπορά· θαυματουργοί γέροντες, προφήτες, γνήσιοι θεολόγοι και φιλόσοφοι» (ιερομ. Δαμασκηνός, ό.π., σελ. 379). Γι’ αυτό και, μετά την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, αποκατέστησε την εκκλησιαστική κοινωνία της με το πατριαρχείο Μόσχας, προς απογοήτευσιν σχισματικών «ζηλωτών» στην Ελλάδα και αλλού!
Σημειωτέον ότι η Ρ.Ε.Δ. «ήταν μια απ’ τις ελάχιστες Ορθόδοξες Εκκλησίες στη Δύση, που δεν είχε αποδεχθεί τις μεταρρυθμίσεις του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου, τη δεκαετία του ’20, και είχε διατηρήσει το Ιουλιανό (“Παλαιό”) Ημερολόγιο» (ό.π., σελ. 379). Το παλαιό ημερολόγιο, ως γνωστόν, διατηρούν ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιό τους τα πατριαρχεία Ρωσίας και Σερβίας, ενώ σε πολιτικό επίπεδο οι χώρες τους ακολουθούν το νέο ημερολόγιο. Το ίδιο ισχύει και στο Άγιο Όρος (εορτάζουν με το παλαιό). Η διαφορά του ημερολογίου δεν προκαλεί πρόβλημα στην εκκλησιαστική κοινωνία των Εκκλησιών αυτών με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες του πλανήτη, ενώ αντίθετα οι «ζηλωτές» παλαιοημερολογίτες στην Ελλάδα και αλλού έχουν διακόψει αυτή την κοινωνία, με το πρόσχημα ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες που δέχτηκαν την αλλαγή, αλλά και όσες κοινωνούν με αυτές, έχουν προδώσει την Ορθοδοξία στον πάπα. Εκκλησιαστική κοινωνία πρακτικά σημαίνει να αναγνωρίζουμε ως έγκυρα και να λαμβάνουμε τα εκκλησιαστικά μυστήρια ο ένας από τον άλλο, δηλαδή (το γράφω απλοϊκά) να μεταλαβαίνουμε από τους ιερείς τους και εκείνοι από τους δικούς μας ιερείς. Αυτά είναι γενικώς γνωστά, αλλά τα αναφέρουμε για τυχόν μη ενημερωμένους αναγνώστες.
Σημείωση "Συγχώρησης": Δείτε όμως εδώ άρθρο του καθηγητή Αντ. Μάρκου (γνωστού στους ΓΟΧ ασφαλώς) που φαίνεται να αρνείται εντελώς την πνευματική σοβαρότητα της Ρ.Ε.Δ. Κατ' εμέ, το άρθρο -παρά τις ορθές ιστορικές πληροφορίες που οπωσδήποτε περιέχει- απηχεί τις θέσεις της παράταξης, στην οποία ανήκει ο κ. Μάρκου (η οποία περιστασιακά ενώθηκε με τη Ρ.Ε.Δ. και μετά διαχωρίστηκε). Όμως αυτό το άρθρο ας το έχουν υπόψιν οι φίλοι ΓΟΧ Φλωρινικοί και Ενιστάμενοι, και όλοι όσοι σέβονται ως ορθοδόξους τον άγ. Ιωάννη Μαξίμοβιτς και τον π. Σεραφείμ Ρόουζ (τους οποίους στο παρόν ιστολόγιο τιμάμε). Ας βγάλουν οι ίδιοι τα συμπεράσματά τους.
 
Β. Ο άγιος Ιωάννης

Ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μαξίμοβιτς έδρασε στη Σερβία, την Κίνα, τη Γαλλία και τις Η.Π.Α., όπου και κοιμήθηκε το 1966. Το ποιμαντικό, ιεραποστολικό και κοινωνικό του έργο είναι τεράστιο, ενώ ήταν εξαιρετικά θαυματουργός ενώ ακόμη ζούσε. Το σώμα του είναι άφθορο και φυλάσσεται στο Σαν Φρανσίσκο. Η αφθαρσία του φάνηκε και κατά την πολυήμερη έκθεση του σώματός του σε λαϊκό προσκύνημα, πριν κηδευτεί, χωρίς ταριχευτικές επεμβάσεις. Αναγνωρίστηκε ως άγιος από τη Ρ.Ε.Δ. το 1992 και φέρει το προσωνύμιο «Θαυματουργός».
Ο άγιος Ιωάννης, αν και γεμάτος ταπείνωση και αγάπη, ήταν αυστηρός στη διαφύλαξη της ορθόδοξης πνευματικής κληρονομιάς. Δεν ήταν «νεωτεριστής» ούτε «εκσυγχρονιστής». Παρόλα αυτά, αυτός ο γίγαντας της χάριτος, κινήθηκε ενωτικά προς όλους τους ορθοδόξους, πράγμα που προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες των «ζηλωτών» της Εκκλησίας του.
«[Ο αρχιεπίσκοπος] ήταν απολύτως υπεράνω “κομμάτων” κι έτσι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι τάσσεται με τους “απομονωτιστές”, που πολλοί τους ήθελαν επικυρίαρχους στην Εκκλησία του Εξωτερικού. Κάποιοι, λόγου χάριν, είπαν πως είχε συνεορτάσει με κληρικούς του πατριαρχείου της Μόσχας, με την Εκκλησία “Ευλογείτε” [σ.σ. ρωσική Εκκλησία της Δ. Ευρώπης υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο] και με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες του Νέου Ημερολογίου – μια πράξη που πολλοί τη θεωρούσαν ταμπού. Όταν το 1945 διακονούσε ως επίσκοπος Σαγκάης, είναι γνωστό ότι μνημόνευε στις ιερές ακολουθίες το νεοεκλεγμένο πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο Α΄ μαζί με το μητροπολίτη Αναστάσιο. Εξαιτίας αυτού, κατηγορήθηκε από μερικούς ότι είχε μικτές συμπάθειες και μία επικίνδυνη διασύνδεση με το πατριαρχείο της Μόσχας.
»Η αλήθεια είναι ότι, αν και ο ίδιος δε συμβιβάστηκε ποτέ με το σοβιετικό καθεστώς, συνέπασχε με όσους από την Εκκλησία της Ρωσίας δεν μπορούσαν ν’ αποφύγουν ή να αντισταθούν στις κομμουνιστικές αρχές. Προσηλωμένος στη βαθιά πνευματική ενότητα που υπάρχει στο σύνολο της Εκκλησίας [σ.σ. ενν. της Ορθόδοξης] έβλεπε πέρα από προσωρινούς διοικητικούς διχασμούς, απότοκους ατυχών εξωτερικών συγκυριών. Στον Ευγένιο [σ.σ. μετέπειτα π. Σ. Ρόουζ] είπε ότι οι διχασμοί στη ρωσική Εκκλησία ήταν πρόσκαιροι και θα έπαιρναν τέλος μόλις η Ρωσία ελευθερωνόταν. Οι απόψεις του ήταν καθ’ όλα εναρμονισμένες με τις ιδρυτικές αρχές της ρωσικής Εκκλησίας του Εξωτερικού» (π. Δαμασκηνός, ό.π., σελ. 381-382, οι υπογραμμίσεις δικές μας).
Άραγε πόσοι από τους εν Ελλάδι «Γνήσιους Ορθόδοξους Χριστιανούς» σκέφτονται ότι η απόσχισή τους από τη Μητέρα Εκκλησία – έστω και για τους λόγους που επικαλούνται – είναι προσωρινή; Φοβούμαι ότι οι περισσότεροι, μέσα στην καρδιά τους, θεωρούν υπεροπτικά ότι οι ίδιοι είναι η Μητέρα Εκκλησία.

Το 1962-63 ο άγιος Ιωάννης συκοφαντήθηκε ότι ενεπλάκη σε παράνομες εκκλησιαστικές εκλογές και σε κατάχρηση χρημάτων της Εκκλησίας! Η συκοφαντία υποκινήθηκε από ανθρώπους που φοβούνταν την ανάδειξή του σε πνευματικό και διοικητικό ηγέτη της Ρ.Ε.Δ., θέση που επιθυμούσαν για τον εαυτό τους. Ο άγιος δικάστηκε και αθωώθηκε. Κατά το διωγμό του διατήρησε ταπεινή σιωπή. Μετά την κοίμησή του, κάποιοι από τους πολέμιούς του ήρθαν κλαίγοντας και ζήτησαν συγνώμη μπροστά στη σορό του.
Όμως «οι κατηγορίες τράβηξαν την προσοχή της εφημερίδας Σαν Φρανσίσκο Κρόνικλ. Εκεί γράφτηκε ότι “[…] αναγνώρισε τη σοβιετική Εκκλησία όσο βρισκόταν στη Σαγκάη”. Άλλα άρθρα εφημερίδων σημείωναν ότι ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης κατηγορείται για “κόκκινες τάσεις”, “συμπάθειες προς τον κομμουνισμό” και για το ότι “ευνοεί τους δεσμούς με τη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στη Σοβιετική Ένωση”. Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν τότε στο απόγειό του, τέτοιες δηλώσεις είχαν αρνητικό αντίκτυπο στον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη. Όπως είπε στους δημοσιογράφους ο πνευματικός του υιός Μπόρις Μάσενκοφ (ένα από τα [σ.σ. χιλιάδες] ορφανά που είχε φροντίσει κάποτε ο αρχιεπίσκοπος), το μόνο που έκανε ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ήταν να μνημονεύσει τον πατριάρχη της Μόσχας κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών» (π. Δαμασκηνός, ό.π., σελ. 384, η υπογράμμιση δική μας).
Κατά τη διάρκεια της δίωξής του, οι οπαδοί των αντιπάλων του είχαν φανατιστεί εναντίον του και πολλές φορές τον προπηλάκιζαν μετά τη λήξη των ιερών ακολουθιών!... Τότε ο άγιος Ιωάννης έκανε μία ακόμη ενωτική πράξη: «Η διαμάχη ήταν τόσο έντονη, ώστε ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης έδωσε την ευλογία του σε πολλά μέλη του ποιμνίου του να πηγαίνουν στην εκκλησία του πατριαρχείου της Μόσχας στο Σαν Φρανσίσκο αντί για τη δική του εκκλησία. Σε τούτο έδειξε για μια ακόμη φορά έλλειψη πολιτικού κομματισμού, μένοντας προσηλωμένος σ’ ένα πνευματικό όραμα ενότητας της Εκκλησίας, το οποίο υπερέβαινε τους διχασμούς γύρω από δικαιοδοσίες και εξουσίες. Ο Μπόρις Μάσενκοφ και άλλα από τα (ορφανά) πνευματικά παιδιά του, ήταν ανάμεσα σ’ εκείνους που ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης έστειλε στην “αντίπαλη” ρωσική εκκλησία» (π. Δαμασκηνός, ό.π., σελ. 393, η υπογράμμιση δική μας).

2. Ο ενωτικός αγώνας των πατέρων Σεραφείμ και Γερμανού

Α. Η ευλογία του γέροντα Σωφρόνιου

Το 1964, όταν επιχειρούσαν να συστήσουν την «Αδελφότητα του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας», οι δύο πνευματικοί αδελφοί (μέλη της Ρ.Ε.Δ.) Ευγένιος Ρόουζ και Γκλεμπ Ποντμοσένσκυ, εκτός από την ευλογία του αγίου Ιωάννη, που ήταν ο πνευματικός τους πατέρας, ζήτησαν με επιστολή τους και την ευλογία του αγίου γέροντα του 20ού αιώνα Σωφρονίου Σαχάρωφ (φωτο), που ζούσε ήδη στο Έσσεξ της Αγγλίας, όπου ίδρυσε την περιώνυμη πλέον μονή του Τιμίου Προδρόμου. Ο γέροντας τους έστειλε ένα συγκινητικό γράμμα, όπου τους έδινε την ευλογία του και πνευματικές νουθεσίες (βλ. π. Δαμασκηνού, ό.π., σελ. 451-452). Ο γέροντας Σωφρόνιος ήταν κληρικός του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η μονή του Έσσεξ είναι σταυροπηγιακή μονή, δηλαδή υπάγεται απευθείας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους δύο νεαρούς ορθόδοξους να απευθυνθούν σ’ αυτόν ως προς ένα έγκυρο φορέα της ορθόδοξης πνευματικότητας.
Λίγα χρόνια αργότερα οι δύο αδελφοί μετακόμισαν στα βουνά Νόουμπλ Ριτζ, στη βόρεια Καλιφόρνια, όπου και σύστησαν ένα μικροσκοπικό μοναστήρι, που αναδείχτηκε σε κυψέλη της ορθόδοξης πνευματικότητας. Εκάρησαν μοναχοί και αργότερα χειροτονήθηκαν ιερομόναχοι, κατόπιν πιέσεων της τότε πνευματικής ηγεσίας της Ρ.Ε.Δ. Έλαβαν τα ονόματα Σεραφείμ και Γερμανός. Στο ερημητήριό τους, με πρωτόγονα τεχνικά μέσα και πολλή προσευχή, συνέγραφαν και εξέδιδαν το περιοδικό The Orthodox Word (Ο Ορθόδοξος Λόγος), η έκδοση του οποίου συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στον Ορθόδοξο Λόγο δημοσιεύτηκαν τα επόμενα χρόνια αρκετά ιστορικά, αγιολογικά και θεολογικά άρθρα εξαιρετικής σπουδαιότητας.
Μέσα όμως από τον Ορθόδοξο Λόγο οι δύο αδελφοί αγωνίστηκαν και για την ενότητα στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία ταρασσόταν τότε, όπως και σήμερα (και πάντοτε), από το μικρόβιο του εγωισμού, που γεννά το φανατισμό.

Θα δώσουμε μερικά στιγμιότυπα αυτού του αγώνα τους, από τον τρίτο τόμο της βιογραφίας του π. Σεραφείμ.
Σε κάποιον κατηχούμενο, ο π. Σεραφείμ έγραψε, μεταξύ άλλων:
«Μην έχεις κάποια υπερκριτική στάση. […] Μερικοί νεοφώτιστοι, αλίμονο, χρησιμοποιούν την Ορθοδοξία ως μέσο για να αισθάνονται ανώτεροι απέναντι στους μη ορθόδοξους, και μερικές φορές ακόμη και απέναντι στους ορθόδοξους άλλων δικαιοδοσιών. […] Νεοφώτιστοι, που υπερηφανεύονται οι ίδιοι “ότι γνωρίζουν καλύτερα” από τους ρωμαιοκαθολικούς και τους προτεστάντες, καταλήγουν συχνά στο να “γνωρίζουν καλύτερα” από τον εφημέριο της ενορίας τους, τον επίσκοπό τους και τελικά από τους Πατέρες και ολόκληρη την Εκκλησία! […]
»Εάν η στάση σου είναι ταπεινή και χωρίς “υπέρ-επικριτική” διάθεση, εάν τοποθετήσεις πρώτα τον Χριστό στην καρδιά σου και προσπαθήσεις να ζήσεις μια κανονική ζωή σύμφωνα με τον ορθόδοξο τρόπο και άσκηση, θα αποκτήσεις αυτή την επαφή [σ.σ. με τη ζώσα παράδοση της Ορθοδοξίας]. Αλίμονο, οι περισσότερες ορθόδοξες δικαιοδοσίες σήμερα… έχουν απολέσει αυτή την επαφή, περιορίζοντάς την στην απλή κοσμικότητα. Αλλά υπάρχει επίσης ένας πειρασμός από τη “σωστή πλευρά”, που προέρχεται από την ίδια την  “υπέρ-επικριτική” στάση που μόλις ανέφερα. Η προσκολλημένη στις παραδόσεις Εκκλησία (των Παλαιοημερολογιτών) στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε χάος εξαιτίας αυτού· η μια παράταξη αντιπαλεύει την άλλη και αναθεματίζει την άλλη με βάση την “ακρίβεια των κανόνων” και χάνουν από τα μάτια τους ολόκληρη την παράδοση μέσα απ τον τονισμό των “υπέρ-ορθών” σημείων» (ιερομόναχος Δαμασκηνός, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, μφτρ. μοναχός Παΐσιος Νεοσκητιώτης, Μυριόβιβλος 2008, τ. Γ΄, σελ. 142-143, οι υπογραμμίσεις δικές μας).
 
Β. Η βασιλική οδός (*)

Το 1976 στη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς «η “υπέρ-ορθή” ομάδα φαινόταν πως ήταν στο απόγειο της επιρροής της και είχε αρχίσει να αναπτύσσει τις εκκλησιαστικές της απόψεις με το να αναβαπτίζει ανθρώπους από άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αρχίζοντας από την Αγγλία. Το 1976 ήταν το έτος που πολλοί – συμπεριλαμβανομένου του ετοιμοθάνατου αρχιεπισκόπου Αβερκίου– φοβούνταν πως η “υπέρ-ορθή” ομάδα ίσως τελικά ευθυγραμμίσει τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς με το δικό της είδος σχισματικής πολιτικής» (π. Δαμασκηνός, ό.π., σελ. 44).
Οι πατέρες Σεραφείμ και Γερμανός, αν και επιχείρησαν να μην εμπλακούν σ’ αυτή την ψυχοφθόρα κατάσταση, δεν άντεξαν βλέποντας αυτή την πρόσθετη και περιττή δοκιμασία του ορθόδοξου λαού. Όπως επισήμανε με πόνο ο π. Σεραφείμ στο Χρονικό της Αδελφότητας, η στάση της «υπέρ-ορθής» ομάδας «στην πραγματικότητα είναι περισσότερο προϊόν της ανθρώπινης λογικής παρά της ζωντανής παράδοσης της Εκκλησίας. Οι μεγάλοι Ρώσοι επίσκοποί μας και οι θεολόγοι επανεξετάζονται, επειδή δεν είναι πάντα “σωστοί” κατά την αντίληψη αυτής της ομάδας, και τα έργα τους σε αυτή την ερημιά φαίνεται τώρα να τίθενται υπό αμφισβήτηση: μιλάμε για “φανατισμό”, αλλά αυτό δίνει την εντύπωση ότι βοηθάμε στον σχηματισμό μιας ακραίας “παρατάξεως” μέσα στην Εκκλησία». «Ειδήσεις για δημόσιο “αναβαπτισμό” στην Αγγλία έχουν εξοργίσει πολλούς ανθρώπους και αναρωτιέται κανείς, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του αρχιεπισκόπου Αβερκίου: ποιος θα ορίσει το ύφος του αληθινού ζήλου για το μέλλον;» (ό.π., σελ. 45 και 49).
Έτσι, αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες μια ευθείας αντιπαράθεσης με τους «ζηλωτές», οι δύο πατέρες άρχισαν να εκφράζουν μια νηφάλια θέση στον Ορθόδοξο Λόγο. Στον πρόλογο ενός άρθρου του προκαθημένου της Ρ.Ε.Δ. μητροπολίτη Φιλάρετου (σήμερα αναγνωρισμένου ως αγίου), ο π. Σεραφείμ έγραψε: «Υπάρχουν εκείνοι που επιθυμούν να κάνουν οτιδήποτε που είναι τελείως απλό και μαύρο και άσπρο. Θα επιθυμούσαν, (ο Μητροπολίτης Φιλάρετος) και η Σύνοδος να αποκηρύξουν τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών ή των Εκκλησιών που βρίσκονται κάτω από κομμουνιστικό καθεστώς, μη συνειδητοποιώντας πως δεν είναι δουλειά της Συνόδου να αποφαίνεται και να αποφασίζει σε ένα τόσο ευαίσθητο και περίπλοκο θέμα» (ό.π., σελ. 50, η υπογράμμιση δική μας).
Το σύντομο κείμενο του π. Σεραφείμ προκάλεσε επιστολές αγανάκτησης από σκανδαλισμένους ιερείς της Ρ.Ε.Δ. Όπως παρατήρησε ο π. Σεραφείμ, οι ιερείς αυτοί «απλά δεν είχαν καμιά ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κατάσταση […] όπως είναι αυτό που ονομάζεται “πειρασμός εκ δεξιών”» (ό.π., σελ. 51). Ωστόσο, ο αρχιεπίσκοπος Αντώνιος της Ρ.Ε.Δ. και άλλοι, ιερείς και λαϊκοί, εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους προς τους πατέρες και δήλωσαν ότι η τοποθέτησή τους τούς έδωσε θάρρος, αφού ο «ζήλος ου κατ’ επίγνωσιν» προκαλούσε ανησυχία στους πιο συνετούς (βλ. σελ. 51-52 και 55-57).
Ο π. Σεραφείμ έγραψε: «Βλέπουμε την ανάγκη για τη διατύπωση μιας υγιούς τοποθέτησης, η οποία θα δίνει έμφαση στην αληθινή Ορθοδοξία, η οποία σταθερά θα αντιτίθεται στον οικουμενισμό και τον εκσυγχρονισμό, αλλά δεν θα βγαίνει από το πλοίο που είναι η Εκκλησία, “προσδιορίζοντας” τα πράγματα σαν παρουσία ή απουσία της χάριτος ή “αναβαπτίζοντας” εκείνους που είναι ήδη ορθόδοξοι». Ένα ολόκληρο άρθρο θα χρειαζόταν να γραφτεί, με σύνεση και διάκριση. «Αυτό θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να το κάνουμε, αλλά με τη βοήθεια του Θεου και τις προσευχές των αγίων που μας προστατεύουν θα βάλουμε τα δυνατά μας για να κάνουμε το ελάχιστο» (ό.π., σελ. 53-54, υπογρ. δικές μας).
«Το άρθρο που ο π. Σεραφείμ έγραψε τελικά και δημοσίευσε είχε τον τίτλο “Η βασιλική οδός: Αληθινή Ορθοδοξία σε μία εποχή αποστασίας”. Όπως φάνηκε από την αρχή, η διδαχή της “βασιλικής οδού” δεν ήταν μέρος κάποιου συγγράμματος της “ορθόδοξης θεωρίας των κλάδων” [σ.σ. ότι δήθεν κανείς δεν έχει το σύνολο της αλήθειας, αλλά ο καθένας κι από ένα τμήμα της – βασική θεωρία του οικουμενισμού], αλλά ήταν η διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.  Άρχισε με ένα απόσπασμα του αγίου Ιωάννη του Κασσιανού: “Όπως λένε οι Πατέρες, τα άκρα και από τις δύο πλευρές είναι εξίσου βλαβερά… (Πρέπει) να βαδίζουμε τη βασιλική οδό, αποφεύγοντας τα άκρα και από τις δύο πλευρές”.
»“Εφαρμόζοντας αυτήν τη διδασκαλία στη δική μας κατάσταση”, έγραψε αργότερα στο άρθρο του ο π. Σεραφείμ, “πρέπει να πούμε πως η “βασιλική οδός” της αληθινής Ορθοδοξίας σήμερα είναι “το μέσον, το κέντρο”, που σημαίνει να βρίσκεσαι ανάμεσα στα άκρα του οικουμενισμού και της μεταρρύθμισης από τη μια πλευρά και του “ζήλου ου κατ’ επίγνωσιν” (Ρωμ. 10:2) από την άλλη… Ίσως κανένας ορθόδοξος διδάσκαλος στις ημέρες μας δεν μας παρέχει ένα τέτοιο ηχηρό και φλογερό παράδειγμα ορθόδοξης μετριοπάθειας, όπως τελευταία ο αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος του Τζόρντανβιλ· τα αναρίθμητα άρθρα και οι ομιλίες του αποπνέουν το αναζωογονητικό πνεύμα του ορθόδοξου ζήλου, χωρίς καμιά απόκλιση ούτε προς τα “δεξιά” ούτε προς τα “αριστερά” [σ.σ. εννοεί προς καμία «παράταξη» ορθοδόξων] και με έμφαση στην πνευματική πλευρά της αληθινής ορθοδοξίας”» (ό.π., σελ. 54-55, υπογρ. δικές μας).
 
Γ. Για τον π. Δημήτριο Ντούπκο

Μια ακόμη αφορμή για πολεμική εναντίον τους έδωσαν οι πατέρες της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού, όταν υποστήριξαν στον Ορθόδοξο Λόγο τον π. Δημήτριο Ντούπκο ["Ν": το σωστό είναι Ντούντκο (Dudko)] ένα γενναίο ομολογητή ιερέα, που, «μέσα στα σαγόνια του αθεϊστικού καθεστώτος» της Ε.Σ.Σ.Δ., ασκούσε ανοιχτή κριτική στον αθεϊσμό και είχε βαφτίσει πάνω από 5000 ενήλικους. Ο π. Δημήτριος είχε κλειστεί για οκτώμισι χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και, όταν είχε αποφυλακιστεί, είχε συνεχίσει τη δημόσια δράση του. Το 1980 συνελήφθη, φυλακίστηκε και βασανίστηκε «με τις “εξευγενισμένες” σοβιετικές μεθόδους βασανιστηρίων». Τελικά, εμφανίστηκε στην τηλεόραση (20 Ιουνίου του 1980) και δήλωσε ότι αποκηρύσσει τα άρθρα και τα βιβλία του, ομολογώντας ότι είναι ένοχος για «αντισοβιετική δράση». Καθώς μαθεύτηκε αργότερα, υπέκυψε στον εκβιασμό της απειλής για την εξόντωση μιας ομάδας νέων Ρώσων, που είχαν τεθεί εκτός νόμου.
Στην Αμερική ωστόσο οι φανατικοί ορθόδοξοι «ζηλωτές» δεν έπαψαν να κατηγορούν τον π. Δημήτριο, ακόμη και κατά τη διάρκεια της φυλάκισης και του βασανισμού του. Δε μπορούσαν να δεχτούν ότι προέρχεται κάτι καλό από έναν κληρικό του πατριαρχείου Μόσχας! Έτσι «το ενημερωτικό δελτίο της “υπέρ-ορθής” ομάδας δημοσίευσε ένα μακροσκελές άρθρο γι’ αυτόν, με το οποίο προσπάθησε να βρει λάθος στα λόγια του και έτσι να αποδείξει ότι, όντας στην αντίπαλη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Μόσχας, ήταν οικουμενιστής και αιρετικός. Το άρθρο κατέληγε με τη δήλωση ότι, εάν ο π. Δημήτριος επρόκειτο να πεθάνει στη φυλακή χωρίς πρώτα να έχει αρνηθεί τους δεσμούς του με το πατριαρχείο της Μόσχας, δεν θα πέθαινε ως μάρτυρας αλλά “μόνο θα διέπραττε αυτοκτονία”. Ο συντάκτης ζητούσε από τους “ευσεβείς ορθόδοξους χριστιανούς” να προσευχηθούν σωστά, όχι για τον π. Δημήτριο, αλλά για τους διωκόμενους ορθόδοξους χριστιανούς που σε καμιά περίπτωση δεν συνδέθηκαν με το πατριαρχείο Μόσχας.
»“Τώρα η επίθεση είναι ενάντια στον π. Δημήτριο”, σημείωσε ο π. Σεραφείμ σε μια επιστολή, “και εμείς (και ο π. Αλέξιος Γιανγκ) που τον έχουμε υπερασπιστεί, κατηγορούμαστε δημόσια ότι “λέμε μεγάλα ψέματα” και ότι είμαστε “ανήθικοι και ανεύθυνοι”. Πάλι, δεν ενδιαφερόμαστε πρώτιστα για την επίθεση ενάντια σε μας προσωπικά. Αλλά αυτό είναι μια επίθεση ενάντια σε έναν από τους καλύτερους εκπροσώπους της ζωντανής Ορθοδοξίας, της Ορθοδοξίας της καρδιάς!”» (π. Δαμασκηνός, ό.π., σελ. 330-331).
Οι πατέρες της Αδελφότητας συνέχισαν να υπερασπίζονται τον π. Δημήτριο στον Ορθόδοξο Λόγο. «Ο π. Σεραφείμ επιβεβαίωσε πολλές φορές ότι ήταν, όπως και ο π. Δημήτριος, στη μία και την αυτήν Εκκλησία, ακόμα κι αν αυτή την περίοδο, εφόσον στη Ρωσία υποδουλώθηκε το Πατριαρχείο Μόσχας στον κομμουνισμό, δεν θα μπορούσε να είναι σε επίσημη κοινωνία μαζί του. […] Ο π. Σεραφείμ επίσης υπογράμμισε ότι η διαίρεση μεταξύ της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς, στην οποία ο ίδιος ανήκε, και του Πατριαρχείου Μόσχας, στο οποίο ο π. Δημήτριος ανήκε, ήταν μόνο μια προσωρινή διαίρεση και πρέπει να τελειώσει όταν καταρρεύσει ο κομμουνισμός και η Εκκλησία στη Ρωσία θα είναι και πάλι ελεύθερη, όπως πράγματι είναι σήμερα: “Η φωνή του π. Δημητρίου είναι μια δέσμευση ότι η έλλειψη κοινωνίας μας με το Πατριαρχείο της Μόσχας είναι μόνο κάτι προσωρινό, επειδή η Ορθοδοξία κάποιου όπως του π. Δημητρίου είναι ίδια με τη δική μας”. Και πάλι: “Το πρόβλημα των επισκόπων του, της προσέγγισης και κοινωνίας των δύο Εκκλησιών (της Εκκλησίας στο εξωτερικό και του πατριαρχείου της Μόσχας) κ.λ.π. παραμένει ακόμα – αλλά συνεχώς γίνεται όλο και περισσότερο προφανές ότι αυτά τα ερωτήματα, στη Ρωσική Εκκλησία τουλάχιστον, είναι προσωρινά και επιφανειακά και δεν αγγίζουν τη βαθύτερη ενότητα ανάμεσα σε μας και τα αληθινά τέκνα της Ρωσικής Εκκλησίας όπως ο π. Δημήτριος”» (ό.π., σελ. 335-336, υπογρ. δικές μας).
Ανάλογη στάση κράτησαν οι πατέρες και απέναντι σε άλλους αγωνιστές κληρικούς από κομμουνιστικές χώρες, που είχαν διατηρήσει την κοινωνία με τις Εκκλησίες των χωρών τους. Ένας από αυτούς ήταν ο π. Γεώργιος Καλκίου «που είχε κάνει στη Ρουμανία ό,τι ο π. Δημήτριος στη Ρωσία» (ό.π., σελ. 338). Ο π. Γεώργιος είχε φυλακιστεί υπό απάνθρωπες συνθήκες, είχε καταδικαστεί σε θάνατο και είχε αξιωθεί σε οράσεις του ακτίστου φωτός. Απελευθερώθηκε το 1984.
 
3. Άγιος Φιλάρετος και αρχιμανδρίτης Ταυρίων

Μια ιδιαίτερα αξιοσημείωτη περίπτωση είναι ο αρχιμανδρίτης π. Ταυρίων († 1978), τελευταίος γέροντας του Ερημητηρίου του Γκλινσκ, στη Ρωσία. Ο προκαθήμενος της Ρ.Ε.Δ. άγιος μητροπολίτης Φιλάρετος († 1985, άφθορος (**)) έστειλε στην Αδελφότητα υλικό για έκδοση σχετικά με τον π. Ταυρίωνα. Εκεί αναφέρει: «Σύμφωνα με τις πληροφορίες τις οποίες έχω, αυτός ο σοφός και ευσεβής γέροντας ανήκε αρχικά στην Εκκλησία των Κατακομβών· αλλά βλέποντας πως οι πιστοί άνθρωποι διασκορπίστηκαν όπως τα πρόβατα χωρίς ποιμένα, προσχώρησε στην επίσημη Εκκλησία, αλλά στη δράση του παρέμεινε απολύτως χωριστά απ’ αυτήν, δίνοντας όλη τη δύναμή του στην πνευματική καθοδήγηση των ψυχών στην πίστη…» (ό.π., σελ. 339).
Εκκλησία των Κατακομβών ονομάστηκε στη δύση η μυστική, εκτός νόμου Εκκλησία της Ρωσίας, που στελεχωνόταν από μυστικούς επισκόπους, ιερείς και μοναχούς, είχε κρυφές μονές και ναούς, δεν είχε κοινωνία με το πατριαρχείο και διωκόταν ανελέητα από το καθεστώς. Πάρα πολλά μέλη της βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και αρκετοί από αυτούς έχουν σήμερα τιμηθεί από το πατριαρχείο Μόσχας ως άγιοι. Η Εκκλησία των Κατακομβών ήταν η μόνη Εκκλησία επί ρωσικού εδάφους που αναγνώριζαν οι αποσχισμένες ρωσικές Εκκλησίες που βρίσκονταν εκτός Ρωσίας, καθώς και οι σχισματικές ζηλωτικές ομάδες όπου γης. Ένας κληρικός της Εκκλησίας αυτής λοιπόν προσχωρεί στην επίσημη Εκκλησία και ο μητροπολίτης Φιλάρετος αναφέρεται σ’ αυτόν πολύ επαινετικά, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα «σοφό και ευσεβή γέροντα». Η επιστολή αυτή, που δημοσιεύτηκε μαζί με το υλικό που είχε αποστείλει ο άγιος μητροπολίτης, ξεσήκωσε πραγματικό σάλο εναντίον του από τους ζηλωτές της Ρ.Ε.Δ., που έφτασαν στο σημείο να καταγγείλουν τον άγιο Φιλάρετο για… σοβιετική προπαγάνδα! (βλ. ό.π., σελ. 340-342).
Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ έγραψε τότε: «Αυτοί πολεμούν ακόμη και με τον αέρα με την ιησουίτικη λογική τους και δικαιολογούν την “καθαρότητά” τους, ενώ αυτό που απαιτείται είναι καρδιές που αγαπούν και είναι πρόθυμες να βοηθήσουν τους βασανισμένους και αυτούς που αναζητούν και να τους φέρουν κοντά στον Χριστό». «Η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς μπορεί να συνεχίσει να είναι ένας σηματοδότης για τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες – αλλά δεν θα είναι έτσι, εάν γίνουμε μια σέκτα όπως (η “υπέρ-ορθή” ομάδα) θέλει να μας κάνει να είμαστε (μια σέκτα που θα πολεμάει μόνο μαζί με άλλες μικρές “σέκτες” που βρίσκονται στην Ελλάδα» (ό.π., σελ. 341-342 – οι υπογραμμίσεις δικές μας και αξιοπρόσεκτη η ευθεία αναφορά στους Έλληνες παλαιοημερολογίτες).
 
4. Ο γέροντας Γεννάδιος

Στις 3/16 Μαΐου 1983 κοιμήθηκε ο ερημίτης όσιος γέροντας Γεννάδιος, που ασκήτευε επί δεκαετίες στα νότια του νομού Ρεθύμνης, στην περιοχή της Ακουμιανής Γιαλιάς (παράλια περιοχή των χωριών Ακούμια και Βρύσες του δήμου Λάμπης). Ο γέροντας ήταν προικισμένος με εξαιρετικά αγιοπνευματικά χαρίσματα, ήταν διορατικός, προορατικός, η προσευχή του θεράπευσε πολλούς ασθενείς, ενώ καταγράφονται τουλάχιστον τρεις φορές όπου μεταφέρθηκε «εις έτερον τόπον»: μία φορά στην Αμερική, μία σε μια μάχη στο Λίβανο και μία στη Γεωργιούπολη του νομού Χανίων, όπου προσπάθησε χωρίς επιτυχία να αποτρέψει το πολύνεκρο μαθητικό δυστύχημα του 1972. Για την τελευταία περίπτωση διηγήθηκε ότι είδε όλες τις μαθήτριες που πνίγηκαν ανοιχτά της Γεωργιούπολης να ανεβαίνουν στον ουρανό κρατώντας στεφάνια (βλ. Στυλ. Μ. Παπαδογιαννάκη, Γεννάδιος και Ιωακείμ, Δύο Ρεθύμνιοι Άγιοι Μοναχοί, δ΄ έκδ. Ρέθυμνο 2007, σελ. 85-87).
Ο θεοφόρος αυτός γέροντας ήταν παλαιοημερολογίτης και θεωρούσε πλάνη την υιοθέτηση του νέου ημερολογίου. Όμως καταγράφεται η ακόλουθη διδασκαλία του, όταν αφηγήθηκε ότι είδε μια νεοημερολογίτισσα από τα Ακούμια στον παράδεισο: «Πόσοι άνθρωποι με τον νέον εορτολόγιον θα ευρεθούν εντός του παραδείσου και πόσοι άνθρωποι με το παλιαόν εορτολόγιον θα ευρεθούν εις την κόλασιν! Το παλαιόν εορτολόγιον είναι, χωρίς αμφιβολία, το σωστόν. Δεν θα μας σώσει όμως μόνο το εορτολόγιον (παλαιόν ή νέον), αλλά τα έργα μας, η χριστιανική μας ζωή και προπαντός η φιλανθρωπία μας» (Στυλ. Μ. Παπαδογιαννάκη, ό.π., σελ. 126-127).
Εκτός από το γεγονός ότι ο γέροντας είχε πολλά πνευματικά παιδιά, μέλη της καθ’ ημάς Εκκλησίας της Κρήτης και όχι παλαιοημερολογίτες (πράγμα που προφανώς συμβαίνει με όλους τους παλαιοημερολογίτες οσίους γέροντες), γνωρίζουμε, όχι μόνο από τη βιογραφία του αλλά και προσωπικά (λόγω της καταγωγής μου από το Ρέθυμνο και της σχέσης μελών του οικογενειακού και φιλικού μου περιβάλλοντος με το γέροντα), ότι διατηρούσε στενή πνευματική επαφή με ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ορθόδοξης πνευματικότητας στην κεντρική Κρήτη, την ιερά μονή Παναγίας Καλυβιανής στο νομό Ηρακλείου (νέου ημερολογίου), την οποία επισκεπτόταν συχνά, ενώ μοναχές από την αδελφότητα της μονής –οι οποίες τον ευλαβούνταν ιδιαίτερα– παρευρέθηκαν στην κηδεία του. Μάλιστα επικήδειο λόγο εκφώνησε ο πνευματικός της μονής, π. Νεκτάριος (βλ. ό.π., σελ. 116-7, 134-5). [Σημ. για το γέροντα Νεκτάριο: άγιος γέροντας της κεντρικής Κρήτης, γνωστός στους Κρητικούς ΓΟΧ, κι άλλοι από τους οποίους κοινωνούσαν από αυτόν. Αν μπορέσουμε, θα ανεβάσουμε μια ανάρτηση για το πρόσωπό του. Αξίζει όσοι ΓΟΧ δεν τον γνωρίζουν να τον γνωρίσουν (είναι εν ζωή)].
Για ορισμένα χρόνια μάλιστα ο γέροντας κοινωνούσε στην ιερά μονή Καλυβιανής, κοινωνία που διέκοψε όμως γύρω στο 1980 (χωρίς να διακόψει γενικότερα τις σχέσεις του), επηρεασμένος από τα λόγια του παλαιοημερολογίτη ιερομόναχου Καλλίνικου Σελληνιωτάκη, από τα χέρια του οποίου στη συνέχεια κοινωνούσε. Το γεγονός επισημαίνει ο καθηγητής Αντ. Μάρκου, ο οποίος όμως, ως παλαιοημερολογίτης, θεωρεί ότι ορθώς ο γέροντας διέκοψε τη μυστηριακή κοινωνία του με τη μονή Καλυβιανής.
Επίσης, προγνωρίζοντας την κοίμησή του, ήρθε στην ιερά μονή Καλυβιανής, για να «αποχαιρετήσει» τον τότε αρχιεπίσκοπο Κρήτης και νυν μακαριστό Τιμόθεο († 2005), ανακαινιστή της μονής και ιδρυτή του θαυμαστού συγκροτήματος των ευαγών ιδρυμάτων της, ο οποίος είχε στην περιοχή τη φήμη αγίου και τον οποίο ο γέροντας Γεννάδιος σεβόταν ιδιαίτερα [δες γι' αυτόν εδώ]. Ήρθε μάλιστα εσπευσμένα, ξέροντας μέσω της θείας χάριτος ότι ο αρχιεπίσκοπος θα παρέμενε στο μοναστήρι μόνο για μισή ώρα (ό.π., σελ. 82-83, αλλά και εδώ).
Σημείωση του ιστολγίου μας: Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ ότι, αν οι ν.ημ. είμαστε αιρετικοί ή σχισματικοί, τότε ο γέροντας Γεννάδιος σε τίποτα δεν διαφέρει από τους οικουμενιστές, αφού συγχωρτιζόταν με τους "αιρετικούς" ή "σχισματικούς", όπως και αυτοί. Και, για να προχωρήσουμε ένα βήμα ακόμη, πώς είναι άγιος κάποιος που μέχρι το θάνατό του διατηρεί πνευματικές σχέσεις με αιρετικούς ή σχισματικούς; Υπόψιν ότι και οι οικουμενιστές δεν κοινωνούν από τους παπικούς.
 
Επίλογος

Αδελφέ μου, που ακολουθείς πιστά το παλαιό εορτολόγιο, άραγε όλοι οι παραπάνω άγιοι και γέροντες ήταν πλανημένοι; Φοβούμαι ότι πολλοί από τους πνευματικούς καθοδηγητές σου θα είχαν την τόλμη να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο, και μάλιστα χωρίς κανένα προβληματισμό, λέγοντας σε ένα δευτερόλεπτο: «αφού είχαν κοινωνία ή έστω επικοινωνία με τους προδότες της ορθοδοξίας, ήταν σίγουρα πλανημένοι!».
Όμως οι άγιοι της Ορθοδοξίας αγωνίζονται με ταπείνωση να αποφύγουν την πλάνη και δεν σπεύδουν να αποδεχτούν τους λογισμούς τους (είναι χαρακτηριστικό με πόση αγωνία ο π. Σεραφείμ Ρόουζ προβληματιζόταν όταν έγραφε τα κείμενα, στα οποία παραπέμψαμε – βλ. π. Δαμασκηνού, ό.π., σελ. 54). Ο ίδιος πνευματικός, που πιθανόν θα αποφανθεί τα παραπάνω, αναρωτήθηκε άραγε ποτέ για τον εαυτό του αν είναι πλανημένος;
Αυτή τη στιγμή, όπως και στο παρελθόν, στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα και αλλού (εννοώ την Εκκλησία του νέου ημερολογίου) πραγματοποιείται ένας ανένδοτος αγώνας κατά του οικουμενισμού. Για του λόγου το αληθές, βλ. ιστοχώρους όπως http://www.oodegr.com/oode/oikoymen/oikoymen.htm (εδώ και πύρινα κείμενα των επισκόπων Πειραιώς Σεραφείμ και Αυστραλίας Στυλιανού), http://www.impantokratoros.gr/621145E4.el.aspx (βλ. και την Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού), http://www.ierosolymitissa.org/egolpio.htm κ.ά.
Στον αγώνα αυτό έχουν αναλωθεί γέροντες όπως οι Ιουστίνος Πόποβιτς, Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Αυγουστίνος Καντιώτης, Φιλόθεος Ζερβάκος, Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος κ.π.ά., αυθεντικοί φορείς της ορθόδοξης πνευματικότητας όπως ο Φώτης Κόντογλου κ.π.ά., ενώ σήμερα συμμετέχουν πολλοί επίσκοποι, εκατοντάδες ιερείς και μοναχοί και χιλιάδες λαϊκοί, μηδέ σύσσωμων αγιορείτικων μονών εξαιρουμένων. Όλοι αυτοί δεν διέκοψαν την κοινωνία τους με το σύνολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αντίθετα, οι παρατάξεις των παλαιοημερολογιτών ούτε με αυτούς τους γνήσιους αγωνιστές καταδέχονται να κοινωνήσουν, φοβούμενοι μήπως «μολυνθούν». Διατηρούν για τον εαυτό τους (κάθε παράταξη για τον εαυτό της) το μονοπώλιο της ορθόδοξης πίστης και της αγωνίας και του αγώνα για την αγία, σωτήρια και αγαπημένη μας ορθοδοξία.
Σε καλώ σε προβληματισμό. Κοινωνία με τους παραπάνω αγωνιστές δεν σημαίνει άρνηση του παλαιού ημερολογίου. Σημαίνει επάνοδο στην αγία και μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, που σήμερα δοκιμάζεται και που δεν επιτρέπεται να της γυρίζουμε την πλάτη – αυτό θα είναι σε βάρος μας, γιατί κινδυνεύουμε να πεθάνουμε εκτός Εκκλησίας.
Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο, γιατί, ό,τι κι αν προσθέσω, δε θα σε πείσω. Δι’ ευχών όλων των προαναφερθέντων αγίων και γενικώς όλων των αγίων, σε προσκαλώ να προβληματιστείς. Σε χαιρετώ με αγάπη Χριστού. Σ’ ευχαριστώ.

(*) Έτσι ονομάζεται στην ορθόδοξη παράδοση η μέση οδός, η αποφυγή της ακρότητας.
(**) Σημ. του ιστολογίου μας: Είναι ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς που αναγνώρισε τις χειροτονίες των Φλωρινικών, τουλάχιστον, ΓΟΧ από επισκόπους του, παρότι είχαν γίνει χωρίς την άδειά του. Ειρηνοποιός, προφανώς (κατ' εμέ, αξιομίμητος). Περισσότερα γι' αυτόν εδώ.

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Ο ουράνιος σταυρός της 14 Σεπτ. 1925, με το π.ημ.

Η απεικόνιση του θαύματος που δημοσιεύεται παρακάτω υπάρχει στην είσοδο της μονής αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου στη Λυκόβρυση (εκεί την είχα δει προ ετών, υποθέτω ότι βρίσκεται ακόμη στην ίδια θέση). Η θέση εκείνης της παλαιοημερολογίτικης μονής στην εκκλησιαστική ζωή του λαού μας φανερώνει, κατά τη γνώμη μου, ότι οι παλαιοημερολογίτες (παρά τα προβλήματα που ταλανίζουν το χώρο, ακόμη και παρά τις ακρότητες που -κατά τη γνώμη ημών των ν.ημ.- εκφράζουν κάποτε εναντίον μας) δεν μπορούν να ξεριζωθούν από την Εκκλησία ως ξένο σώμα ή "μη ορθόδοξοι".
Το ίδιο το θαύμα φανερώνει πολλά, νομίζω, για το πρόβλημα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης. Ας ακούσουν όσοι θέλουν τη φωνή του.

Στούς αἰῶνες πού διέρρευσαν, ἡ ᾿Εκκλησία δοκιμάστηκε ἀπό δεινές αἱρέσεις πού ἀπειλοῦσαν τήν ἑνότητά της καί ὁδηγοῦσαν ὅσους τίς ἀκολουθοῦσαν στήν ἀπώλεια.
᾿Εντούτοις, ὁ Τίμιος Σταυρός ἐμφανίζεται γιά τρίτη φορά τό 1925, 1574 χρόνια μετά ἀπό τήν τελευταία φορά κατά τήν ὁποία ἐφώτισε τόν οὐρανό τῶν ῾Ιεροσολύμων. Εἶναι τό μισό τῆς δεύτερης δεκαετίας τοῦ 20οῦ αἰῶνος, κατά τόν ὁποῖο γεννᾶται ἡ δεινότερη αἵρεση τῶν τελευταίων αἰώνων, ὁ οἰκουμενισμός, τοῦ ὁποίου πρόδρομος ἦταν ἡ ἀλλαγή τοῦ ἑορτολογίου, τό 1924.
Τό 1922, ὁ Μικρασιατικός ἑλληνισμός, κρίμμασι οἷς Κύριος οἶδε, ξεριζώνεται ἀπό τίς πατρογονικές του ἑστίες, ἔπειτα ἀπό σχεδόν τρισχιλιετή παρουσία στή Μικρασιατική γῆ. Οι ᾿Εκκλησίες τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας, οἱ ὁποῖες ὡς λυχνίες παρομοιάζονται στό βιβλίο τῆς ᾿Αποκαλύψεως, σβήνουν ἡ μία μετά τήν ἄλλη, στερούμενες τοῦ ξεριζωμένου, ποιμνίου τους. ῾Η περίοδος πού ἀκολούθησε ἦταν ὄντως ταραγμένη. Περί τό ἑνάμιση ἑκατομμύριο πρόσφυγες πού κατέφυγαν κυνηγημένοι στήν ῾Ελλάδα, προσπαθοῦσαν νά προσαρμοστοῦν στά νέα δεδομένα καί νά κερδίσουν τήν δυσχερή μάχη τῆς ἐπιβίωσής τους στή νέα τους πατρίδα.
Μέσα σ' αὐτήν τήν ἀσταθῆ ἐθνικά περίοδο, ἔρχεται νά προστεθῆ καί ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου, φράγκικου ἑορτολογίου, διασαλεύοντας τήν εἰρήνη καί ἀνατρέποντας τήν λειτουργική ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας.
Εἶχε βεβαίως προηγηθεῖ προοιμιακά, ἡ πατριαρχική ἐγκύκλιος τοῦ 1920. Δικαίως χαρακτηρίστηκε ὡς «καταστατικός χάρτης τοῦ οἰκουμενισμοῦ», τῆς μεγαλύτερης αἱρέσεως τῶν τελευταίων αἰώνων, ἡ ὁποία ἐν ὀλίγοις, ἀρνεῖται τήν μοναδικότητα τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ἐγκύκλιος αὐτή προέβλεπε μιά σειρά βημάτων γιά τήν «ἕνωση τῶν ᾿Εκκλησιῶν», ἀπό τά ὁποῖα τό πρῶτο ἦταν ἡ ἀλλαγή τοῦ ἑορτολογίου, γιά νά ἑορτάζουν ἀπό κοινοῦ ὅλες οἱ «᾿Εκκλησίες», ὅπως ἀποκαλεῖ τό συνοθύλευμα τῶν αἱρετικῶν παραφυάδων τῆς Δύσεως. Τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου κρατήθηκε μυστικό γιά περίπου τέσσερις δεκαετίες. ῎Εκτοτε, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πρωτοστάτης τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καταβάλλει προσπάθειες μετ' ἐνθέρμου ζήλου νά ἐφαρμόσει τό περιεχόμενό της καί νά ἐπιτύχει πράγματα πού καί αὐτή ἡ αἱρετική ἐγκύκλιος τοῦ 1920, δέν εἶχε συμπεριλάβει.
Τό 1923, ἕνας ἀπό τούς πρωτεργάτες τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας, ὁ τέκτονας Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, συγκάλεσε «Πανορθόδοξο Συνέδριο», τό ὁποῖο ἀνάμεσα στίς καινοτομίες πού ἀπεφάσισε ἦταν ἡ ἀλλαγή τοῦ ἑορτολογίου. Στό κατ' ὄνομα μόνο, ὀρθόδοξο αὐτό συνέδριο, δέν εἶχαν προσέλθει ἐκπρόσωποι τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων τῆς ᾿Ανατολῆς. Οἱ ἐργασίες τοῦ συνεδρίου διεκόπησαν, ἔπειτα ἀπό τήν κοινητοποίηση τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. ᾿Αποτέλεσμά της ἦταν ἡ ἐκδίωξη τοῦ Μελετίου Μεταξάκη ἀπό τήν Πόλη.
Τόν Μάρτιο τοῦ 1924, ὁ ἄλλος πρωτεργάτης τῆς καινοτομίας, ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, μέ μιά αὐθαίρετη ἀπόφασή του, χωρίς τήν σύγκλιση πραγματικῆς πανορθοδόξου Συνόδου καί παρά τά ὅσα περί τοῦ ἀντιθέτου ἕως τότε διακήρυττε, μεταβάλλει τό ἑορτολόγιο. Εἰσάγει καί στήν ᾿Εκκλησία τό Γρηγοριανό ἑορτολόγιο, παρά τήν καταδίκη του ἀπό τρεῖς πανορθοδόξους Συνόδους. ["Ν": δεν εισήχθη όμως το παπικό πασχάλιο, κατά του οποίου κυρίως κατευθύνονταν οι Σύνοδοι, επειδή ανατρέπει τα θεσπίσματα της Α΄ Οικ. Συνόδου περί Πάσχα - γι' αυτό και εμείς δεν ακολουθούμε πλήρως το γρηγοριανό ημερολόγιο (που περιλαμβάνει και το πασχάλιο), αλλά τροποποιημένο το ιουλιανό].
Ο εὐσεβής λαός, ὁ ἄγρυπνος φύλακας τῆς παραδόσεως ἀντιδρᾶ καί ἐμμένει στό πατροπαράδοτο ἑορτολόγιο. Παρά τούς αἱματηρούς διωγμούς καί τόν ἐλάχιστο ἀριθμό ἐγγάμων ἱερέων, ἀλλά καί ἱερομονάχων πού, ἐν τῷ μεταξύ, εἶχε κατέλθη ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος πρός στήριξη τοῦ ᾿Αγῶνος, τό φρόνημα τῶν ζηλωτῶν τῆς πίστεως δέν κάμπτεται. Χαλυβδώνεται ἀκόμα περισσότερο. Σ' αὐτό συνετέλεσε καί ἕνα θαυμαστό γεγονός, πού ὅμοιό του συνέβη δύο φορές στήν ἐκκλησιαστική ῾Ιστορία καί ἦρθε τήν κρίσημη στιγμή ὡς θεία εὐλογία καί ἐπιβεβαίωση τοῦ δικαίου ὑπέρ τῆς ἀκεραιότητας τῆς πίστεως, ἀγώνα τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων.
Τήν εὐλογημένη ἐκείνη νύκτα τῆς 13ης πρός 14ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1925, οἱ ὑπέρμαχοι τῆς γνησιότητος τῆς ᾿Ορθοδοξίας εἶχαν συγκεντρωθεῖ στό ἐξωκκλήσιον τοῦ῾Αγίου᾿Ιωάννου τοῦ Θεολόγου, στούς πρόποδες τοῦ ῾Υμηττοῦ. ᾿Επρόκειτο νά τελεσθῆ ῾Ιερά ᾿Αγρυπνία γιά τήν ἑορτή τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, σύμφωνα μέ τό πατροπαράδοτον ἑορτολόγιον τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὑπό τό ἄγριο βλέμμα τῆς χωροφυλακῆς.
Τότε, στίς ἔνδεκα καί μισή κοντά στά μεσάνυχτα, τόν ᾿Αττικό οὐρανό καταυγάζει μέ τήν λάμψη του ὁ Τίμιος Σταυρός. Σάν οὐράνιος προβολέας, κατά τίς μαρτυρίες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, φωτίζει ὁλόκληρη τήν περιοχή γύρω ἀπό τό μονύδριο τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου. Καλύπτει δέ μέ τό κατάλευκό του ἱλαρόν φῶς καί αὐτή τήν λάμψη τῶν ἀστέρων.

Παρά τό σιωπητήριο πού ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἐπέβαλε στόν τύπο μέ τήν στήριξη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, μιά ἐφημερίδα τόλμησε νά σπάση τή σιωπή καί νά δημοσιεύσει τήν ἀλήθεια, τό θαῦμα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ῏Ηταν ἡ ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», ἡ ὁποία δημοσίευσε τήν ἑπομένη ἡμέρα, τό ἀνακοινωθέν τοῦ Συλλόγου τῶν ᾿Ορθοδόξων, τῆς διοικούσης ἀρχῆς τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων·
«῾Ο "Σύλλογος τῶν ᾿Ορθοδόξων", ἀνεγνωρισμένον Σωματεῖον, συμφώνως πάντοτε πρός τό Παλαιόν ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον εἰς τό ὁποῖον ἐμμένει ἀκλόνητος, τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν θεωρῶν ἀντιθρησκευτικήν καί ἀντικανονικήν, ἑώρτασε σήμερον 14ην Σεπτεμβρίου, κατά τό ἐν λόγῳ ἡμερολόγιον, τήν ἑορτήν τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Πρός τοῦτο ἀπό τῆς 9ης νυκτερινῆς τῆς χθές πλέον τῶν δισχιλίων μελῶν τοῦ Συλλόγου συνηθροίσθησαν ἐν τῷ ἐξοχικῷ ναῷ τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἐτελέσθη ἀγρυπνία. ᾿Εννοεῖται, ὅτι ἡ συγκέντρωσις αὕτη τῶν πιστῶν δέν διέλαθε τήν προσοχήν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ἅτινα ἀπό τῆς 11ης νυκτερινῆς παρηκολούθησαν τήν ἀκολουθίαν χάριν τῆς τάξεως, ὡς εἶπον.
᾿Αλλά οἱαδήποτε κι'  ἄν ἦτο ἡ ἐκεῖ ἀποστολή των, ὀλίγα λεπτά μετά τήν ἐκεῖ ἄφιξίν των ἑκόντα ἄκοντα ἠναγκάσθησαν νά προστεθῶσι καί ταῦτα εἰς τό πλῆθος τῶν πιστῶν, τούς ὁποίους δέν ἐχώρει ἤδη οὐδέ ὁ ἐξωτερικός περίβολος τοῦ ναοῦ, ἕνεκα λόγων ἀνωτέρων πάσης ἀνθρωπίνης διαταγῆς ἤ ἐξουσίας.
῾Η ὥρα ἦτο 11η καί ἡμίσεια πρό τοῦ μεσονυκτίου, ὅτε ἀκριβῶς ἄνωθεν τοῦ ναοῦ καί μέ κατεύθυνσιν ἐξ ᾿Ανοτολῶν πρός Δυσμάς ἐνεφανίσθη φωτεινός λευκός Σταυρός τοῦ ὁποίου ἡ λάμψις περιοριζόμενη μόνον ἐπί τοῦ Ναοῦ καί τοῦ ἐκκλησιαζομένου πλήθους ἐξηφάνιζεν ἐντελῶς τήν λάμψιν τῶν ἀστέρων, κατηύγαζε δέ τόν Ναόν καί τόν περίβολον, ὡς νά κατηυθύνετο ἐπ' αὐτῶν ἠλεκτρικός προβολεύς.
῾Η ὁριζοντία γραμμή τοῦ οὐρανίου τούτου Σταυροῦ ἔκλινεν πρός τά δεξιά, πρός τό κάτω δέ μέρος τῆς καθέτου γραμμῆς του ἐσχηματίζετο μικρότερος Σταυρός διά τῆς παρεμβολῆς ἑτέρας μικροτέρας ὁριζοντίας γραμμῆς. Τό οὐράνιον τοῦτο σημεῖον ἦτο ὁρατόν συνεχῶς ἐπί ἡμίσειαν ὥραν καί κατόπιν ἤρξατο σβενύμμενον ὀλίγον κατ' ὀλίγον.
Τό τί ἐπηκολούθησε μετά τήν ἐμφάνισην τοῦ οὐρανίου τούτου σημείου ἀδύνατον νά περιλάβῃ ἀνθρωπίνη ἀφήγησις. Πάντες οἱ ἐκκλησιαζόμενοι γονυπετεῖς καί κλαίοντες ἐκ τῆς συγκινήσεως ἤρχισαν ψάλλοντες καί δοξολογοῦντες τόν Κύριον ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ. Τά ὄργανα τῆς ἐξουσίας παραιτοῦνται τῆς ἀποστολῆς των καί ἀνευρίσκουσι εἰς τά βάθη τῆς καρδίας των τήν πίστιν τῶν παιδικῶν των χρόνων. ῞Ολος ὁ χῶρος ἐκεῖνος μεταβάλλεται εἰς μίαν γωνίαν ἄλλου τινός κόσμου ὑπέργειου. ῞Ολοι κατέχονται ὑπό ἀνεκφράστου ἱερᾶς συγκινήσεως, ὅλοι κλαίουσιν. ῾Η ἀγρυπνία συνεχισθεῖσα ἐτελείωσε περί τήν 4ην πρωϊνήν, ὁπότε ὁλόκληρος ἐκεῖνος ὁ ἀνθρώπινος χείμαρρος ἤρχισε κατερχόμενος πρός τήν πόλιν διηγούμενος ἀνά πᾶν βῆμα τό νυκτερινόν θαῦμα, ἐκ τῆς συγκινήσεως τοῦ ὁποίου συνείχοντο πάντες.
῎Ισως θά ὑπάρξωσι ἅπιστοι, οἵτινες θά ἀμφισβητήσωσι τό γεγονός, ἴσως θά ὑπάρξωσι δοκησίσοφοι, οἵτινες θά ζητήσωσι νά ἑρμηνεύσουσι τό φαινόμενον διά τῆς αὐθυποβολῆς ἤ δ' οἱασδήποτε ἄλλης βεβιασμένης αἰτιολογίας, πάντως, ὅμως, καί τῶν μέν καί τῶν δέ τά ἐπιχειρήματα ὡς σαθρά, ἀνατρέπονται, ἄν ληφθῇ ὑπ' ὅψιν, ὅτι δέν πρόκειται περί στιγμιαίου φαινομένου διαλάμψαντος δίκην διάττοντος, ἀλλά περί φαινομένου ὁρατοῦ ἐπί ἡμίσειαν καί πλέον ὥραν, τό ὁποῖον ἔβλεπον καί ἐθαύμαζον συνεχῶς δισχίλιοι καί πλέον ἄνθρωποι.
Εὐτυχῶς δέ, ὅτι μεταξύ τῶν ἰδόντων καί θαυμασάντων τόν οὐράνιον τοῦτον φωτεινόν Σταυρόν συμπεριλαμβάνονται καί ὄργανα τῆς ἐξουσίας καί κατάσυνέπειαν καί ἡ᾿Εκκλησία καί τό ἐπίσημον κράτος ἔχουσι καθῆκον νά ἐξετάσωσι, νά ἐξακριβώσωσι καί νά ἐπισημοποιήσωσι τό γεγονός.
᾿Εκτός ὅμως τούτου, νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοῦ οὐρανίου τοῦτου Σταυροῦ, καθ' ἥν ἡμέραν ἑορτάζεται κατά τό παλαιόν ἡμερολόγιον ἡ ἑορτή τῆς῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀποτελεῖ μίαν ἐπίπλέον θεόθεν βεβαίωσιν περί τῆς ὀρθότητος τῶν ἐπί τοῦ προκειμένου πεποιθήσεων τῶν ἀκολουθόντων τό ἡμερολόγιο τοῦτο, παρέχει δέ καί εἰς τούς διευθύνοντας σήμερον τά τῆς ᾿Εκκλησίας, χεῖρα βοηθείας οὐρανόθεν πρός ἀναθεώρησιν τῆς ἀντικανονικῆς ἀποφάσεώς των περί τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν μας μονομερῶς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου δι' ἀποσχίσεως ἐκ τοῦ μεγάλου σώματος τῆς ᾿Ορθοδοξίας». (ἐφημ. "ΣΚΡΙΠ", 15/28-9-1925).

Δείτε και: