Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Ταρσώ, η διά Χριστόν σαλή, μια αγία του π.ημ.

Το βιβλίο του Ι ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ - ΤΑΡΣΩ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ Η Γερόντισσα Ταρσώ η διά Χριστόν σαλή ασκήτεψε στο μοναστήρι της Παναγίας της Πευκοβουνογιάτρισσας, στην Κερατέα Αττικής, το σημαντικό πνευματικό κέντρο του αρχιεπισκόπου Ματθαίου, πνευματικού πατέρα των "Ματθαιικών" ΓΟΧ, από τους οποίους και τιμάται ως άγιος και Νέος Ομολογητής.
Η αγιότητα της Ταρσώς είναι αποδεκτή από τους ορθόδοξους χριστιανούς ακόμη και του νέου ημερολογίου (μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αρκεί για του λόγου το αληθές), πλην ολίγων, που την απορρίπτουν επειδή ανήκε στην Εκκλησία του π.ημ. Μάλιστα η βιογραφία της έχει γραφτεί από τον καθηγητή του παν/μίου Αθηνών Ιωάννη Κορναράκη (ν.η.) και εκδοθεί από το Ιερόν Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, του Αγίου Όρους.
Οι ΓΟΧ (Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Κήρυκος) αναγνώρισαν επίσημα την αγιότητά της το 2010, ορίζοντας ως ημέρα της μνήμης της την 24η Σεπτεμβρίου (π.ημ.), ημέρα της κοίμησής της.
Το παρακάτω βιογραφικό, απευθυνόμενο στους αδελφούς του ν.ημ. (για να τεκμηριωθεί ότι και εντός της Εκκλησίας του π.ημ. αναδεικνύονται άγιοι), αναδημοσιεύουμε από εδώ και εδώ. Δεν αναφέρει ότι η Ταρσώ ανήκε στην Εκκλησία του π.ημ. Εκτενές βιογραφικό της, με πολλές πληροφορίες και έμφαση στην ιδιότητά της, ως ΓΟΧ, προτρέπω να διαβάσετε στο ιστολόγιο Το Συναξάριο της Εκκλησίας του καθηγητή Αντωνίου Μάρκου. Εκεί αναφέρονται άλλοι δύο αγιασμένοι σαλοί του π.ημ.:
Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος - ἡ χλευαστικῶς, πλήν ἀδοκίμως θεολογικά, ἀποκαλουμένη «Ἐκκλησία τῶν Παλαιοημερολογιτῶν» - ὡς ἱστορική καί ὁμολογιακή συνέχεια τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας μετά τό Νεοημερολογιτικό Σχίσμα τοῦ 1924, ἀνέδειξε κατά τόν 20ο αἰ. πλήν τῶν ἄλλων Ἁγίων Της καί τρεῖς διά Χριστόν Σαλούς: Τόν Χαραλάμπη τῶν Καλαμῶν (+ 1974), τήν βιογραφουμένη Ταρσώ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κερατέας (+ 1989) καί τόν Ἱερομόναχο Λεόντιο τῆς Σάμου (+ 1993 [ο βίος του εδώ]).
Διαβάστε επίσης την Ακολουθία της Οσίας Ταρσώς της διά Χριστόν σαλής και τον παρακλητικό κανόνα της. Ας έχουμε τις πρεσβείες της...

*****

Η Ταρσώ (ή Ταρασία) Ζαγοραίου γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του έτους 1910, στο χωριό Ρογό, της περιοχής Κορθίου της νήσου Άνδρου.
Ήταν η μικρότερη από τα έξι παιδιά της οικογένειάς της. Οι γονείς της Περικλής και Μαρία, ήσαν Θεοσεβείς και Θεοφοβούμενοι, ιδιαιτέρως δε η μητέρα της. Ίσως την θρησκευτική ζωή της οικογένειας να επηρέασε θετικά συγγενής της μοναχός, ονόματι Γαλακτίων, ο οποίος από το 1898 έμενε σε έναν απόμερο χώρο του σπιτιού τους.
Η νεαρή Ταρσώ έτυχε άρτιας μόρφωσης για την εποχή της. τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο στη Χώρα. Ήταν άριστη μαθήτρια, πολλές φορές πρώτη στην τάξη της.
Η Ταρσώ, σαν στερνοπαίδι, ήταν το πιο χαϊδεμένο από τα αδέλφια, γι' αυτό και δεν την άφηναν να κάνει δουλειές. Σε μικρή ηλικία πήρε μαθήματα μαντολίνου και με την αδελφή της έπαιζαν συχνά σε συντροφιές. Οι γονείς καθώς και τα παιδιά τους, ήταν πολύ εργατικοί και έτσι υπήρχε στο σπίτι επάρκεια αγαθών. Ζούσαν σε ένα κτήμα έξω από το χωριό και η ζωή κυλούσε ήσυχα μέσα σε οπωροφόρα δένδρα, ελιές και έναν λαχανόκηπο που είχαν για τις ανάγκες τους, παρέα με τα αγελαδοπρόβατα, τα οποία τους προμήθευαν μαλλί, γάλα και τυρί.
Όταν ήταν 8 χρονών, ο θάνατος της μεγάλης αδελφής της, Πηνελόπης, σε ηλικία 20 ετών, βύθισε αυτήν και όλη την οικογένειά της στο πένθος.
Στο δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας της, άρχισε να εκδηλώνεται ο θρησκευτικός της χαρακτήρας και η διάθεσή της να ασχολείται με τα θεία. Η ίδια ομολογεί και επισημαίνει το χρονικό σημείο της αρχής της ζωής της ευσέβειας της, λέγοντας κάποια φορά: "εγώ έφυγα από το σπίτι μου 14 χρονών, τόσα παιδιά παίζαμε έξω από το φούρνο αλλά ήρθε ο αξιωματικός (ο άγγελος) και εμένα διάλεξε. Με πήρα στην αγκαλιά του και που με πήγε δεν ξέρω. Έπαθα αλλοίωση".
Πράγματι, φαίνεται ότι από την αποκαλυπτική αυτή χρονική στιγμή άρχισε η εμφάνιση κάποιων τρόπων συμπεριφοράς της, που προοιωνιζαν τη μετέπειτα παράδοξη πνευματική της ζωή, όπως τελικά καταστάλαξε στην ιδιότυπη δια Χριστόν σαλότητά της.
Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ σε ηλικία 7 ετών στο δημοτικό στην Άνδρο - "Εμείς είμαστε αμαρτωλοί, τι σχέση μπορούμε να έχουμε με τους αγίους;". Η μακαρία Ταρσώ είχε άλλη λογική. Ξεκίνησε τον ασκητικό της αγώνα με την απόφαση ενός θανάτου, του θανάτου του εαυτού της. Συχνά έλεγε, όταν δε μιλούσε με σαλότητα : - "Στον τόπο τούτο μ' έφερε μια νεκροφόρα. Να, εδώ από κάτω μ' έφερε" (και έδειχνε το χώμα). Έτσι, όλη της η ζωή ήταν μια προσπάθεια διαρκούς νεκρώσεως του εαυτού της. Ήταν νεκρή για όλα τα τερπνά και τα ηδέα, αλλά και τα θλιβερά του κόσμου τούτου. Και ακριβώς αυτή η νέκρωση κάθε ανθρώπινου στοιχείου στην προσωπική της ζωή, έκανε εύλογα όσους την πλησίαζαν να σκέπτονται: - Ποιος μπορεί αλήθεια να φτάσει στα μέτρα της Ταρσώς; Αυτή είναι η εκλεκτή του Θεού!
Η μακαρία Ταρσώ διέβλεψε, χάριτι Θεού, τα δικά της μέτρα και έτσι διάλεξε το δικό της δρόμο, τη δική της οδό προς την Βασιλεία του Θεού, την οδό της σαλότητας διά Χριστόν! Το οικογενειακό της περιβάλλον δεν ήταν φυσικά ικανό να αντιληφθεί τον υψηλό στόχο της, που φαίνονταν αφύσικος για μια τόσο μορφωμένη και ιδιαιτέρα όμορφη κόρη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μιας επίμονης φυγής και καταφυγής στο μοναχικό βίο, η ευκολότερη αντίδραση είναι συνήθως η γνωμάτευση των οικίων, ότι "το παιδί τρελάθηκε"! Έτσι η Ταρσώ "χρειάστηκε" ψυχιατρική βοήθεια. Όμως, η μακαρία Ταρσώ δεν ήταν τρελλή. Ήταν πολύ πιο λογική από πολλές μοναχές της Μονής, που την θεωρούσαν τρελή και γι' αυτό την περιφρονούσαν και την απέφευγαν. Ήταν σαλή διά Χριστόν, δηλαδή, ολόκληρη, με την ψυχή και το σώμα, με την καρδιά και το λογικό της, δοσμένη στον Σωτήρα Χριστό. Συνεπής στον Πατερικό λόγο, "Δώμεν εαυτούς τω Κυρίω εξ ολοκλήρου ίνα ολόκληρον αυτόν αντιλάβωμεν". Σε αυτό το ολοκληρωτικό δόσιμο στο Χριστό το λογικό της εφωτίζετο αδιάλειπτα από το φως του Χριστού, κατά την διαβεβαίωση του ψαλμωδού : "συ φωτίεις λύχνον μου, Κύριε ο Θεός μου, φωτίεις το σκότος μου".
Τώρα ήθελε να φύγει μακριά από τους ανθρώπους και την οικογένειά της, ποθούσε την μόνωση και την ελευθερία. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, σκεπτόταν και μιλούσε για την άλλη ζωή, προσηύχετο για τους νεκρούς συγγενείς της και μάλιστα συζητούσε μαζί τους. Άρχισε να εκδηλώνει χάρισμα διοράσεως σε διάφορα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Ένα βράδυ, την ώρα που ετοιμάζονταν να ξαπλώσουν και η μητέρα της τελείωνε την προσευχή της, η Ταρσώ της είπε να μην κάνουν την Θ. Λειτουργία που είχαν προγραμματίσει για την επόμενη σε διπλανό χωριό, επειδή ο παπάς δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει. Η μητέρα της έκπληκτη, την αποπήρε και η Θεία Λειτουργία έγινε. Όπως όμως απεδείχθη, η μικρή Ταρσώ με το μεγάλο χάρισμα, διέβλεψε το κώλυμα: ο ιερέας αποβραδίς είχε μεθύσει.
Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ με την ανιψιά της στο Κόρθι Εν τω μεταξύ, αφού η αδελφή της Κατίνα παντρεύτηκε στην Αθήνα, μετά το 1931, εγκαταστάθηκαν και οι υπόλοιποι εκεί. Η συμπεριφορά της και εδώ παρέμεινε η ίδια : ήρεμη, εσωστρεφής αλλά και αγαπητή σε όλους. Παρουσίαζε όμως και τα παρεξηγήσιμα σαλά καμώματά της. Το πιο ανησυχητικό ήταν ότι συχνά φορούσε ένα λευκό χιτώνα και επίσης λευκό μαντήλι και ότι έφευγε πολλές φορές προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς κανένα φόβο. Φορούσε πάντοτε παλιά παπούτσια και όταν της έδιναν κάποιο καινούργιο ζευγάρι φρόντιζε να τα "περιποιηθεί" καταλλήλως, κτυπώντας τα επίμονα με μια πέτρα για να τα κάνει όπως ήθελε αυτή.
Προπολεμικά, το 1939, της έκαναν και συνοικέσιο. Την κάλεσαν για τραπέζι στο σπίτι του γαμπρού, όπου πήγε με τον αδελφό της. Ο Θεός όμως επέτρεψε να γίνει κάποιος μικρός πειρασμός που έκανε τον αδελφό της να θυμώσει και να την πάρει αμέσως να φύγουν. Η ίδια, έφυγε με την ίδια απάθεια με την οποία είχε πάει, χωρίς να εκδηλώσει αντίδραση, ούτε δυσαρέσκεια. Ότι είχε να πει, το έλεγε μυστικά στο Νυμφίο της Χριστό και ήρεμη δεχόταν τα γεγονότα όπως έρχονται, γεμάτη εμπιστοσύνη και πίστη σε Αυτόν που την επέλεξε από μικρή ως νύμφη Του.
Το καλοκαίρι του 1940, πήγαν για παραθερισμό στην Άνδρο, όπου αποκλείσθηκαν έως το 1942. Εκεί έχασε και την καλύτερή της φίλη, με την οποία έκαναν πολύ παρέα, πράγμα που την λύπησε πολύ.
Σύμφωνα πάντοτε με πληροφορίες των συγγενών της, η σαλότητα της Ταρσώς, είχε ανησυχήσει τόσο τους οικείους της, ώστε το 1942 που επέστρεψαν στην Αθήνα για να προλάβουν χειροτέρευση της καταστάσεώς της, "την πήγαν με το ζόρι" στους ψυχιάτρους. Eκείνοι διέγνωσαν "σχιζοφρένια".
Για τους ψυχιάτρους η Ταρσώ είχε κάποια πειστικά ευρήματα μιας τέτοια ψυχοπαθολογίας. Ισχυριζόταν ότι άκουγε φωνές κεκοιμημένων, είχε το στοιχείο της επιμονής και "άλογης" φυγής από τις κοινωνικές σχέσεις, ζητούσε την μόνωση. Αλλά οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν φυσικά να αντιληφθούν τις πνευματικές αφετηρίες της, κατ' αυτούς, "παθολογικής" συμπεριφοράς.
Έτσι την υπέβαλαν σε μια χειρουργική επέμβαση, που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Έκαναν δύο τρύπες στο κρανίο της, στην θέση των κροτάφων, δεξιά και αριστερά, αλλά χωρίς κανένα "θεραπευτικό" αποτέλεσμα, ούτε εξάλλου βλαπτικό των διανοητικών και ψυχικών της λειτουργιών.
Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ με την μητέρα της 1932 Αθήνα Πάντως με την χειρουργική αυτή ψυχιατρική επέμβαση, η Ταρσώ χαρακτηρίστηκε "επίσημα" ως τρελή. Επέτρεψε ο Θεός να φθάσει σε μια πολύ ταπεινωτική, για τους πολλούς, κατάσταση, η οποία εντούτοις συνυπολογίζεται οπωσδήποτε στην εκούσια και ακούσια γενικώς άσκηση, στην οποία την οδήγησε ο Θεός για να τον δοξάσει από το υψηλό πνευματικό βάθρο της έσχατης, κατά κόσμο, ταπεινώσεως της δια Χριστόν Σαλότητας.
Η Ταρσώ είχε ήδη λάβει Πνεύμα Θεού, προ του πειρασμού του ψυχιατρείου. Έτσι ο πειρασμός της αναγκαστικής της υποβολής σε ψυχιατρική χειρουργική επέμβαση ήταν από το Θεό το καθορισμένο ψυχοσωματικό υπόβαθρο της πνευματικής της σαλότητος. Ήταν δύο φορές "τρελή". Μία φορά κατά κόσμο! Σύμφωνα με την ψυχιατρική διάγνωση! Και μια φορά κατά Χριστόν. Ήταν έτσι περιχαρακωμένη στην έσχατη ταπείνωση. Σε αυτήν την κατάσταση, "δεν ήταν τίποτε, δεν είχε τίποτε!".
Ίσως γι' αυτό αργότερα έλεγε συχνά : "Μου τα πήραν όλα. Μου πήραν εκατομμύρια και δεν έχω τίποτα". Δεν είχε τίποτα. Είχε λοιπόν την δυνατότητα να αποκτήσει το παν. Την καλή αλλοίωση μέσα από την χαρισματική οδό την εν Χριστώ σαλότητος.
Το 1944, στον εμφύλιο, ενώ όλοι οι άνθρωποι ήσαν κλεισμένοι στα σπίτια τους, η Ταρσώ εξακολουθούσε να φεύγει ντυμένη στα άσπρα. Ένα βράδυ κάποιοι κτύπησαν το κουδούνι στην πόρτα της αδελφής της – εκείνη έμενε στα Εξάρχεια, στους πρόποδες του λόφου Στρέφη, όπου είχαν ανοίξει χαρακώματα οι αριστεροί και κατείχαν τον λόφο. Η Ταρσώ έμενε με τους γονείς της, στο σπίτι τους, πίσω από το πρώτο νεκροταφείο στην Γούβα. Έντρομη η αδελφή της, που ήταν μόνη με τα τρία της μικρά παιδιά, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε μια ομάδα από ένοπλους αριστερούς, με γενειάδες, που την ρώτησαν αν έχει μια αδελφή με το όνομα Ταρσώ Ζαγοραίου. Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ λίγο πριν το μοναστήρι Η αδελφή της τρόμαξε, νομίζοντας ότι είχε πάθει κάτι η Ταρσώ. Ο ένας από του ένοπλους άντρες, που φαινόταν και επικεφαλής, παραμέρισε τότε τους άλλους και έκανε τόπο στην Ταρσώ να περάσει και να μπει στο σπίτι. Στην συνέχεια λέει στην αδελφή της : "Ποια είναι αυτή που περνάει ατρόμητη μέσα από τις σφαίρες και καμιά σφαίρα δεν την αγγίζει;".
Αυτή η παράδοξη εξωτερικώς και θεία εσωτερικώς κατάσταση της μακαρίας Ταρσώς είχε φέρει σε πλήρη αμηχανία τους δικούς της, οι οποίοι πλέον δεν ήξεραν τι να σκεφτούν και τι να κάνουν. Η αγαπημένη τους Ταρσώ, αν και είχε έναν διαφορετικό από αυτούς τρόπο ζωής, ήταν τόσο προσηνής και υπάκουη, ώστε δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε κίνηση που γινόταν "για το καλό της", εκ μέρους των άλλων. Είδαμε ότι δεν αντέδρασε στο συνοικέσιο που της έκαναν, αλλά και υπέμεινε στο πραγματικό μαρτύριο της αδικαιολόγητης λοβοτομής, παραδομένη ολοκληρωτικά στον Κύριο και Νυμφίο της. Εφόσον ο Ίδιος την είχε εισάγει στο μεγαλειώδες και ειδικό αυτό αγώνισμα της δι' Αυτόν σαλότητος, ώφειλε να τον ακολουθήσει, αίροντας τον Σταυρό Του, ο οποίος είναι "Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία" (Α' Κορ. α', 23).
Πως ήταν δυνατόν ωστόσο, να την αφήσει ο Χριστός στα χέρια των καλοθελητών αυτών μέχρι τέλους, αφού έβλεπε ότι, από το πολύ ενδιαφέρον τους, είχαν καταντήσει επικίνδυνοι για την γνήσια δούλη Του; Έτσι, οδήγησε τα βήματά της, πάλι μέσω της υπακοής, σε τόπο όπου πλέον θα μπορούσε ανενόχλητη να ασκηθεί μαζί με άλλες ψυχές που είχαν επίσης αφιερωθεί σ' Αυτόν.
Η μητέρα της Ταρσώς ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο και είχε κάποια σχέση με την Ι. Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης, στην Κερατέα. Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ με το μικρό κουρελάκι στην μύτη για να μην φαίνεται η ομορφιά της Εκείνη την εποχή, που η Ταρσώ εθεωρείτο άρρωστη, με ψυχιατρική βεβαίωση (!), κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Ματθαίος, κτήτωρ και επίσκοπος της Μονής, έκανε θαύματα και ιδιαιτέρως θεραπείες. Για το λόγο αυτό η μητέρα της Ταρσώς σκέφτηκε να συνοδεύσει την κόρη της και να φιλοξενηθούν για κάποιο διάστημα στη Μονή, μήπως γίνει το θαύμα και "θεραπευθεί" η Ταρσώ. Έτσι κάποια μέρα του 1949, την πήρε, απογοητευμένη από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και την έφερε, χωρίς να το γνωρίζει, στο οριστικό στάδιο της αθλήσεώς της.
Φαίνεται ότι εκεί έμειναν περίπου τρεις μήνες, χωρίς όμως το αποτέλεσμα που έλπιζαν και επιθυμούσαν. Έτσι, η μητέρα της Ταρσώς απεφάσισε να την πάρει να γυρίσουν στο σπίτι τους. Η Ταρσώ όμως δεν ήθελε να φύγει από το Μοναστήρι με κανένα τρόπο. Γι' αυτό παρακάλεσε η μητέρα της να την φιλοξενήσουν για κάποιο ακόμα διάστημα. Το διάστημα αυτό ήταν τελικά όλη της η ζωή.
Δεν συγκαταλέχθηκε στην αδελφότητα της Μονής, παρέμεινε με τις άλλες δόκιμες στον ξενώνα, όπως συνηθίζεται στην Μονή αυτή. Διέμενε στον χώρο αυτό, υπηρετούσε στα διάφορα διακονήματα, έκανε τα σαλά της, ολοένα αυξανόμενα, και εδέχετο τις περιφρονητικές αντιμετωπίσεις των μοναχών και των λαϊκών. Παρακολουθούσε τις καθημερινές ακολουθίες που εγίνοντο για τους εκεί διαμένοντες, όπου και ανεγίγνωσκε τον Εξάψαλμο, τα Ψαλτήρια, τις Ώρες. Πολλοί ακόμη ενθυμούνται την κατανυκτική της φωνή.
Κατά την διάρκεια της εκεί παραμονής της, της ανέθεσαν το διακόνημα της αντιγραφής των χειρογράφων από το αρχείο της βιβλιοθήκης που διέθεταν, επειδή η Ταρσώ ήταν καλλιγράφος. Οι μοναχές θυμούνται ότι, στην εμφάνισή της ήταν πολύ όμορφη, με ξανθές πυκνές μπούκλες, πράσινα μάτια και χαρούμενο πρόσωπο. Κρατούσε πάντα στα χέρια της ένα Προσευχητάριο με το οποίο προσηύχετο συνεχώς. Απέφευγε τις επαφές με τις άλλες δόκιμες μοναχές και προτιμούσε να κάθετε στο κελί της και να προσεύχεται.
Το κελί στο οποίο η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της Κάθε φορά που η αρμόδια μοναχή πήγαινε να την ξυπνήσει νύχτα, στην ώρα του κανόνα, την έβρισκε πάντα όρθια να προσεύχεται. Μετά από λίγες μέρες διαπίστωσαν οι αδελφές ότι δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί ούτε την ώρα της αναπαύσεως, αλλά κοιμόταν καθιστή. Στον κόπο της νύκτας πρόσθετε και αυτόν της ημέρας. Εκτός από το παραπάνω διακόνημα ανέλαβε να κουβαλά νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, 100 μέτρα από τον ξενώνα της Μονής, για τις ανάγκες των εξωτερικών αδελφών.
Μετά από καιρό άρχισε να συμπεριφέρεται και να μιλά παράξενα, σε σημείο που παρεξηγείτο. Άρχισε να κοροϊδεύει και να επιτιμά τους ανθρώπους και περισσότερο τους ξένους που επισκέπτοντο την Μονή. Οι μοναχές, βλέποντας όλα αυτά της είπαν να φύγει από τον Ξενώνα, όπου είχε μείνει περίπου δύο χρόνια. Έτσι, χωρίς πάλι να το επιδιώξει, βρέθηκε η αγωνίστρια του Χριστού χωρίς κελί, μη έχοντας "που την κεφαλή κλίνη". Εγκαταστάθηκε έξω από την νότια είσοδο της Μονής, στα χωράφια, όπου υπήρχαν τα μαντριά της Μονής και κάποια χαλάσματα. Από τότε, μέχρι το 1988, έμενε εκεί, στο ύπαιθρο ή σε καλύβες από χορτάρια, που τις έστηνε και τις χαλούσε μόνη της. Τα πρώτα χρόνια, δεν είχε σταθερό μέρος να μένει και περιφέρετο μέσα στα χωράφια και στα βουνά. Αργότερα, στην δεκαετία 1970-1980 επιδιόρθωσε τα χαλάσματα που αναφέραμε, τελείως μόνη της, κουβαλώντας τσιμεντόλιθους και σκεπάζοντάς τα με νάιλον και τσίγκους, όταν πλέον είχε αρχίσει να γερνά και είχε ανάγκη από κάποια σταθερή στέγη. Κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν και που εύρισκε υπόστεγο στις μεγάλες βροχές και στις κακοκαιρίες. Πολλές φορές ωστόσο, την είδαν μέσα στην βροχή να κάθεται στο ύπαιθρο, κρατώντας μία λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι της.
Πολλές φορές, έβγαινε και έξω από την ακτίνα του χώρου της Μονής και περπατούσε στις κωμοπόλεις της Κερατέας και του Μαρκόπουλου και επισκέπτετο διάφορα σπίτια. Αυτό ανησυχούσε πολύ την Ηγουμένη Ευφροσύνη, επειδή πίστευε ότι ήταν επικίνδυνο για μια γυναίκα να γυρίζει μόνη της τις νύχτες. Γι' αυτό μια μέρα την φώναξε και της είπε να μη φεύγει μακριά από το Μοναστήρι, γιατί διαφορετικά θα την έδιωχνε. Υπάκουσε η Ταρσώ στην Ηγουμένη και από τότε δεν ξαναβγήκε από την περιοχή της Μονής.
η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ έξω από τον ξενώνα Αν και δεν θεωρείτο κανονικά αδελφή της Μονής, συμμετείχε ενεργά στην ζωή της αδελφότητος. Η διακονία της, που την είχε διαλέξει μόνη της, ήταν να μεταφέρει κάθε μέρα, για πολλά χρόνια, το γάλα για όλη την αδελφότητα (περισσότερες από 300 μοναχές) από τα μαντριά που ήταν περίπου 500 μέτρα έξω από την Μονή, στο Μαγειρείο. Τα άδεια δοχεία τα επέστρεφε στο μαντρί γεμάτα νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, που το χρησιμοποιούσαν οι μοναχές για να ποτίζουν τα ζώα. Από το Μαγειρείο έπαιρνε και το φαγητό της.
Επίσης, έριχνε κοπριά στα αμπέλια της Μονής. Το φορτηγό της Μονής άδειαζε την κοπριά εκεί κοντά, για να πάνε οι μοναχές την επομένη ή κάποια άλλη μέρα, να την ρίξουν στα αμπέλια. Δεν προλάβαιναν όμως, γιατί την επομένη το πρωί, τα εύρισκαν όλα έτοιμα. Το μυστήριο αυτό δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Έτσι παραφύλαξαν ένα βράδυ και είδαν την Ταρσώ να ρίχνει μόνη της μέσα στην νύχτα όλη την κοπριά απ' άκρη σε άκρη στα αμπέλια.
Επίσης, συμμετείχε στις γενικές εργασίες - παγκοινίες - όπου συγκεντρώνονταν πολλές αδελφές, όπως στην συλλογή του βίκου, στον τρύγο, στα χωράφια κ.λ.π. εργαζόταν και αυτή όπως και οι άλλες αδελφές, με την διαφορά ότι δεν καθόταν κοντά τους, αλλά σε κάποια απόσταση από αυτές και ακολουθούσε στην εργασία. Στην ώρα του φαγητού, με το κατσαρολάκι της, πήγαινε για να ζητήσει το φαγητό της από την μαγείρισσα που έδινε φαγητό και στις αδελφές.
Έτσι λοιπόν ο Θεός δια των γεγονότων καθόρισε τον τρόπο της ζωής της αλλά και τον τόπο, στον οποίο θα ζούσε μέχρι την κοίμησή της. Ερημική, ασκητική ζωή. Αδιάλειπτη προσευχή και λογική λατρεία στο Θεό. Διηγείται λοιπόν, η αδελφή της Μαρίνα, πως την συνέλαβε κάποτε σε μια πολύ προσωπική της στιγμή, αφού δεν γνώριζε ότι την παρακολουθούν: "Είχαμε αγρυπνία στο Μοναστήρι. Ήταν καλοκαίρι και η αγρυπνία γινόταν στην αυλή. Είχε φεγγάρι. Όταν άρχισε το Απόδειπνο, έφυγα για να πάω να δω τι κάνει η Ταρσώ. Τότε έμενε στο προηγούμενο κελί της, μια παράγκα από σανίδες. Δεν ήταν έξω. Πλησίασα σιγά-σιγά και, χωρίς να με αντιληφθεί, κοίταξα ανάμεσα από τις χαραμάδες που είχαν οι σανίδες. Ήταν όρθια, έκανε τον σταυρό της, προσηύχετο ψιθυριστά και συνεχώς έλεγε: "Παναγία μου, βοήθησέ με την αμαρτωλή, βοήθα με Παναγία μου, Δέσποινά μου, βοήθα με σε παρακαλώ...". Έμεινα να την ακούω όσο μπόρεσα και όταν επέστρεψα, η αγρυπνία ευρίσκετο στα Απόστιχα, μετά την Λιτή".
Με τον τρόπο αυτό, τον ασκητικό και ησυχαστικό, διαμόρφωσε ανάλογα την εξωτερική της εμφάνιση και αργότερα το ερημικό κελί της.
Σ αυτή τη στάση ξεκουράζονταν η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ. Ποτέ δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένη "Στην αρχή φορούσε μαύρο ράσο αλλά φρόντιζε να φαίνεται παλιό. Το έραβε μόνη της, με τεράστιες φαρδιές τσέπες για να βάζει τα βιβλία της προσευχής, τη Σύνοψη, την Αγία Γραφή, το Ψαλτήρι, κ.α.. Αλλά καθώς προχωρούσαν τα χρόνια, η ενδυμασία της προσαρμόζετο πλέον στην ψυχολογία και το πνεύμα της σαλότητος, εγίνετο ρυπαρή και κακόγουστη, μέχρι αστεία".
Μια τακτική επισκέπτρια της Ταρσώς περιγράφει ως εξής την ενδυμασία της: "Φορούσε μια ξεσκισμένη βρώμικη πουκαμίσα (κάποτε λευκή), μακρύτερη από το, κάποτε μαύρο φόρεμα - ζωστικό, η οποία είχε ραμμένη μια τεράστια εσωτερική τσέπη, τέτοια που να χωρά ότι είχε και δεν είχε, αυτή που τίποτα δεν είχε. Από πάνω, προσπαθώντας μάταια να ζεσταθεί το χειμώνα, έβαζε 3-4 αδιάβροχα νάιλον, το ένα πάνω στο άλλο και στους ώμους ένα καφετί προσόψι, με επιτήδεια ραμμένη κορδελίτσα, σαν μπέρτα"!
Η Ταρσώ φρόντιζε ιδιαίτερα να κρύβει το ωραίο πρόσωπό της, από τα νιάτα της, και ιδιαίτερα τώρα, στην άσκησή της, τα ωραία μάτια της, που αν τα πρόσεχες κάποιες φορές έδειχναν σαν ένα κομμάτι διαμαντένιου ουρανού! Φορούσε στα μάτια της γυαλιά με χοντρούς φακούς, τα οποία στήριζε γύρω στο κεφάλι της με σύρμα. Όταν ήθελε να διαβάσει κάτι, το πλησίαζε πολύ κοντά στο πρόσωπό της. Μια φορά, λοιπόν, λέει σε μια συνομιλήτριά της: "Όλα τους τα έδωσα αδελφούλα μου, τι άλλο να τους δώσω ακόμη; Και τα μάτια μου τους τα έδωσα". Η ευλαβής αδελφή δεν αντιλήφθηκε το νόημα των λόγων αυτών. Όμως αργότερα πληροφορήθηκε, πως όταν ήταν νέα, κάποιος άνδρας, που είχε επισκεφθεί το Μοναστήρι, θαύμασε τα μάτια της και τον άκουσε να λέει πως έχει ωραία μάτια. Τότε αυτή πήγε στο Μοναστήρι, πήρε ένα ζευγάρι γυαλιά με χοντρούς φακούς και τα φόρεσε, με αποτέλεσμα να χαλάσει την όρασή της.
Επίσης τα κάλυπτε την μύτη της με μια μαύρη κορδέλα, την οποία είχε η ίδια επιμεληθεί για να κρύβει το πρόσωπό της, γιατί κάποιος της είχε πει ότι έχει ωραία μύτη. Την κορδέλα αυτή την έβγαλε από το πρόσωπό της όταν άρχισε να γερνά. Φρόντιζε επίσης να έχει σκυμμένο συνεχώς το κεφάλι της, κάτω στο χώμα. Όπως η ίδια είχε πει, "το καφετί χρώμα είναι το χρώμα μου" ! Εξάλλου, τα παπούτσια της ήταν τρυπητά, λαστιχένια (πάντοτε όμως παλιά), δεμένα με σκουριασμένο σύρμα και επίσης πάντοτε παράταιρα.
Οι διαστάσεις του κελιού της δεν επέτρεπαν ένα ανθρώπινο κρεβάτι. Μόνο σκυφτός ή καθιστός χωρούσες μέσα. Άλλωστε σαράντα πέντε χρόνια δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένη. Μόνο όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο δύο φορές, κοιμήθηκε σε κρεβάτι με κάποιες τύψεις "για την πολυτέλεια".
Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ έξω από το κελί της. Το εσωτερικό, πάντως, του κελιού της ήταν εντελώς ακατάστατο. Εκεί υπήρχαν μπόγοι ανοιγμένοι, που έχασκαν χυμένα κάποια παλιόρουχα ή κουβέρτες κουβαριασμένες, ντενεκάκια από κονσέρβες για τις γάτες, σκουπίδια διάφορα και μικροπράγματα άχρηστα. Όλα αυτά σχημάτιζαν ένα σωρό ετερόκλητων πραγμάτων που, στο σύνολό τους, θύμιζαν σκουπιδότοπο. "Στη γωνιά του κελιού της, υπήρχε ένας μεγάλος πάγκος. Ένας – δύο τσιμεντόλιθοι και ένα στραβωμένο σακί τσιμέντο που πέτρωσε από την βροχή, ήταν τα καθίσματά της. Στα νιάτα της κούρνιαζε σαν σκυλί, δίπλα σε θάμνους και στα γεράματά της, συνήθως την εύρισκες καθιστή σε αυτόν τον πάγκο, με το κεφάλι γερμένο. Ακόμη και όταν, τον τελευταίο χρόνο, την πήραν στο γηροκομείο του Μοναστηριού, την εύρισκαν να περνά τη νύχτα σε ένα πεζούλι, έξω στην βροχή".
Η τροφή της ήταν πάντοτε λιγοστή. Ο κανόνας της στο φαγητό φάνηκε και στις τελευταίες της μέρες στο Κ.Α.Τ. Έκανε υπακοή να δεχθεί σούπα, αλλά όταν επέμεναν να συνεχίσει, αρνήθηκε. "Έφαγα, έφαγα, τέσσερις κουταλιές". Αυτό ήταν το όριό της. Η αδελφή Μαρίνα, από την Μονή, της έφερνε το μεσημβρινό φαγητό της, που το χώριζε στα δύο για να δειπνήσει με δυο μπουκιές το βράδυ. Στην περίπτωση που η καλή Μαρίνα έλειπε για δουλειές εκτός της Μονής, δεν είχε την έγνοια της κανένας άλλος. Φαίνεται ότι κάποιες φορές έμενε ολόκληρη εβδομάδα νηστική, μέχρι αν επιστρέψει εκείνη από τις δουλειές της. Της έφερναν μερικές φορές καλομαγειρεμένο φαγητό, που διαφέρει πολύ από φαγητό μαγειρεμένο στο καζάνι για 300 ψυχές. Η αδελφή Μαρίνα της έλεγε : "Κράτησε λίγο να φας", διότι την λυπόταν που ήταν ταλαιπωρημένη. Της απαντούσε : "Μα καλά, το κοσμικό φαγητό είναι καλύτερο;".
Άλλοτε, της πήγε μια πολύ καλή μερίδα ψάρι. Αυτή το καθάρισε και τόδωσε στα γατιά. Της λέει η αδελφή: "μα τι κάνεις; Τι θα φας; Φάε ευλογημένη εσύ το ψάρι και δώσε στα γατιά τα κόκαλα". Και η απάντηση : "μα καλά, εσύ αποφάγια τρως στο Μοναστήρι; Πως θα φάνε τα γατιά τα αγκάθια (κόκαλα);" Με την ίδια στοργή, τάιζε και τα ποντίκια του κελιού της, με μικρά κομματάκια ψωμί. "Θέλουν να φάνε και αυτά", έλεγε.
Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ έξω από το κελί της. Η τρυφερότητα που αισθανόταν για τα ζώα ήταν πολύ μεγάλη. Μια φορά βρήκε κοντά στην θάλασσα ένα κοκαλιάρικο γαϊδουράκι, που έπρεπε να το είχαν εγκαταλείψει γέρικο πολύ για να πεθάνει. Το πήρε, το έφερε στο κελί της και το τάιζε με ψωμί, όσο καιρό έζησε.
Ποιος μπορεί αν αμφιβάλει ότι δεν θα ήταν δυνατόν να μοιράζεται το λιγοστό φαγητό της με τους άλογους και τους λογικούς φίλους της, αν δεν είχε σε μεγάλο βαθμό αποδεσμευτεί από τις υλικές ανάγκες; Όντως, η πραγματική της τροφή, αυτή που την χόρταινε, ώστε να λησμονεί την υλική τροφή, ήταν η πνευματική. Η σκέψη της και η καρδιά της ήταν αποκλειστικά δοσμένες στα ουράνια και στα άγια, στα οποία εντρυφούσε αδιάλειπτα. Αυτό το νόημα είχε ασφαλώς η απάντησή της στην πρόθυμη επισκέπτρια να της φέρει ότι φαγητό θα επιθυμούσε: - Τι να σου φέρω Ταρσώ να φας; - Εσύ θα μου φέρεις να φάω; Εμένα μου φέρνει ο αξιωματικός (ο άγγελος) και η Μαρία!
Τα λίγα αυτά βιογραφικά στοιχεία δίνουν μία πρώτη γενική εικόνα της ζωής της Ταρσώς που προηγήθηκε της εγκαταστάσεώς της στον τόπο της θεοφιλούς της ασκήσεως, αλλά, μέχρι κάποιου σημείου, και της ζωής της, όπως άρχισε αυτή να διαμορφώνεται πλέον, με την ασκητική της βιοτή, στον τόπο αυτό.

ΤΑΡΣΩ - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

 
Η ευωδιάζουσα κάρα της Γερόντισσας Ταρσω (ΠΗΓΗ)

Η ερημική ζωή της Ταρσώς και το γεγονός ότι δεν απομακρυνόταν, παρά σπανιότατα και μόνο για σοβαρό λόγο (όπως στην περίπτωση μιας αναγκαίας νοσηλείας), από τον τόπο αυτό της ασκητικής της διαμονής, δημιουργούσε ευνόητα την απορία στους επισκέπτες, που για πρώτη φορά έφταναν εκεί, ποια μπορούσε να είναι η πνευματική της τροφοδοσία, εφόσον δεν μπορούσε να εκκλησιάζεται και ποια σχέση ήταν δυνατόν να έχει με τη μυστηριακή, ιδιαίτερα, ζωή της Εκκλησίας. Είναι φυσικό, ένας διά Χριστόν σαλός άνθρωπος να μην έχει Εκκλησιαστική ζωή, όπως την ζει ο χριστιανός του κόσμου: εκκλησιασμό και συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, κατά τις τακτές ημέρες και ώρες των Ιερών Ακολουθιών. Ο σαλός και επομένως "άτακτος" τρόπος της ζωής του, δεν του επιτρέπει την παρακολούθηση της εκκλησιαστικής ζωής, κατά τον "κατεστημένο" τρόπο, εφόσον εξάλλου, μεταξύ των στόχων της σαλότητας, υπάρχει και η αποφυγή από οτιδήποτε συντηρεί "κατεστημένη" ευσέβεια, "ευσχημόνως και κατά τάξιν", όπου όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος της "ρουτίνας" της εκκλησιαστικής ζωής.
Η Γερόντισσα ΤΑΡΣΩ. Αλλά τότε, πως μπορεί ένας σαλός διά Χριστόν να είναι ένας χαρισματικός χριστιανός, χωρίς εκκλησιαστική ζωή;
Αν ένας χριστιανός είναι πράγματι χαρισματικός, και μόνο από το γεγονός αυτό βεβαιώνεται ότι ο άνθρωπος αυτός ζει μέσα στην Εκκλησία και διά της Εκκλησίας πορεύεται προς την Βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι άλλοι χριστιανοί. Κάθε πραγματικό χαρισματικό άνθρωπο τον παρακολουθεί βήμα προς βήμα, κατά την πορεία του αυτή, η χάρη του Θεού και αναπληρώνει τα πνευματικά υστερήματα που μπορεί αν οφείλονται στον ιδιαίτερο τρόπο βιώσεως της χριστιανικής του ζωής, όπως λ.χ. αυτούς που ζουν "στα σπήλαια και στις οπές της γης"!

Είπε κάποτε: "Οι αρχάγγελοι μου έδωσαν τρεις στολές και τρεις η Παναγία. Μία μέχρι κάτω, μία ως εδώ και μία ως το γόνατο. Μου τις πήραν και λειτουργούν στην Εκκλησία".
Τι ήθελε να πει η Ταρσώ με τους συμβολικούς αυτούς λόγους; Ποιο είναι το νόημά τους που απέκρυπτε από το νου του συνομιλητή της; Μια πρώτη εντύπωση, που προκαλούν οι λόγοι αυτοί της Ταρσώς είναι ότι ευλογήθηκε τρεις φορές από τους αρχαγγέλους και από την Παναγία. Να υποθέσουμε ότι τον πλούτο αυτό των ευλογιών η ίδια η Ταρσώ τον κατάθεσε στο Σώμα της Εκκλησίας; Οπωσδήποτε όμως δεν είμαστε έξω από το βασικό νόημα αυτού του λόγου, αν αντιληφθούμε την προσφορά του χαρίσματος της σαλότητας αλλά και ολόκληρης της αναγεννημένης ζωής της στη "λειτουργία" της Εκκλησίας! Η αυτοσυνειδησία της Ταρσώς ήταν βαθύτατα εκκλησιαστική!

Μια κυρία, συχνή επισκέπτρια της Ταρσώς διηγείται: "Μια νύχτα βλέπω στον ύπνο μου πως έκανα καθαριότητα στο σπίτι μου και πίσω μου ακολουθούσε η Ταρσώ με μία σκούπα στο χέρι, σκουπίζοντας το δάπεδο με πολύ προθυμία και επιμέλεια. Είχα χαρά και απορία μέσα μου γι' αυτό που έκανε. Και αμέσως, σαν να διάβασε τις σκέψεις μου εκείνη την στιγμή, μου λέει σαν απάντηση σε αυτά που σκεφτόμουν : "επειδή έστειλες στον αδελφό μου αλάτι για το φαγητό του, ήρθα και εγώ να σε βοηθήσω". Ξύπνησα πολύ χαρούμενη. Προσπαθούσα να καταλάβω τα λόγια της και σκεφτόμουν αν είχα κάνει κάτι καλό εκείνες τις ημέρες. Θυμήθηκα μετά από πολύ κόπο ότι είχα στείλει ένα δεματάκι στο Άγιον Όρος με κιμωλία για την προεργασία των εικόνων και κάποιες πληροφορίες για την αγιογραφία, προκειμένου να βελτιώσουν την δουλειά τους.
Την επόμενη φορά που την επισκέφτηκα μου λέει: "ο αδελφός μου με τρέφει και μένα κάθε μέρα, με μνημονεύει, τον ευχαριστώ, να' ναι καλά". Αργότερα πληροφορήθηκα ότι ο μοναχός στον οποίο είχα στείλει το δέμα, που ήταν ιερέας, είχε ακούσει για την Ταρσώ και την μνημόνευε καθημερινά στις Θείες Λειτουργίες που έκανε".

Παλαιόπιστοι - Οι μαρτυρικοί "Γ.Ο.Χ." της Ρωσίας (Β΄)

Αναδημοσίευση της μελέτης του καθηγητού Αντωνίου Μάρκου "Περί των Ρώσων Παλαιοπίστων" (από εδώ).
Συνέχεια από εδώ. 

Οἱ Παλαιόπιστοι

Μεταξύ τῶν πρώτων πού ἀπέρριψαν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 1666 ἦσαν οἱ μοναχοί τῆς ἀκριτικῆς Μονῆς Σολόβκι, στό Βόρειο Παγωμένο Ὠκεανό, οἱ ὁποῖοι δέν δέχθηκαν τόν Ἡγούμενο πού διόρισε ὁ Τσάρος καί κατέστρεψαν τά νέα βιβλία. Ἡ ἀντίδραση τοῦ Τσάρου ὑπῆρξε δυναμική. Ἔστειλε στρατό καί μετά ἀπό πολιορκία 10 ἐτῶν! ἡ μονή καταλήφθηκε καί οἱ ἡγέτες τῆς στάσεως ἐκτελέστηκαν!
Στή Μόσχα ἐξεγέρθηκε τό Σύνταγμα Τιτώφ τῆς Ἀνακτορικῆς Φρουρᾶς, ὑπό τόν Πρίγκιπα Σοβάνσκυ καί τόν καταδικασμένο ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ 1666 Νικήτα τόν Ἐρημίτη. Γιά τήν καταστολή τῆς ἐξεγέρσεως συγκλήθηκε στά Ἀνάκτορα Σύνοδος ὑπό τόν Πατριάρχη Νίκωνα, στήν ὁποία συμμετεῖχαν 14 Ἀρχιερεῖς, παρουσίᾳ τῆς Τσαρίνας Ναταλίας, χωρίς ὅμως ἀποτέλεσμα. Ὅταν οἱ αὐλικοί πέτυχαν νά μεθύσουν τούς στασιαστές, οἱ ἡγέτες συνελήφθησαν, ὁ μοναχός Νικήτας ἀποκεφαλίστηκε καί οἱ μοναχοί πού συμμετεῖχαν ἐξορίστηκαν!
Μεταξύ τοῦ ἀνωτέρου Κλήρου ὁ Ἐπίσκοπος Κολόμνας Παῦλος καί ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ ἦσαν οἱ πλέον σημαντικοί ἀντιδραστικοί. Τότε διαπράχθηκε ἕνα πολύ σοβαρό λᾶθος στρατηγικῆς. Ὁ Νίκων στράφηκε κατά τῶν ἀντιπάλων του καί μέ τήν βοήθεια τῆς κρατικῆς μηχανῆς ἄρχισε τόν διωγμό τους, φανατίζοντας - ἔτσι - τούς ἀντιδραστικούς. Μεταξύ ἄλλων ὁ Ἐπίσκοπος Κολόμνας Παῦλος ἐξορίστηκε στήν περιφέρεια τοῦ Νόβγκοροντ καί τελικά κάηκε ζωντανός! καί ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ στό Τομπόλσκ. Ὁ Νίκων καί τά ὄργανα τοῦ Κράτους ἔφτασαν σέ τέτοια ἀγριότητα, ὥστε ἔκοβαν τά δάκτυλα καί τίς γλῶσσες τῶν Παλαιοπίστων, γιά νά μήν κάνουν τόν Σταυρό τους μέ τόν παλαιό τρόπο! καί νά μήν μιλοῦν κατά τῶν μεταρρυθμίσεων!
Μόνον κατά τήν περίοδο 1672 - 1691 σκοτώθηκαν ἤ κάηκαν ζωντανοί ἀπό τά Τσαρικά στρατεύματα, περισσότεροι ἀπό 20.000 Παλαιόπιστοι! 

Ἡ σύλληψη τῆς Παλαιόπιστης ἡρωϊδας Μπογιαρίνια Μορόζοβα, ἁγίας τῶν Παλαιοπίστων (ζωγραφικός πίνακας). 
Διακρίνονται ὑψωμένα τα δύο δάκτυλα γιά τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν Παλαιοπίστων.

Τό 1681 Σύνοδος στή Μόσχα ἀποφάσισε, ὅτι οἱ Παλαιόπιστοι ἔπρεπε νά διώκονται ἀπό τήν Πολιτεία, οἱ ναοί τους νά κατεδαφίζονται καί τά βιβλία τους νά μήν κυκλοφοροῦν. Τό 1714 ὁ Αὐτοκράτορας Πέτρος Α’ ὁ Μέγας (1682 – 1725), ἐπέβαλε στούς Παλαιοπίστους διπλάσιο φόρο, δέν ἔκανε δεκτή τήν μαρτυρία τους στά δικαστήρια καί ἀπαγόρευσε τόν διορισμό τους στό Δημόσιο. Ὅμως – πιθανῶς γιά νά μειώσει περισσότερο τήν ἐπιρροή τῆς ἐπίσημης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας – τό 1721 διέταξε τόν Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπ. Ριαζάν Στέφανο Ἰαβόρσκυ (Τοποτηρητής τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου 1700 - 1721, Πρόεδρος τῆς Συνόδου 1721 - + 1722), νά ἄρει τά κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθέματα.
Τό 1733 ἡ Αὐτοκράτειρα Ἄννα Ἰβάνοβνα (1730 - 1740), χρησιμοποίησε ἐναντίον τῶν Παλαιο-πίστων τόν Ρωσικό Στρατό.
Τά διωκτικά, ἀστυνομικά καί πολιτικο-οἰκονομικά μέτρα κατά τῶν Παλαιοπίστων καταργήθηκαν ἀπό τήν Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Β΄ τήν Μεγάλη (1762 – 1796).
Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά τονιστεῖ ἡ κοινωνική πλευρά τοῦ θέματος τῶν Παλαιοπίστων. 
"Ἑπόμενο ἦταν - γράφει ὁ Μ. Ἀλεξανδρόπουλος - μιά καί ἡ πρωτοβουλία ἐρχόταν ἀπό τά πάνω, οἱ ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις καί τά μέτρα πού παίρνονταν γιά τήν ἐπιβολή τους, νά μποῦν στή λαϊκή συνείδηση, ὅπως κι ὅλες οἱ ἄλλες δραστηριότητες τοῦ κρατικοῦ κατα-ναγκασμοῦ, ἐξαιρετικά ὀξυμένες ἐκείνη τήν ἐποχή στή Ρωσία, ὅταν μέσα ἀπό τόν παλιό μεσαιωνικό κόσμο ἀνιχνεύονταν οἱ δρόμοι τῆς νέας ἐθνικῆς Ἱστορίας.
Ἡ ἀντίσταση τῶν λίγων στίς ἀρχές Κληρικῶν, ἀποχτοῦσε παλλαϊκό ἀντίλαλο καί οἱ ἡγέτες τοῦ ἀγώνα δέν ἄργησαν νά πάρουν, στή συνείδηση τῶν μαζῶν, διαστάσεις ἡρώων πού ἀγωνίζονταν γιά τά λαϊκά δίκαια. Στίς ἐξαιρετικά σκληρές συνθῆκες τῆς λαϊκῆς ζωῆς, τό ἀντιμεταρρυθμιστικό κίνημα ἔγινε πολύ γρήγορα μορφή διαμαρτυρίας τῆς μεγάλης μάζας τῶν πολυαρίθμων δεινῶν πού τήν μάστιζαν, κι ἀκριβῶς ἡ διαμα-ρτυρία κατά τῆς ἀδικίας ἔγινε ἕνα ἀπό τά ἁδρότερα γνωρίσματα τοῦ κινήματος τῶν Παλαιοπίστων, σάν κοινωνικοῦ - πιά - φαινομένου. Γιά τόν λόγο αὐτό... γιά τίς κρατικές Ἀρχές οἱ αἱρετικοί ἦταν τό ἴδιο μέ τούς ἐπαναστάτες..." (Μ. Ἀλεξανδρόπουλου αὐτ. σελ. 19 - 20).
Ἄλλοι λόγοι γιά τήν διαφοροποίηση τῶν Παλαιοπίστων ἦταν οἱ ραγδαία εἴσοδος δυτικῶν στοιχείων στή Ρωσική Ἐκκλησία, ἀπό τήν Περίοδο τῶν Ταραχῶν καί μετά. Στόν τομέα τῆς Εἰκονογραφίας ἡ Ρωσία εἶχε κατακλυστεῖ μέ εἰκόνες δυτικῆς τεχνοτροπίας, σε σημεῖο ὥστε ὁ Πατριάρχης Νίκων νά προχωρήσει στήν κατάσχεση τῶν Φραγκικῶν εἰκόνων. Μέ τις εἰκόνες αὐτές ἀσχολήθηκε καί ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ ὁ ὁποῖος τις χαρακτήριζε «ἀσυμβίβαστες μέ τήν ἐκκλησιαστική παράδοση». Τό ἴδιο ἴσχυε καί στόν τομέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχιτεκτονικῆς καί Μουσικῆς. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι στή Μονή τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα ἔψαλλε Πολωνική χορωδία μέ ἐκκλησιαστικό ὄργανο (ὑπό τήν διεύθυνση τοῦ Θεοδώρου Ρίτσεφ, 1625 – 1673), ὅπως καί στή Μονή τῆς Νέας Ἱερουσαλήμ μέ προσωπική ἐπίβλεψη τοῦ Νίκωνα! «Ὅλοι αὐτοί ἀκολουθοῦν τούς Λατινικούς κανόνες καί διατάξεις - ἔγραφε ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ - κουνοῦν τά χέρια τους καί τά κεφάλια τους καί χτυποῦν τά πόδια τους γιά νά συνοδεύσουν τό ὄργανο, ὅπως συνηθίζουν οἱ Λατίνοι». (Ἀργότερα, κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Θεοδώρου, ὁ Πολωνός Ν. Π. Ντιλέτσκυ κλήθηκε νά ὀργανώσει τήν ἐκκλησιαστική μουσική καί εἰσήγαγε ἔργα Ρωμαιοκαθολικῶν συνθετῶν, ἐνῶ προέκυψε πρόβλημα καί μέ τήν στιγμή τῆς μετουσιώσεως τῶν Τιμίων Δώρων, ἀφοῦ πολλοί Ρώσοι εἶχαν δεχτεῖ τις Δυτικές δοξασίες). 
 
Ὁ Ἐπίσκοπος Καλούγας Παῦλος ὡς ἅγιος τῶν Παλαιοπίστων.

Κατά τόν Ν. Ἰ. Κωστομάρωφ (1817 – 1885, Οὐκρανό ἱστορικό) οἱ Παλαιόπιστοι, «δέν ἐνσάρκωναν τό παρελθόν, ἀλλά περισσότερο ἕνα ὄνειρο γιά τήν παλαιά Ρωσία». Ὁ Β. Κλιουτσέφσκυ (1841 – 1911, Καθηγητής τῆς Ἱστορίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Μόσχας), μιλᾶ γιά «φανατισμό μέ πανικό». 
«Οἱ Παλαιόπιστοι - γράφει ὁ π. Γ. Φλωρόφσκυ - ὁραματίζονταν μία πραγματική γήϊνη πολιτεία, μία θεοκρατική οὐτοπία καί ἕναν χιλιασμό. Ἐπικρατοῦσε ἡ πίστη ὅτι τό ὄνειρο εἶχε ἤδη ἐκπληρωθεῖ καί ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶχε ἀναγνωριστεῖ ὡς τό Μοσχοβίτικο Κράτος. Ἴσως ὑπῆρχαν τέσσερεις Πατριάρχες στήν Ἀνατολή, ἀλλά ὁ ἕνας καί μόνος Ὀρθόδοξος Τσάρος βρίσκεται στή Μόσχα. Ὅμως τώρα κι αὐτή ἀκόμη ἡ προσδοκία διαψεύστηκε καί κλονίστηκε. Ἡ ἀποστασία τοῦ Νίκωνα δέν ἐνόχλησε τούς Παλαιοπίστους τόσο πολύ, ὅσο ἡ ἀποστασία τοῦ Τσάρου, πού ὅπως οἱ ἴδιοι πίστευαν ἔδωσε τό τελευταῖο ἀποκαλυπτικό χτύπημα στήν ὅλη διαμάχη» (π. Γ. Φλωρόφσκυ, «Σταθμοί τῆς Ρωσικῆς Θεολογίας», τ. Α’ , σελ. 157).
«Τήν περίοδο αὐτή - δίδασκε ὁ Παλαιόπιστος Διάκονος Θεόδωρος – δέν ὑπάρχει Τσάρος. Ἕνας Ὀρθόδοξος Τσάρος εἶχε κάποτε ἀπομείνει στή γῆ καί χωρίς ἐκεῖνος να τό γνωρίζει οἱ Δυτικοί αἱρετικοί σάν σκοτεινά σύννεφα ἐπισκίασαν αὐτόν τόν Χριστιανικό ἥλιο».

Ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ κ.ἄ. Παλαιόπιστοι Ἡγέτες

Ὁ κύριος ἀντίπαλος τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος Πρωθιερέας Ἀββακούμ γεννήθηκε τό 1620 (ἤ 1621), στό χωριό Γκριγκόροβο τοῦ Νίζνι Νόβγκοροντ. Ἦταν γιός τοῦ Ἱερέως Πέτρου καί τῆς Πρεσβυτέρας Μαρίας (μοναχῆς Μάρθας). Τό 1652, μέ ὑπόδειξη τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου, ἀναδείχθηκε Πρωθιερέας καί στάλθηκε στό Γιούρεβετς τοῦ Βόλγα, γιά νά φροντίσει τά οἰκονομικά τοῦ Πατριαρχείου. Τρία ἀδέλφια τοῦ Ἀββακούμ ἀκολούθησαν ἀνακτορική καρριέρα (οἱ δύο ἦσαν Ἱερεῖς καί ὁ τρίτος ψάλτης τῆς Αὐλῆς).
Δυναμικό μέλος τῆς Κινήσεως τῶν Ζηλωτῶν τῆς Εὐσεβείας, ἐντάχθηκε σ' αὐτήν παρα-κινούμενος ἀπό τόν φίλο καί πνευματικό του πατέρα Πρωθιερέα Ἰωάννη Νερόνωφ. 
 
Ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ, ὁ Διάκονος Θεόδωρος κ.ἄ. Παλαιόπιστοι Ἡγέτες ὡς ἅγιοι τῶν Παλαιοπίστων.

Τό 1653 ἡγήθηκε τῆς ἀντιδράσεως κατά τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Νίκωνος, μέ ἀποτέλεσμα νά συλληφθεῖ (τόν Αὔγουστο τοῦ 1653) καί νά ἐξορισθεῖ (μέ διαταγή τοῦ Νίκωνος), στή Γιακουτία, πέρα ἀπό τό ποταμό Λένα. Τελικά, μέ διαταγή τοῦ Τσάρου, περιορίστηκε στό Τομπόλσκ. Τό 1658, μετά τήν ἐθελούσια ἀπομάκρυνση τοῦ Νίκωνος, φίλοι τοῦ Ἀββακούμ (ὅπως ἡ Τσαρίνα Μαρία Ἰλίνισνα καί ἡ ἀδελφή τοῦ Τσάρου Μεγ. Πριγκίπισσα Εἰρήνη Μιχαήλοβνα), πέτυχαν κάποια καλύτερη μεταχείριση (ἐνῶ οἱ συγκρατούμενοί του ἀκρωτηριάστηκαν!) καί τήν ἀπελευθέρωσή του, τό 1664.
Στούς λίγους μῆνες τῆς ἐλευθερίας του ὁ Ἀββακούμ εἶχε τήν ἐλπίδα, ὅτι μέ τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Νίκωνος ὁ Τσάρος θά ἄλλαζε στάση ἀπέναντι στίς μεταρρυθμίσεις, ἀλλά τήν ἴδια ἐλπίδα εἶχε καί ὁ Τσάρος γιά τόν Ἀββακούμ. Ὅμως ὁ Ἀββακούμ παρέμεινε ἀμετάπιστος καί τά κηρύγματά του θεωρήθηκαν ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνα. Ἔτσι, τόν Δεκέμβριο τοῦ ἴδιο χρόνου (1664), συνελήφθη καί πάλι καί ἐξορίστηκε μέ τήν οἰκογένειά του στό Βορρᾶ. Τήν ἴδια περίοδο ὁ Πνευματικός του Ἰωάννης Νερόνωφ δήλωσε μετάνοια καί ὁ Τσάρος τόν διόρισε Ἀρχιμανδρίτη τῆς Μονῆς Περεγιασλάβλ!
Τόν Μάϊο τοῦ 1667 τόν παρουσίασαν στή μεγάλη Σύνοδο τῆς Μόσχας, ὅπου καταδικάστηκε. Τόν Αὔγουστο τοῦ 1667 τόν μετέφεραν στό φρούριο τοῦ Πουστοζόρσκ, ὅπου - τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1682 - κάηκε ζωντανός, μέ διαταγή τοῦ Τσάρου Θεοδώρου Γ’ (1676 – 1682), γιοῦ τοῦ Ἀλεξίου. Τό 1672 - 73, στή φυλακή τοῦ Πουστοζόρσκ, ἔγραψε τήν αὐτοβιογραφία του. Τοῦ ἀποδίδονται ἄλλα 80 κείμενα (κηρύγματα, ὁμιλίες, ἐπιστολές καί ἀναφορές σέ ἐπίσημα πρόσωπα), στά ὁποῖα περιέχονται οἱ θέσεις του γιά τίς μεταρρυθμίσεις.
Ὁ Ἀββακούμ ἔβλεπε τήν Ρωσική Ἐκκλησία νά ὑποτάσσεται μέ τίς μεταρρυθμίσεις στά Ἑλληνικά Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα μέ τήν ὑποδούλωσή τους στούς Ὀθωμανούς καί προηγουμένως μέ τήν ἕνωση μέ τόν Ρωμαιοκαθολικισμό, εἶχαν χάσει -κατά τήν γνώμη του - τήν ὀρθή Πίστη. Πίστευε, ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑψηλόβαθμοι Κληρικοί - πού ἔφταναν στή Ρωσία γιά νά ὑποστηρίξουν τίς μεταρρυθμίσεις, παίρνοντας ἀπό τόν Τσάρο μεγάλες χρηματικές βοήθειες - ἑτοίμαζαν γιά τήν Ρωσία μία καταστροφή παρόμοια μέ τήν Ἅλωση τῆς ΚΠόλεως (1453).
Γιά τόν ἑαυτό του πίστευε, ὅτι ἦταν ὁ "ἀταμάνος τοῦ Θεοῦ" καί γι' αὐτό ζητοῦσε ἀπό τόν Τσάρο τήν δικαιοδοσία πάνω στούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως. "Νά μοῦ ἔδινες, Τσάρε Ἀφέντη - γράφει - ἐμένα τό ἐλεύθερο, κι ἐγώ σάν τόν Προφήτη Ἠλία θά τούς ξεμπέρδευα ὅλους σέ μία ὥρα μέσα" ("Ὁ Βίος...", σελ. 19, Βλ. ἀκόμη A. K. Borozdin, “Protop. Avvakum”, 1898).Μαζί μέ τόν Ἀββακούμ κάηκε ζωντανός καί ὁ Διάκονος Θεόδωρος Ivanov, τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Μόσχας. Εἶχε συλληφθεῖ τό 1665 καί ἐξοριστεῖ μέ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ 1666. Τό 1668 τόν ἐξόρισαν στό Πουστοζόρσκ, ὅπου ἔγραψε μία πραγματεία μέ τόν τίτλο, "Ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων ὑπερασπιστῶν τῆς θρησκείας γιά τό θέμα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί ἄλλων δογμάτων".
Στή Σιβηρία τόν Πρωθιερέα Ἀββακούμ διαδέχθηκε ὁ Ἀρμένιος Ἰωσήφ Ἰστομέν, ὁ ὁποῖος τελικά τό 1693 συμφιλιώθηκε μέ τό Πατριαρχεῖο, οἱ μαθητές του ὅμως Δομετιανός, Ἀβράμιος, Ἰάκωβος καί Βασίλειος ἀσπάσθηκαν τό διά πυρός βάπτισμα!
Ἀπό τούς Παλαιοπίστους δεύτερης γεννιᾶς, χαρακτηριστικός εἶναι ὁ Ἀνδρέας Denisov. Γεννήθηκε τό 1674 καί τό 1691 δημιούργησε τό δικό του ἡσυχαστήριο στήν κοιλάδα τοῦ ποταμοῦ Vyg, τό Vygovskaia Pustin. Μέχρι τό 1730 πού πέθανε, ἀντιμετώπισε πολλές δοκιμασίες, λιμούς καί ταλαιπωρίες καί ἀποδείχθηκε δεινός θεολόγος καί ἱκανός διπλωμάτης στίς διαπραγματεύσεις μέ τίς Ἀρχές.

Οἱ Παλαιόπιστοι Πόποβτσυ (οἱ δεχόμενοι τήν Ἱερωσύνη)

Γιά τούς Παλαιοπίστους οἱ ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις τοῦ Νίκωνος καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 1666 σηματοδότησαν τήν κατάρρευση τῆς Τρίτης Ρώμης καί ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Ρωσική Ὀρθοδοξία δέν ἦταν ἡγεμονικά ἀνώτερη, ἀλλά ἐπαρχιωτικά ἀκόλουθη τῆς Ἑλληνικῆς. Ὅσοι Παλαιόπιστοι συνέχισαν να δέχονται τήν Ἱερωσύνη, οἱ Πόποβτσυ, ἀρκέσθηκαν στή μή κοινωνία μέ τό Πατριαρχεῖο καί στήν ἐμμονή τους στή λεγόμενη Παλαιά Πίστη (Old Rite). Ἦσαν κυρίως πιστοί ἀστικῶν ἤ πυκνοκατοικημένων περιοχῶν, ἐνταγμένοι συνήθως σέ μία ἐνορία μέ ἐφημέριο. Αὐτό σήμαινε ὅτι εἶχαν ἐμπειρία λατρευτικῆς ζωῆς μέ Ἱερεῖς. Προέκυψαν ἀπό πιστούς πού ἀκολούθησαν τόν Ἱερέα τους ὁ ὁποῖος δέν δέχτηκε τίς μεταρρυθμίσεις. Ἔτσι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή συνεχίστηκε ὅπως πρίν καί τά Μυστήρια τελοῦνταν κανονικά. Μέχρι τό 1846 δέν εἶχαν Ἐπίσκοπο, ἀλλά μόνον Ἱερεῖς πού εἶχαν φύγει ἀπό τό Πατριαρχεῖο. Οἱ Ἱερεῖς αὐτοί γίνονταν δεκτοί ἀπό τούς ἤδη ὑπάρχοντες Ἱερεῖς μέ Ὁμολογία Πίστεως καί Ἀναμύρωση (μέ τό Ἅγιο Μῦρο πού εἶχε καθαγιάσει ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἰωσήφ, ὁ τελευταῖος Ὀρθόδοξος Πατριάρχης Ρωσίας γιά τούς Παλαιοπίστους).
Τό 1800 ἕνα μέρος τῶν Πόποβτσυ ἑνώθηκε μέ τό Πατριαρχεῖο, διατηρῶντας τό λεγόμενο Παλαιό Τυπικό. Πρόκειται γιά τούς λεγομένους Γεντινόβερτσυ.
Σταδιακά διαμορφώθηκαν τρία κέντρα Παλαιοπίστων, τά ὁποῖα ἀποτέλεσαν (καί ἀποτελοῦν μέχρι σήμερα) πνευματικά καί διοικητικά κέντρα τριῶν Ἐπισκοπικῶν ὁμάδων. Πρόκειται γιά τήν Μονή Κοιμ. Θεοτόκου, στήν παραμεθόρια κοινότητα Μπελάγια Κρινίτσα τῆς περιοχῆς Τσερνοβίτσι τῆς Οὐκρανίας, ἕδρα τῆς ὁμώνυμης Ἱεραρχίας (Μπελοκρινίτσυ) τῆς Ρουμανίας, τό Κοιμητήριο Ρογκόζκογιε τῆς Μόσχας (Rogozhskoya Zastava), ἕδρα τῆς ἀδελφῆς Ἱεραρχίας Μπελοκρινίτσυ τῆς Ρωσίας, καί τήν πόλη Νοβοζύμπκωφ τῆς περιοχῆς τοῦ Μπριάνσκ, ὅπου εἶχε τήν ἕδρα της κατά τήν περίοδο μετά τήν διακυβέρνηση Κρουτσώφ (1963 – 2000) ἡ Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια (ἡ ὁποία δέν βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς δύο προηγούμενες).
Ἡ Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ («Ρωσική Ὀρθόδοξος Παλαιοτυπική Ἐκκλησία – Russian Orthodox Old - Rite Church»), δημιουργήθηκε τό 1846 μέ τήν προσχώρηση στίς τάξεις τῶν Παλαιοπίστων τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου Σεράγιεβο Ἀμβροσίου (Popovich, + 1863). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμβρόσιος χειροτόνησε μόνος τόν Ἐπίσκοπο Κύριλλο Timofeev καί ἔτσι δημιουργήθηκαν τά δύο σώματα τῆς Ἱεραρχίας Μπελοκρινίτσυ, στή Ρωσία (τῆς ὁποίας σήμερα ἡγεῖται ὁ Μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Κορνήλιος Titov) καί στή Ρουμανία (τῆς ὁποίας σήμερα ἡγεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μπελοκρινίτσυ καί Μητροπολίτης πάντων τῶν Παλαιορθοδόξων Χριστιανῶν Λεόντιος Izotov).
Τό 1923 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σαράτωφ Νικόλαος (Pozdnev,+ 1934) προσχώρησε στήν ὁμάδα τῶν Παλαιοπίστων πού δέν δέχτηκε τό 1846 τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Κυρίλλου ἀπό μόνο τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμβρόσιο. Τό 1929 μέ τήν προσχώρηση καί τοῦ Κατακομβίτη Ἐπισκόπου Στεφάνου (Rastorguev, + 1937), δημιουργήθηκε ἡ Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια («Ρωσική Παλαιορθόδοξος Ἐκκλησία - Russian Old Orthodox Church»), τῆς ὁποίας σήμερα ἡγεῖται ὁ Πατριάρχης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Ἀλέξανδρος Kalinin.
Ἄλλη μεγάλη παράταξη τῶν Πόποβτσυ, πού ὅμως στερεῖται Ἱεραρχίας, εἶναι τῶν Ὀνουφριανῶν (ἀπό τόν Ἡγούμενο Ὀνούφριο τοῦ Νιζέγκοροντ).

Α. Ἡ Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ.

Αὐτοπροσδιορίζεται ὡς "Ρωσική Ὀρθόδοξος Παλαιοτυπική Ἐκκλησία – Russian Orthodox Old - Rite Church". Τήν ἐπωνυμία Μπελοκρινίτσυ ἔχει λάβει ἀπό τό πνευματικό καί διοικητικό της κέντρο, τήν Μονή Κοιμ. Θεοτόκου στήν παραμεθόρια κοινότητα Μπελάγια Κρινίτσα τῆς περιοχῆς Τσερνοβίτσι τῆς Οὐκρανίας.
Λόγῳ τῶν διωγμῶν τῶν Παλαιοπίστων καί τῶν περιοριστικῶν μέτρων ἐναντίον τους ἀπό τούς Ρώσους Τσάρους καί Αὐτοκράτορες, χιλιάδες Παλαιόπιστοι προτίμησαν τήν αὐτοεξορία. Ἔτσι κατά τόν 18ο καί 19ο αἰ. περίπου 36.000 Παλαιόπιστοι ζοῦσαν στά ἐδάφη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί περίπου 4.000 στή Μπελάγια Κρινίτσα τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας, τότε κάτω ἀπό Αὐστριακή κατοχή.
Τό 1783 ἐκδόθηκαν μία σειρά εὐνοϊκῶν νόμων γιά τούς Παλαιοπίστους τῆς Αὐτοκρατορίας τῶν Ἀψβούργων ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Ἰωσήφ Β’. Τό 1844 ὁ Αὐτοκράτορας Φερδινάνδος ἐπέτρεψε στούς Παλαιοπίστους νά καλέσουν ξένο Ἐπίσκοπο γιά τήν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν τους. Ἀξιοποιῶντας αὐτή τήν ἄδεια οἱ Παλαιόπιστοι τῆς Μπελάγια Κρινίτσα ἐξουσιοδότησαν μετά ἀπό Σύναξη τούς Μοναχούς Παῦλο Velikodvorsky καί Ἀλύπιο Miloradov νά ἐπικοινωνήσουν μέ Ἐπισκόπους ἐκτός Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Δύο χρόνια ἀργότερα, τό 1846 ὁ Ὄσιπ Συμεώνοβιτς Goncharov, Ἀταμάνος τῶν Κοζάκων τοῦ Νεκρασώφ, ἔφερε τούς δύο μοναχούς σέ ἐπαφή μέ τόν ἐφησυχάζοντα στήν ΚΠολη Ἀρχιεπίσκοπο πρ. Σεράγιεβο Ἀμβρόσιο.
 
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος πρ. Σεράγιεβο Ἀμβρόσιος ὡς ἅγιος τῶν Παλαιοπίστων.

Ὁ Ἀρχιεπ. Ἀμβρόσιος Popovich ἦταν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Γεννήθηκε τό 1791 στήν περιοχή Αἴνου τῆς Θράκης καί ἦταν γιός τοῦ Ἱερέως Γεωργίου καί Σερβίδας μητέρας. Τό 1811 νυμφεύθηκε καί δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη ἀπό τόν Μητροπ. Ματθαῖο. Τό 1814 ἀπεβίωσε ἡ Πρεσβυτέρα του καί ἔμεινε μόνος μέ τήν εὐθύνη τῆς ἀνατροφῆς ἑνός παιδιοῦ. Τό 1817 ἔγινε μοναχός στή Μονή Ἁγίας Τριάδος Χάλκης καί τό ἴδιο ἔτος ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς μονῆς. Τό 1827 ὀνομάσθηκε Πρωτοσύγκελλος τῶν Πατριαρχείων ἀπό τόν Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ’ καί τό 1835 χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Σεράγιεβο τῆς Βοσνίας. Τό 1841 ἀνακλήθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο, μετά ἀπό παρέμβαση τοῦ Σουλτάνου.
Οἱ συνομιλίες τῶν δύο Παλαιοπίστων Μοναχῶν μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμβρόσιο ἔγιναν μέ τήν βοήθεια τοῦ Σέρβου Κωνσταντίνου Ἐφήμοβιτς. Ὁ Ἀμβρόσιος ἀποδέχθηκε τήν πρόταση νά ἀναλάβει τήν ἡγεσία τῶν Παλαιοπίστων τήν 15. 4. 1846. Στή συνέχεια διέφυγε ἀπό τήν ΚΠολη μεταμφιεσμένος σέ Κοζάκο καί μετά ἀπό ἕνα ἐπίπονο ταξείδι ἔφτασε στήν Τούλτσεα τῆς Ρουμανίας, ὅπου ἔγινε δεκτός ἀπό ἕνα σῶμα 500 Κοζάκων πολεμιστῶν, τούς μοναχούς τῆς Μονῆς Slava Russa, τόν Ἡγούμενο Μακάριο, τόν Ἱερομ. Ἀρκάδιο Λαυρέντιεβιτς καί πολλούς Παλαιοπίστους. Ἀπό ἐκεῖ μέσῳ Βιέννης ἔφτασε στή Μονή Κοιμ. Θεοτόκου, τῆς παραμεθόριας κοινότητας Μπελάγια Κρινίτσα, τῆς περιοχῆς Τσερνοβίτσι, τῆς τότε ὑπό Αὐστριακή κατοχή Οὐκρανίας, τήν 12. 10. 1846. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, τήν 28. 10. 1846, πραγματοποιήθηκε μεγάλη σύναξις τῶν Παλαιοπίστων, κατά τήν ὁποία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμβρόσιος ἀποφα-σίσθηκε νά γίνει δεκτός μέ Ὁμολογία Πίστεως καί χρήση Μύρου, κατά τά προβλεπόμενα ἀπό τόν 95ο Κανόνα τῆς Ἁγίας Στ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μόσχας καί πάσης Ρωσίας. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ὑλοποιήθηκε κατά τήν ἑορτή τοῦ ἁγ. Νικολάου (6. 12. 1846).
Κατά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων τοῦ ἑπομένου ἔτους 1847, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμβρόσιος χειροτόνησε μόνος τόν Ἐπίσκοπο Menos Κύριλλο Timofiev καί τόν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἔτους μαζί μέ τόν ἐπ. Κύριλλο τόν Ἐπίσκοπο Slava Russa Ἀρκάδιο Lavredievich, δημιουργῶντας ἔτσι τήν Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ.
Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀρκάδιος Α’ γεννήθηκε τό 1809 στό Kunicinoe τῆς Μολδαβίας καί σέ ἡλικία μόλις 15 ἐτῶν διέφυγε μέ τούς γονεῖς του στό Ἰάσιο. Ἔζησε σάν δόκιμος στή Μονή Manolea τῆς Σουτσεάβας γιά δύο χρόνια, ἀλλά τελικά πῆρε τό σχῆμα τό 1829 στή Μονή Starodubie τῆς Ρωσίας. Τό 1834 ἐγκαταστάθηκε στή Μονή Οὐσπένιε τῆς Βράϊλας, ὅπου τό 1847 χειροτονήθηκε πρῶτος Ἐπίσκοπος Slava Russa. Τό 1854 συνελήφθη ἀπό τήν Ρωσική Στρατιωτική Ἀστυνομία, μέ διαταγή τοῦ Στρατηγοῦ Οὐσάκωφ, καί παρέμεινε φυλακισμένος γιά 27 χρόνια, μέχρι τό 1881. Ἀπεβιωσε τήν 18. 11. 1889 καί ἐνταφιάσθηκε στό Κοιμητήριο Ρογκόζκογιε τῆς Μόσχας.
Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀρκάδιος Β’ , κατά κόσμον Ἀνδρέας Rodionovich Saposhnikov, γεννήθηκε τό 1810 στήν περιοχή τοῦ Τσερνίκωφ τῆς Οὐκρανίας. Τό 1826 μόνασε στή Μονή Λαβρέντιεφ τοῦ Starodubie, τῆς ὁποίας τό 1832 ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος. Ὅταν τό 1839 οἱ Ρωσικές Ἀρχές κατέστρεψαν τήν Μονή, ὁ Ἡγούμενος Ἀρκάδιος ἀκολούθησε τόν ἐρημητικό βίο στή Slava Russa τῆς Τούλτσεας Ρουμανίας. Ἐπίσκοπος χειροτονήθηκε ἀπό τόν πρῶτο Ἐπίσκοπο Slava Russa Ἀρκάδιο Α’ τό 1854, λίγο πρίν τήν σύλληψη καί ἐξορία του. Ἀπεβίωσε τήν 11. 11. 1868 καί ἐνταφιάσθηκε στή Μονή Οὐσπάνια
Τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Κυρίλλου ὑπό μόνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμβροσίου δέν δέχθηκε μερίδα Παλαιοπίστων (ἡ σημερινή Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια. Βλέπε στή συνέχεια).
Ἡ προσχώρηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμβροσίου στούς Παλαιοπίστους καί ἡ χειροτονία Ἐπισκόπων προκάλεσε τήν διπλωματική παρέμβαση τοῦ Τσάρου Παύλου Α’ πρός τήν Αὐτοκρατορική Κυβέρνηση τῆς Αὐστρίας, μέ ἀποτέλεσμα τήν σύλληψη καί ἐξορία τοῦ Ἀμβροσίου καί τό κλείσιμο τῆς Μονῆς Κοιμ. Θεοτόκου Μπελάγια Κρινίτσα (3. 3. 1848). Στή συνέχεια ἐνῶ ἡ μονή ἄνοιξε πρός τό τέλος τοῦ ἰδίου ἔτους, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμβρόσιος παρέμεινε ἐξόριστος γιά 15 χρόνια, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἡ τελευταῖα ἐπιστολή πρός τό ποίμνιό του φέρει ἡμερομηνία 28. 10. 1863. Ἀπεβίωσε δύο ἡμέρες ἀργότερα (30. 10. 1863) καί ἐνταφιάσθηκε στό Ἑλληνικό Κοιμητήριο τῆς Τεργέστης.
Τό 1899 τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅρισε μία ἐπιτροπή μελέτης τῆς περιπτώσεώς του, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε γιά τήν ἐγκυρότητα τῶν χειροτονιῶν του.
Τό 1996 (11. 11) διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητά του ἀπό τήν Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ, ὑπό τόν Μητροπολίτη Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Ἀλύπιο καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Μπελοκρινίτσυ Λεόντιο. Τό 2000 τά Λείψανά του μεταφέρθηκαν στή Μονή Κοιμ. Θεοτόκου Μπελάγια Κρινίτσα.
Τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμβρόσιο διαδέχθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύριλλος Timofeev (4. 1. 1849 – 2. 12. 1873, ὁπότε καί ἀπεβίωσε). Ἐπί τῶν ἡμερῶν του, τό 1853, ἱδρύθηκε ἱδρύθηκε Ἀρχιεπισκοπή στή Μόσχα, μέ κέντρο τό Κοιμητήριο Ρογκόζκογιε (Rogozhskoya Zastava), παλαιό πνευματικό καθίδρυμα τῶν Παλαιοπίστων.
Τό ἔτος 1849 ἦταν ἔτος χειροτονιῶν γιά τήν Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ. Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1849 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύριλλος χειροτόνησε τόν Ἐπίσκοπο Βράϊλας Ρουμανίας Ὀνούφριο Zhirov καί μέχρι τό τέλος τοῦ ἔτους ὑπῆρχαν 10 Ἀρχιερεῖς τῆς Ἱεραρχίας Μπελοκρινίστυ.
Ἀπό τό 1846 μέχρι τό 1988 ὁ Προκαθήμενος τῶν Παλαιοπίστων Μπελοκρινίτσυ ἔφερε τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μόσχας καί πάσης Ρωσίας. Τό 1988, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Ἀλυπίου Gusev, υἱοθετήθηκε ὁ τίτλος τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, ὁ ὁποῖος καί ἰσχύει μέχρι σήμερα.
Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό ἄμφιο τοῦ Μητροπολίτη τῶν Μπελοκρινίτσυ εἶναι ἡ λευκή μίτρα τήν ὁποία πρῶτος χρησιμοποίησε ὁ Μητροπ. Ρωσίας ἅγ. Μακάριος (1542 – 1563).
Κατά τήν κομμουνιστική περίοδο οἱ Παλαιόπιστοι Μπελοκρινίτσυ διώχθηκαν ὅπως ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Μάλιστα τό 1940, μόνο ἕνας Ἐπίσκοπος ἦταν ἐλεύθερος, ὁ ἐπ. Καλοῦγας Σάββας, ὁ ὁποῖος ἀνύψωσε μόνος του τόν Ἐπίσκοπο Σαμάρας Εἰρήναρχο σέ Ἀρχιεπίσκοπο Μόσχας καί πάσης Ρωσίας.
Μετά τήν κατάρρευση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος (1989), ὁ Μητροπολίτης Ἀδριανός (9. 2. 2004 – 10. 8. 2005), προσπάθησε να ἔρθει σέ διάλογο τόσο μέ τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, ὅσο καί μέ τήν Ρωσική Κυβέρνηση, ἀλλά ὁ αἰφνίδιος θάνατός του διέκοψε τήν προσπάθεια.
Ἤδη ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυρίλλου (1849 - 1873), ἡ Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ διαιρέθηκε γιά λόγους γεωγραφικούς σέ δύο ἀδελφά σώματα, σέ δύο Ἱεραρχίες πού δραστηριοποιοῦνταν καί συνεχίζουν νά δραστηριοποιοῦνται ἡ μία στή Ρουμανία καί ἡ ἄλλη στήν τότε Ρωσική Αὐτοκρατορία (ἔπειτα Σοβιετική Ἕνωση, σήμερα Ρωσική Ὁμοσπονδία).
Ἡ παρουσία τῶν Παλαιοπίστων στή Ρουμανία ἀνάγεται στίς ὁμαδικές μετακινήσεις Παλαιο-πίστων τοῦ 18ου αἰ. πρός τά ἐδάφη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Τό 1724 σημειώνεται ἡ πρώτη ἐγκατάσταση Παλαιοπίστων στήν κοινότητα Λιποβένι τῆς Σουτσεάβας (ἀπ’ ὅπου καί ὀνομάσθηκαν Λιποβάνοι). Τό 1780 σημειώνεται μία δεύτερη ἐγκατάσταση στήν κοινότητα Κλιμαούτι τῆς Σουτσεάβας (σώζεται ἔγγραφο τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἡγεμονικῆς Μονῆς Πούτνα Ἰωάσαφ, μέ τό ὁποῖο ἐπιτρέπει στούς Παλαιοπίστους νά ἐγκατασταθοῦν στά μοναστηριακά ἐδάφη). Τό 1784 δημιουργήθηκε ἡ κοινότητα Fntana Alba – Μπελάγια Κρινίτσα – Λευκή Πηγή, στήν περιοχή τῆς Τούλτσεας.
Γενικά οἱ Παλαιόπιστοι τῆς Ρουμανίας στήν πορεία τους πρός τήν ἐλευθερία, ἀκολούθησαν τήν μετανάστευση τῶν Κοζάκων τοῦ Ἰγνάτιου Νεκράσωφ (18ος αἰ.).
Σήμερα, σύμφωνα μέ τήν ἀπογραφή του 2002, οἱ Παλαιόπιστοι Λιποβάνοι τῆς Ρουμανίας ἀριθμοῦν περίπου 36.000 ἄτομα.
Οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἱεραρχιῶν Μπελοκρινίτσυ μέχρι σήμερα εἶναι οἱ ἐξῆς:

Ἡ πρώτη Ἱεραρχία Μπελοκρινίτσυ

Ἀμβρόσιος Popovich
, πρ. Ἀρχιεπίσκοπος Σεράγιεβο (1835 – 1841), Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 28. 10. 1846 – 26. 07. 1848. + 30. 10. 1873.
Κύριλλος Timofiev, Ἐπίσκοπος Menos (1847 – 1849), Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 4. 1. 1849 - + 2. 12. 1873.

Προκαθήμενοι τῆς Ἱεραρχίας Μπελοκρινίτσυ τῆς Ρωσίας
 
(ἕδρα τό Κοιμητήριο Ρογκόζκογιε τῆς Μόσχας)
Σωφρόνιος, Ἐπίσκοπος Σιβηρίας, Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 3. 10. 1849 – 1853. Καθαιρέθηκε τό 1853, ἀποκαταστάθηκε τό 1858, καθαιρέθηκε γιά δεύτερη φορά τό 1863.
Ἀντώνιος Shutov. Ἀρχιεπίσκοπος Βλαδιμήρ, 1853 – 1863. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 1863 - + 1881.
Σαββάτιος Levshin. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 16. 10.1898 - + 24. 10. 1915.
Μελέτιος Kartushin. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 30. 8. 1915 - + 1934.
Βικέντιος Nikitin, Ἐπίσκοπος Καυκάσου. Τοποτηρητής τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου, 1934 - + 12. 4. 1938 (ἀπεβίωσε στή φυλακή).
Σάββας, Ἐπίσκοπος Καλοῦγας, Σμολένσκ καί Μπριάνσκ (+ 1943). Ὁ μόνος ἐλεύθερος Ἐπίσκοπος τό 1940.
Εἰρήναρχος Parfenov. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 1940 – + 7. 3. 1952.
Φλαβιανός Slesarev. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 16. 3. 1952 - + 25. 12. 1960.
Ἰωσήφ Morzakov. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 9. 2. 1961 – + 3. 11. 1970.
Νικόδημος Latyshev. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 24. 10. 1971 - + 11. 2. 1986.
Ἀναστάσιος Kononov. Τοποτηρητής τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου, 14. 2. 1986 - + 9. 4. 1986.
Ἀλύπιος Gusev, Ἐπίσκοπος Κλίντσυ. Τοποτηρητής τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου, 13. 4.1986 – 6. 7. 1986. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 6. 7. 1986 – 24. 7. 1988. Μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 24. 7. 1988 - + 31. 12. 2003.
Ἀδριανός Chetvergov. Μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 9. 2. 2004 – 10. 8. 2005.
Ἰωάννης, Ἀρχιεπίσκοπος Κοστρόμας καί Γιαροσλάβ. Τοποτηρητής τοῦ Μητροπολιτικοῦ Θρόνου, 11. 8. 2005 – 18. 10. 2005.
Κορνήλιος Titov. Μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 18. 10. 2005 – σήμερα.

Ὁ Μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Κορνήλιος.

Ἡ Ἱεραρχία τῶν Μπελοκρινίστυ στή Ρωσία ποιμαίνει 250 περίπου πολυάνθρωπες ἐνορίες στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση, μέ ἕδρα τό Κοιμητήριο Ρογκόζκογιε τῆς Μόσχας.




Προκαθήμενοι τῆς Ἱεραρχίας Μπελοκρινίτσυ τῆς Ρουμανίας
 
(ἕδρα ἡ Βράϊλα τῆς Ρουμανίας )
Μέ τόν τίτλο «Ἀρχιεπίσκοπος Μπελοκρινίτσυ καί Μητροπολίτης πάντων τῶν Παλαιορθοδόξων Χριστιανῶν», ἀρχιεράτευσαν οἱ:
Ἀθανάσιος, 9. 5. 1874 - 1. 10. 1905.
Μακάριος, 10. 9. 1906 – 1921.
Νικηφόρος, 1. 10. 1924 – 15. 10. 1926.
Παφνούτιος, 9. 7. 1927 – 26. 3. 1939.
Σιλουανός, 1939 - 5. 1. 1941.
Ἰννοκέντιος, 1941 – 16. 2. 1943.
Τύχων, 30. 3. 1943 - 4. 3. 1968.
Ἰωάσαφ, 1968 – 2. 1. 1985.
Τίμων, 14. 7. 1985 – 21. 8. 1996.
Λεόντιος, 24. 10. 1996 – σήμερα.

Βιογραφικά Προκαθημένων

Μητροπολίτης Ἀθανάσιος (1874 - 1905).

Ὁ κατά κόσμον Ἀγγαῖος Φεοντοσίεβιτς, ἦταν γιά πολλά χρόνια ἐφημέριος στή Βράϊλα. Τήν 3. 6. 1871 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βράϊλας ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύριλλο καί τήν 9. 5. 1874 ἀνεδείχθηκε τρίτος Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἱεραρχίας Μπελοκρινίτσυ Ρουμανίας. Ἀρχιεράτευσε 32 χρόνια καί ἀπεβίωσε τήν 1. 9. 1905, σέ ἡλικία 80 ἐτῶν. Ἐνταφιάσθηκε στή Μπελάγια Κρινίτσα.


Μητροπολίτης Μακάριος (1906 – 1921)

Ἦταν ἐφημέριος στό Ἰάσιο καί τήν 4. 7. 1900 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Τούλτσεα. Τήν 10. 9. 1906 φηφίσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Μόσχας Ἰωάννη καί τούς Ἐπισκόπους Οὐραλίων Ἀρσένιο, Σλάβα Λεόντιο καί Νιζεγκοροντόντσκ Ἰννοκέντιο. Προτάθηκε γιά Ἀρχιε-πίσκοπος Μόσχας, ἀλλά δέν δέχθηκε. Ἀρχιεράτευσε 15 χρόνια καί ἀπεβίωσε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1921, σέ ἡλικία 73 ἐτῶν. Ἐνταφιάσθηκε στή Μπελάγια Κρινίτσα.


Μητροπολίτης Νικηφόρος (1924 – 1926) Ὁ κατά κόσμον Νικηφόρος Feodotov ἦταν ἐφη-μέριος στό Ἰάσιο. Τήν 13. 10. 1919 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Τούλτσεα ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο. Διαδέχθηκε τόν Ἐπίσκοπο Λεόντιο στήν Ἐπισκοπή Σλάβας καί τήν 1. 10. 1924 ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος. Ἀπεβίωσε τήν 15. 10. 1926, σέ ἡλικία 71 ἐτῶν, στή Μονή Οὐσπένιε, στή Σλάβα Ρούσα Τούλτσεας, ὅπου καί ἐνταφιάσθηκε.


Μητροπολίτης Παφνούτιος (1927 – 1939)

Ὁ κατά κόσμον Πέτρος Fedoseev, χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βράϊλας τήν 21. 11. 1926 καί τήν 9. 7. 1927 ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἐπισκέφθηκε τήν Μπελάγια Κρινίτσα ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ρουμανίας Κάρολος Β’. Ἀπεβίωσε τήν 26. 3. 1939, σέ ἡλικία 76 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στή Μπελάγια Κρινίτσα.

Μητροπολίτης Στέφανος (26. 6. 1939 – 1939)

Ἦταν ἐφημέριος στό Κίσενεφ τῆς Σοβιετικῆς Μολδαβίας καί τήν 28. 7. 1935 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἰσμαηλίας (σημερινή Οὐκρανία). Τήν 26. 6. 1939 ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος γιά μικρό διάστημα, λόγῳ τῆς κακῆς του ὑγείας. Τό 1940 ἡ Μπελάγια Κρινίτσα προσαρτήθηκε στή Σοβιετική Ἕνωση, σάν ἐδαφος τῆς βόρειας Μπουκοβίνας. Τότε ἀποφασίσθηκε ἡ μεταφορά τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς Ἕδρας στή Βράϊλα τῆς Ρουμανίας, ἀλλά ἡ διατήρηση τοῦ τίτλου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μπελοκρινίτσυ. Τόν διαδέχθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σιλουανός (+ 5. 1. 1941).


Μητροπολίτης Ἰννοκέντιος (1941 - 1943)

Ὁ κατά κόσμον Ἰωάννης Grigorievich γεννήθηκε τήν 23. 1. 1870. Ἀρχικά Ἐπίσκοπος Νιζεγκοροντόντσκ καί Κοστρόμας, στή συνέχεια ἀρχιεράτευσε στό Κίσενεφ, ἀπ’ ὅπου φηφίσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος ἀπό τούς Ἐπισκόπους Σλάβα Σαββάτιο καί Ματζουρίας Τύχωνα τό 1941, σέ διαδοχή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σιλουανοῦ. Ὅταν τό 1941 ἡ Μπελάγια Κρινίτσα καταστράφηκε ἀπό τίς ἐχθροπραξίες, μετακινήθηκε στή Μονή Οὐσπένια Τούλτσεας. Ἀπεβίωσε τήν 16. 2. 1943 στή Βράϊλα.


Μητροπολίτης Τύχων (1943 – 1968)

Ὁ κατά κόσμον Τίτος Deevich Kachealkin γεννήθηκε τό 1879. Προηγουμένως Ἐπίσκοπος Ματζουρίας (ἀπό τό 1941), ἀρχιεράτευσε γιά λίγο στήν Τούλτσεα καί στή συνέχεια ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος (30. 3. 1943). Κατά τήν ἀρχιερατεία του οἱ Παλαιόπιστοι τῆς Ρουμανίας διώχθηκαν ἀπό τό Καθεστώς τοῦ Στρατηγοῦ Ἀντωνέσκου καί ὁ ἴδιος κρατήθηκε σέ στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ἀπεβίωσε τήν 4. 3. 1968 καί ἐνταφιάσθηκε στόν περίβολο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σκέπης στή Βράϊλα.


Μητροπολίτης Ἰωάσαφ (1968 – 1985)

Ὁ κατά κόσμον Ἰωάννης Timofey γεννήθηκε τό 1871. Τό 1958 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Σλάβας καί ἀργότερα ὀνομάσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Βράϊλας, ἀπό ὅπου ἀναδείχθηκε Μητρο-πολίτης τό 1968. Ἀπεβίωσε τήν 16. 2. 1985 καί ἐνταφιάσθηκε στόν περίβολο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σκέπης στή Βράϊλα.


Μητροπολίτης Τίμων ( 1985 – 1996)

Ὁ κατά κόσμον Τιμόθεος Gavrila γεννήθηκε τό 1919 στήν περιοχή τῆς Κωνστάντζας, ὅπου καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος. Μητροπολίτης ἀναδείχθηκε τήν 14. 7. 1985. Ἦταν ὁ πρῶτος Παλαιόπιστος Προκαθήμενος πού ἐπισκέφθηκε τήν ἀδελφή Ἱεραρχία Μπελοκρινίστυ τῆς Ρωσίας (1991). Ἀπεβίωσε τήν 21. 8. 1996 καί ἐνταφιάσθηκε στόν περίβολο τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τοῦ χωριοῦ του Ghidaresti, ὅπου ἐφημέρευσε γιά πολλά χρόνια.

Μητροπολίτης Λεόντιος (1996 – σήμερα)


Μπελάγια Κρινίτσα, τό κέντρο τῶν Παλαιοπίστων τῆς Ρουμανίας.
 
 Ὁ σημερινός Προκαθήμενος τῆς Ἱεραρχίας τῶν Μπελοκρινίτσυ τῆς Ρουμανίας Μητροπολίτης Λεόντιος (Izot Lavrente), γεννήθηκε τό 1966 στή Σλάβα Ρούσα τῆς Τούλτσεας, ὅπου μόνασε στή Μονή Οὐσπένια. Τήν 11. 3. 1996 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βράϊλας καί τήν 27. 11. 1996 ἀναδείχθηκε Μητροπολίτης. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2000 μετέφερε τά λείψανα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρ. Σεράγιεβο Ἀμβροσίου ἀπό τήν Τεργέστη καί τά κατέθεσε στό Ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης Βράϊλας. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2002 συναντήθηκε μέ τόν Πατριάρχη Ρουμανίας Θεόκτιστο. Τόν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἔτους ἡ Ἐκκλησία του ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τήν Ρουμανική Πολιτεία μέ τήν ἐπωνυμία «Παλαιοτυπική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας».


Β. Ἡ Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια.

Αὐτοπροσδιορίζεται ὡς «Ρωσική Παλαιορθόδοξος Ἐκκλησία - Russian Old Orthodox Church». Ὀνομάσθηκε Νοβοζιμπνόβσκαγια ἀπό τήν πόλη Νοβοζύμπκωφ τῆς περιοχῆς τοῦ Μπριάνσκ, ὅπου εἶχε τήν ἕδρα της κατά τήν μετά τήν διακυβέρνηση Κρουτσώφ περίοδο (1963 – 2000).

Τό 1847 μία μεγάλη ὁμάδα Κληρικῶν καί λαϊκῶν Παλαιοπίστων, δέν δέχθηκε τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Κυρίλλου Timofeev ἀπό μόνο τόν Ἀρχιεπίσκοπο πρ. Σεράγιεβο Ἀμβρόσιο Popovich καί ἔμεινε ἐκτός Ἱεραρχίας Μπελοκρινίτσυ. Τό 1923 προσχώρησε στίς τάξεις της ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σαράτωφ Νικόλαος (+ 1934, φωτό), ὁ ὁποῖος ἔγινε δεκτός μέ Ὁμολογία Πίστεως καί ἀναμύρωση, τήν 4. 11. 1923. Στόν ἀρχιεπ. Νικόλαο δόθηκε ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μόσχας, Σαρατώφ καί πάντων τῶν Παλαιορθοδόξων τῆς Ρωσίας.

Γιά τόν ἀρχιεπ. Νικόλαο ὑπῆρξε πρόβλημα ἐπειδή προέρχονταν ἀπό τήν Ζωντανή Ἐκκλησία (τήν πρώτη σχισματική κατάσταση στή Ρωσική Ἐκκλησία πού ὑποστηρίχθηκε ἀπό τήν Σοβιετική ἐξουσία) καί ἐπίσης ἐπειδή ὑπῆρχαν ἀμφιβολίες σχετικά μέ τό βάπτισμά του (ἐπειδή στή Ρωσική Ἐκκλησία ἴσχυε τό ράντισμα ἀπό τό 1818, μέ διάταγμα τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Α’). Τά προβλήματα αὐτά τακτοποιήθηκαν ἀπό Σύνοδο πού συγκλήθηκε στή Μόσχα, τόν Μάϊο τοῦ 1924.

Ἀπό τίς πρώτες ἐνέργειες τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικολάου ἦταν ὁ Καθαγιασμός Μύρου, ὁ ὁποῖος ἔγινε τήν Μεγ. Πέμπτη τοῦ 1924 στό Ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου στή Μόσχα. Μέχρι τότε οἱ Παλαιόπιστοι χρησιμοποιοῦσαν τό Μύρο πού καθαγίασε ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἰωσήφ (1642 – 1652), ὁ τελευταῖος γι’ αὐτούς Ὀρθόδοξος Πατριάρχης Ρωσίας.

Τό 1929 ἑνώθηκε μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπος Νικόλαο ὁ Ἐπίσκοπος Στέφανος (+ 1937), ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ τό 1929 ἀπό Κατακομβίτες Ἱεράρχες τῶν Γεντινόβερτσυ (τῶν Παλαιοπίστων πού εἶχαν ἑνωθεῖ μέ τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, διατηρῶντας τό παλαιό Τυπικό).

Τήν 18η Σεπτεμβρίου 1929 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νικόλαος καί ὁ Ἐπίσκοπος Στέφανος χειροτόνησαν στή Μόσχα τόν Ἐπίσκοπο Πανσόφιο, δημιουργῶντας ἔτσι τήν Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια.

Τό ποίμνιο τῆς Ἱεραρχίας Νοβοζιμπνόβσκαγια διώχθηκε ἀπό τούς Σοβιετικούς μέ τήν ἴδια σφοδρότητα ὅπως καί οἱ λοιποί Χριστιανοί. Ἡ σφοδρότητα τῶν διωγμῶν φαίνεται καί ἀπό τίς διαρκεῖς μετακινήσεις τῆς ἕδρας τους: Μόσχα (1924 – 1955), Κουϊμπίσεφ κοντά στή Σαμάρα (1955 – 1963), Νοβοζύμπκωφ στήν περιοχή τοῦ Μπριάνσκ (1963 – 2000). Ἡ ἕδρα ἐπέστρεψε στή Μόσχα μετά τήν πτώση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος, τό 2000.

Τό 2002 (3η Μαρτίου) ἡ Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια προχώρησε στήν ἐπανίδρυση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (γιά τούς Παλαιοπίστους ἴσχυε ἡ κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου ἀπό τόν Μεγάλο Πέτρο, τό 1700, καί ὄχι ἡ ἐπανίδρυσή του τό 1917 ἀπό τήν Πανρωσική Σύνοδο τῆς Μόσχας), μέ πρῶτο Πατριάρχη τόν μέχρι τότε Ἀρχιεπίσκοπο Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Ἀλέξανδρο Kalinin.

Μετά τήν πτώση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος (1989) δημιουργήθηκαν δύο σχίσματα:

Ἡ «Σλαβο - Γεωργιανή Παλαιορθόδοξη Ἐκκλησία». Δημιουργήθηκε στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ΄90, ἀπό τούς Ἐπισκόπους Λεόντιο τοῦ Πέρμ καί Φλαβιανό τῆς Μόσχας. Σήμερα ἀριθμεῖ 3 Ἐπισκόπους.

Ἡ «Παλαιορθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας». Δημιουργήθηκε τό 1999 καί σήμερα ἀριθμεῖ 3 Ἐπισκόπους

Ἀπό τό 1924 μέχρι σήμερα Προκαθήμενοι τῆς Ἱεραρχίας Νοβοζιμπνόβσκαγια διετέλεσαν οἱ ἐξῆς:

Νικόλαος Pozdnev. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας, Σαράτωφ καί πάσης Ρωσίας, 19. 12. 1923 –

+ 1. 9. 1934.

Στέφανος Rastorguev. Τοποτηρητής τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου, 1934 - Ἰούλιος 1935. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, Ἰούλιος 1935 - 2. 9. 1937.

Μιχαήλ Kochetov. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, Μάϊος 1938 – 6. 4. 1944.

Ἰωάννης Kalinin. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 14. 10. 1944 – 27. 8. 1955.

Ἐπιφάνιος Abramov. Ἀρχιεπίσκοπος Κουϊμπίσεφ, Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 5. 11. 1955 –

1963 (+ 1965).

Ἱερεμίας Matvievich. Ἀρχιεπίσκοπος Νοβοζύμπκωφ, Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 24. 3. 1963

– 17. 6. 1969.

Παῦλος Mashinin. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 27. 7. 1969 - Ἰούνιος 1977.

Βαρσανούφιος Ovsyannikov. Τοποτηρητής τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου, Ἰούν. 1977 – Σεπτ. 1979.

Γεννάδιος Antonov. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 23. 9. 79 – 2. 2. 1996.

Ἀρίσταρχος Kalinin. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, Φεβρ. 1996 – Μάϊος 2000.

Ἀλέξανδρος Kalinin. Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 9. 5. 2000 – 3. 3. 2002. Πατριάρχης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας, 3. 3. 2002 – σήμερα.

Ὁ Πατριάρχης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Ἀλέξανδρος

Ἡ Ἱεραρχία Νοβοζιμπνόβσκαγια ποιμαίνει περίπου 60 μεγάλες ἐνορίες στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση καί 4 στή Ρουμανία, μέ ἕδρα τό Zamoskvorech’ye τῆς Μόσχας.


Οἱ Παλαιόπιστοι Μπέζ Πόποβτσυ (οἱ μή δεχόμενοι Ἱερωσύνη)

Ὑπῆρξαν ὅμως καί Παλαιόπιστοι πού ἀπέρριψαν τήν Ἱερωσύνη, οἱ Μπέζ Πόποβτσυ. Γι’ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον χάθηκε τό ὅραμα τοῦ παγκόσμιου ρόλου τῆς Ὀρθόδοξης Ρωσίας καί οἱ κεφαλές τῆς Ρωσίας - πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές - ἀποστάτησαν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, μία μόνο ἐξήγηση ἦταν ἀποδεκτή: Ὁ Ἀντίχριστος εἶχε ἔρθει. «Ἡ ἀλήθεια ὑποχώρησε στούς λαμπρούς οὐρανούς καί τό Ἅγιο Βασίλειο εἶχε γίνει ὁ Τσαρισμός τοῦ Ἀντιχρίστου», σημειώνει π. Γ. Φλωρόφσκυ.

Γιά τούς Μπέζ Πόποβτσυ ἡ χρήση τοῦ νέου Τυπικοῦ στεροῦσε ἀπό τούς Κληρικούς (Ἐπισκόπους καί Ἱερεῖς) τήν Ἀποστολική Διαδοχή.

Οἱ Μπέζ Πόποβτσυ κατοικοῦσαν κατά κύριο λόγο σέ ἀγροτικές καί ἀπομακρυσμένες περιοχές καί ἦσαν συνηθισμένοι στή μόνιμη σχεδόν ἀπουσία τοῦ Ἱερέως, τόν ὁποῖο συνήθως ἔβλεπαν σέ γάμους, βαπτίσεις καί κηδείες. Οἱ πιστοί αὐτοί ἦσαν ἐξοικιωμένοι μέ τήν πρακτική τῶν Ἀκολου-θιῶν χωρίς Ἱερέα. Γι’ αὐτούς ἴσχυε τό «λογικό συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἱερωσύνη τελείωσε τήν ἀποστολή της μέ τήν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἡ Χάρη ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν κόσμο καί ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία μπῆκε σέ μία νέα μορφή ὕπαρξης: Στήν κατάσταση χωρίς Ἱερεῖς καί τήν ἀπουσία τῶν Μυστηρίων» (π. Γ. Φλωρόφσκυ, αὐτ. σελ. 158). Αὐτό τό σκεπτικό ὁδήγησε τούς Μπέζ Πόποβτσυ σέ ἄλλο συμπέρασμα: Ἀφοῦ ἡ Χάρις εἶχε χαθεῖ, ἡ σωτηρία πλέον ἐξαρτόνταν ἀπό τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο καί τά ἔργα του. Ἀναβίωσε ἔτσι ἡ αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ (4ος αἰ.), πού δέχονταν ὅτι ὁ ἄνθρωπος σώζεται χάρις στίς δικές του ἠθικές προσπάθειες, χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού μετέδιδαν τά Μυστήρια.

Στήν ἀπόρριψη τῆς Ἱερωσύνης συντέλεσαν καί οἱ καθαρά Δονατιστικές ἀπόψεις τῶν ἡγετῶν τῶν Μπέζ Πόποβτσυ. Οἱ Δονατιστές - 4ος αἰ., βόρειος Ἀφρική - ἀρνοῦνταν στούς πεπτωκότες (lapsi) τῶν διωγμῶν τήν διά μετανοίας ἐπιστροφή στήν Ἐκκλησία καί ἐξαρτοῦσαν τήν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων ἀπό τήν ἡθική καθαρότητα τῶν λειτουργῶν - Ἱερέων. Ὁμοίως οἱ Μπέζ Πόποβτσυ ἀρνοῦνταν στούς Ἱερεῖς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τήν δυνατότητα τῆς διά μετανοίας ἐπιστροφῆς στήν Παλαιά Πίστη, ἐφ’ ὅσον τέτοιοι Ἱερεῖς ἦσαν οὐσιαστικά ἄχρηστοι, ἀφοῦ δέν μποροῦσαν νά τελέσουν ἔγκυρα Μυστήρια.

Ἡ ἀπόρριψη τῆς Ἱερωσύνης εἶχε σάν συνέπεια τήν ἐξύψωση τῶν τελετουργικῶν τύπων σέ βάρος τῶν Μυστηρίων καί τῆς ἀσκήσεως - ἐξόδου ἀπό τόν κόσμο σέ βάρος τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Μέ αὐτό τό σκεπτικό κάποιες ὁμάδες Μπέζ Πόποβτσυ ἀπέρριψαν τόν γάμο (ἀφοῦ δέν ἄξιζε κἄν νά ζῆ κανείς σέ τέτοιους ἀποκαλυπτικούς καιρούς), ἄλλες ἔφυγαν στά δάση «κάνοντας μία ἔξοδο στήν Ἱστορία καί ζῶντας πέρα ἀπό τά σύνορά της» (π. Γ. Φλωρόφσκυ) καί μερικές ἀπέρριψαν καί τήν ἴδια τήν ζωή, δεχόμενες τό διά πυρός βάπτισμα – αὐτοκτονία.

Γιά τούς ὁπαδούς τοῦ διά πυρός βαπτίσματος, κάθε πιστός ἔπρεπε νά ἐπιζητεῖ ἕνα δεύτερο καθαρό Βάπτισμα στή φωτιά. Τήν θέση αὐτή εἰσήγαγε ὁ Ἱερέας Δομετιανός τοῦ Τιοῦμεν τό 1679 καί ἐφάρμοσε ὁ Εὐφρόσυνος Καπίτων.

Ὁ Δομετιανός συνδέονταν μέ τόν Πρωθιερέα Ἀββακούμ. Τό 1665 συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στή Μόσχα καί τό 1666 ἐξορίστηκε στό φρούριο τοῦ Πουστοζέρσκ. Ἀπελευθερώθηκε τό 1670 καί ἐγκαταστάθηκε στό Τιοῦμεν, ὅπου ἵδρυσε ἕνα ἐρημητήριο μέ Παλαιόπιστους συνασκητές. Ὅταν τό 1670 Τσαρικά στρατεύματα ἔφθασαν στήν περιοχή γιά νά διαλύσουν τήν κοινότητα, ὁ Δομετιανός καί οἱ ὀπαδοί του αὐτοπυρπολήθηκαν γιά νά μήν πέσουν στά χέρια τοῦ Ἀντιχρίστου.

Ὁ Καπίτων ἦταν ἐρημίτης, μεγάλος νηστευτής, δεμένος μέ ἁλυσίδες. Οἱ ὀπαδοί του ἔγιναν γνωστοί σάν «ἄθεοι ἐρημίτες»! Πρέσβευε τό μαστίγωμα καί τήν μέχρι θανάτου νηστεία! Ἀπό τούς μαθητές του ὁ Βασίλειος Hirsote Volosatyi ζητοῦσε ἀπό τούς πιστούς του νά ἐμπιστευτοῦν τά πάντα στή φωτιά καί ὁ Βαβύλας ὑποστήριζε, ὅτι «μόνο ὁ θάνατος μπορεῖ νά μᾶς σώσει»!

Ὁ Βαβύλας ἦταν ξένος στήν καταγωγή καί Λουθηρανός στήν ὁμολογία. Ἦρθε στή Ρωσία τό 1630 καί βαπτίσθηκε Ὀρθόδοξος. Ἀπό τούς πλέον σημαντικούς ὀπαδούς τοῦ Καπίτωνος στήν περιοχή τοῦ Καζάν καί τοῦ βορείου Βόλγα, συνελήφθη τό 1666 καί κάηκε ζωντανός.

Τό περί αὐτοκτονίας κήρυγμα γράφει ὁ π. Γ. Φλωρόφσκυ, «αὐτή ἡ θανατηφόρα ἀσθένεια, ἔγινε ξαφνικά κάτι πού ἔφθασε στά ὅρια μιᾶς φοβερῆς μυστικῆς ἐπιδημίας, ἔγινε ἕνα σύμπτωμα ἀποκαλυπτικοῦ τρόπου καί ἀπελπισίας» (αὐτ. σελ. 163).

Τό 1669 κυκλοφόρησε ἡ φήμη, ὅτι πλησίαζε τό τέλος τοῦ κόσμου, φήμη πού διέδιδε ὁ φυλακισμένος στό Πουστόζερο Διάκονος Θεόδωρος. Κάποιοι καθώρισαν τήν συντέλεια τό 1674 καί ἄλλοι τό 1691 ἤ 1692. Ἡ ἰδέα τῆς συντέλειας ὡδήγησε πολλούς Παλαιοπίστους σέ ὁμαδική αὐτοκτονία. Τήν 6η Ἰανουαρίου 1679 κάηκαν στό Τομπόλσκ 1.700 ἄτομα, τήν 24η Ὀκτωβρίου περισσότεροι ἀπό 300 στό Τιοῦμεν, τό 1680 περίπου 5.000 στό Γιαροσλάβ, τήν 4η Μαρτίου 1687 ὁ μοναχός Ἰγνάτιος κάηκε μαζί μέ 2.700 ὀπαδούς του καί ὁ μοναχός Ποιμένας μέ περίπου 1.000.

Οἱ ἀκραῖες αὐτές θέσεις τῶν Μπέζ Πόποβτσυ ὁδήγησαν πολλούς Παλαιοπίστους στούς μετριοπαθεῖς Πόποβτσυ καί ὁ μαθητής τοῦ Ἡγουμένου Δοσιθέου Πρεσβύτερος Εὐφρόσυνος ἀναγκάστηκε νά γράψει τήν «Ἀνασκευή τῆς πρόσφατης προτιμήσεως τῶν αὐτοκτονιῶν».

Σταδιακά ἀπό τό 1653 καί μετά δημιουργήθηκαν πολλές ὁμάδες Μπέζ Πόποβτσυ, κάποιες ἀπό τίς ὁποίες έξαφανίστηκαν στήν πορεία τοῦ χρόνου, ἐνῶ κάποιες ἄλλες ἔχουν ἐπιβιώσει. Κάποιες ἀπό αὐτές ἐξελίχθηκαν σέ μορφώματα προτεσταντικοῦ ἤ ἄλλου χαρακτῆρα. Ἐνδεικτικά ἀναφέρονται:

Οἱ Θεοδοσιανοί. Ἐμφανίσθηκαν τό 1770, μέ κέντρο τό Κοιμητήριο τῆς Μεταμ. Σωτῆρος Μόσχας. Ἐπωνομάσθηκαν ἀπό τόν Θεοδόσιο Βασίλεφ. οι ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τόν γάμο. Ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1960 δραστηριοποιοῦνται ὡς «Ἕνωσις τῶν Χριστιανῶν Παλαιοπίστων τῆς κατά τοῦ Γάμου Ὁμολογίας τῶν Παλαιο-Πομεράνων».

Οἱ Τιτλοῦχοι. Ἀποσχίσθηκαν ἀπό τούς Θεοδοσιανούς, ἐπειδή ὑποστήριζαν τήν χρήση τοῦ τίτλου πού ἔθεσε ὁ Πιλάτος πάνω στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου.

Οἱ Πομεράνοι ἤ Δανιηλίτες ("Pomeranian Old - Orthodox Church"). Ἐπωνομάσθηκαν ἀπό τόν Δανιήλ Βίκουλιτς καί ἐμφανίσθηκαν στίς περιοχές τοῦ Ἀρχαγγέλου καί τῆς Καρελίας. Δέν δέχονται τόν γάμο καί τήν μνημόνευση τοῦ Τσάρου στίς Ἀκολουθίες.

Οἱ Νέο – Πομεράνοι. Ἀποσχίσθηκαν ἀπό τούς Πομεράνους, ἐπειδή δέχονται τόν Γάμο.

Οἱ Φιλιππιανοί, ἀπό τόν Μοναχό Φίλιππο. Ἀποσχίσθηκαν τό α’ μισό τοῦ 18ου αἰ. ἀπό τούς Πομεράνους. Δέν δέχονται τόν Γάμο καί πρεσβεύουν τό Βάπτισμα τοῦ πυρός (αὐτοπυρπόληση).

Οἱ Κοσμιανοί. Ἐπωνομάσθηκαν ἀπό τόν Μοναχό Κοσμᾶ. Δραστηριοποιοῦνται στίς περιοχές τοῦ Νίζνι Νόβγκοροντ, τοῦ Γιαροσλάβ καί τῆς Κοστρόμας.

Οἱ Ὁπαδοί τῆς Σωτηρίας. Ἀρνοῦνται ὅλα τά Μυστήρια καί δέχονται τήν αὐτοπυρπόληση.

Οἱ Παστουχοβίτες.

Οἱ Αὐτοβαπτιζόμενοι.

Οἱ Τροπάριοι.Ὀνομάζονται ἔτσι ἐπειδή δέχονται τήν μνημόνευση τοῦ Τσάρου στίς Ἀκολουθίες.

Οἱ Χλύστοι. Πρεσβεύουν τήν παράδοση τοῦ ἀνθρώπου στά σαρκικά πάθη, γιά νά ἔρθει σέ μετάνοια!

Οἱ Σκόπτσυ.

Οἱ Πνευματικοί Ἀγωνιστές (Duhodory).

Οἱ Μολοκάνοι.

Οἱ Ἀρνητές Διαβατηρίων (Beguny). Δέν χρησιμοποιοῦσαν χρήματα, ταυτότητες καί διαβατήρια, διότι κατά τήν γνώμη τους εἶχαν πάνω τους τήν σφραγίδα τοῦ Ἀντιχρίστου! Ὑπῆρξαν ὁμάδες Ἀρνητῶν Διαβατηρίων καί κατά τήν Σοβιετική περίοδο, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἐπιβιώσει μέχρι σήμερα.

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Οὔφα Ἀνδρέας καί οἱ Παλαιόπιστοι

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας τῆς Οὔφα (+ 1937), ἀπό τούς κύριους ἀντιπάλους τοῦ Σεργιανισμοῦ, εἶχε "ἰδιαίτερες" ἀπόψεις σχετικά μέ τό θέμα τῶν Ρώσων Παλαιοπίστων. Ἐπηρεασμένος ἀπό τόν Καθηγητή του στή Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Μόσχας N. Kapterev, θεωροῦσε ὅτι ἡ προ - ἐπαναστατική Ρωσική Ἐκκλησία εἶχε ὑποπέσει στή "Νικωνιανή αἵρεση τοῦ Καισαροπαπισμοῦ", ἡ ὁποία αἵρεση ὁδήγησε τελικά στήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, στούς Ἀνακαινιστές τῆς "Ζωντανῆς Ἐκκλησίας" καί στό Σεργιανισμό. Συχνά ἀναφέροταν σέ "Νικωνιανούς" (γιά τό Πατριαρχεῖο Μόσχας) καί "παλαιο - Ὀρθοδόξους" (γιά τούς Παλαιοπίστους). Τήν κατάσταση τῶν Παλαιοπίστων δέν θεωροῦσε σχίσμα, ἀλλά δίκαιη ἀντίδραση κατά τῆς ὑποδουλώσεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στήν αὐθαιρεσία τοῦ Τσάρου καί γι' αὐτό πίστευε ὅτι ἔπρεπε νά ἀρθοῦν τά ἐναντίον τους Ἀναθέματα!

Τόν Φεβρουάριο τοῦ 1917 - ἤδη Ἐπίσκοπος ἀπό τό 1907 - προήδρευσε στό Νίζνι Νόβγκοροντ τῆς Πανρωσικῆς Συνάξεως τῶν Γεντινόβερτσυ (τῶν Παλαιοπίστων πού εἶχαν ἑνωθεῖ μέ τήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία, διατηρῶντας τό τυπικό τους).

Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1917, ἐνῶ βρισκόταν στή Μόσχα συμμετέχοντας στήν Πανρωσική Σύνοδο, τόν πλησίασε ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν Παλαιοπίστων Belgopopovtsi (πού δέχονταν Κληρικούς πού εἶχαν ἀποσκιρτίσει ἀπό τήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία, ἀλλά δέν εἶχαν Ἱεραρχία), ὁ Λέβ Ἀλεξέγιεβιτς Molekhonov. Οἱ Παλαιόπιστοι τῆς ὁμάδος αὐτῆς ἤθελαν τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα ὡς Ποιμενάρχη τους, ἀλλά ἡ "ἕνωση" αὐτή ἔπρεπε νά γίνει μέ συγκεκριμένο τρόπο.

"Θά προσερχόμουν - γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας - χωρίς ἄμφια στό Ναό τους, ἐπί τῆς ὁδοῦ M. Andronievskia τῆς Μόσχας. Θά μέ ὑποδέχονταν μέ τήν ἐρώτηση, "ποιός εἶστε;" Θά ἀπαντοῦσα ἀρχικά ὅτι εἶμαι Ἐπίσκοπος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί στή συνέχεια θά διάβαζα τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί τήν Ὁμολογία Πίστεως πού διαβάζουν ὅσοι χειροτονοῦνται Ἐπίσκοποι. Μετά θά ἔπρεπε νά χρίσω τόν ἑαυτό μου μέ τό Ἅγιο Μῦρο πού οἱ ἴδιοι ὀνόμαζαν "Πατριαρχικό" (Σ. Σ. ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰωσήφ [1642 -1652], τόν τελευταῖο Πατριάρχη Μόσχας πού ἀναγνωρίζεται ἀπό τούς Παλαιοπίστους ὡς Ὀρθόδοξος). Μέ αὐτό τόν τρόπο ἡ "πρόσληψή" μου θά εἶχε ὁλοκληρωθεῖ".

"Ὁ πνευματικός μου πατέρας - συνεχίζει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας - Ἀρχιεπίσκοπος Χαρκόβου Ἀντώνιος, γνώριζε τά πάντα σχετικά μέ τίς συνομιλίες αὐτές καί ὁ Πατριάρχης Τυχων ἦταν ἐνήμερος γιά καθετί. Καί οἱ δύο δέχονταν τίς προθέσεις μου".

Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1919 οἱ Παλαιόπιστοι Γεντινόβερτσυ ἐξέλεξαν τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα Πρωθιεράρχη τους, μέ τόν τίτλο τοῦ Ἐπισκόπου Σατκίνσκ. Οἱ διωγμοί τῶν Μπολσεβίκων πού ἀκολούθησαν, διέκοψαν τίς ἐπαφές μέ τούς Belgopopovtsi.

Τό 1925, ἐνῶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας ἦταν ἐξόριστος στό Askhabad, τόν πλησίασε ὡς ἐκπρόσωπος τῶν Παλαιοπίστων Belgopopovtsi ὁ Ἀρχιμανδρίτης Κλήμης καί ἐπανέφερε τό θέμα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας συμφώνησε, ὑπό τόν ὅρο ὁ ἀρχιμ. Κλήμης νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος. "Ὁ Κλήμης - γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας - δέχθηκε ὅλους τούς ὅρους μου καί τήν 28. 8. 1925 καί οἱ δύο συμπροσευχηθήκαμε σέ μία γνήσια Ὀρθόδοξη, μή Καισαρο - Παπική Ἐκκλησία. Ἀπό τήν πλευρά μου ἐκπλήρωσα κάθε τι γιά τό ὁποῖο εἶχα εὐλογία ἀπό τόν Πατριάρχη Τύχωνα. Τήν 3. 9. 1925, μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρουφῖνο, χειροτονήσαμε σέ Ἐπίσκοπο τόν ἀρχιμ. Κλήμη".

Τελικά τόσο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας, ὅσο καί ὁ Ἐπίσκοπος Κλήμης, δέν ἔγιναν δεκτοί ἀπό τό ποίμνιο τῆς ὁμάδος αὐτῆς καί ὁ τελευταῖος προσχώρησε στήν ὁμάδα τῶν Παλαιοπίστων Μπελοκρινίστυ, ὅπου ἔγινε δεκτός μέ τόν βαθμό του.

Σύμφωνα μέ μία πληροφορία, ὅταν ἔμαθε ὁ Τοποτηρητής τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Κρουτίτσης Πέτρος τίς ἐξελίξεις αὐτές, ἔθεσε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα σέ ἀργία. Ἀργότερα, τό 1927, ὅταν ὁ βοηθός τοῦ τελευταίου Ἐπίσκοπος Ἀντώνιος τοῦ Ust Katavsky πῆγε στή Μόσχα καί ἐρεύνησε τά ἀρχεῖα τῆς Συνόδου, δέν βρέθηκε τέτοιο ἔγγραφο, ὅπως βεβαίωσε καί ὁ Γραμματέας της Ἐπίσκοπος Πιτιρίμ τοῦ Δημητρώφ ("Spravka", φ. 1799, 27. 10. 27). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας πάντως δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη του τήν ἀργία, πραγματική ἤ μή.

Τό 1926 ἐπέτρεψε ἀπό τήν ἐξορία καί ἐγκαταστάθηκε στήν Οὔφα. Τόν Ἰούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους ὁ Μητροπ. Σέργιος, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Τοπορητητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Πέτρου, ἔθεσε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα σέ ἀργία γιά τό ἴδιο θέμα. Καί τήν ἀργία αὐτή ὁ Ἀρχιεπ. Ἀνδρέας δέν τήν ἔλαβε ὑπ' ὄψη του. Ἀντιθέτως, παρότρυνε τούς βοηθούς του Ἐπισκόπους Ἀντώνιο τοῦ Ust Katavsky (Milovidov) καί Πιτιρίμ τοῦ Νιζέγκοροντ (Ladygin, ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Γκλαζώφ, Μεγαλόσχημο Πέτρο), νά διερευνήσουν τήν ὑπόθεση.

Ἡ ἔρευνα τοῦ ἐπ. Ἀντωνίου στή Μόσχα ἀπέδειξε, ὅτι δέν ὑπῆρχε ἔγγραφο καταδίκης τοῦ Ἀρχιεπ. Ἀνδρέου ἀπό τόν Μητροπ. Πέτρο. Ὁ ἐπ. Πιτιρίμ πῆγε στό Γιαροσλάβ καί συναντήθηκε μέ τόν Μητροπ. Ἀγαθάγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ συνέστησε νά ἐκδικασθεῖ τό θέμα ἀπό τούς πλησιέστερους πρός τήν Οὔφα Ἐπισκόπους, τό λιγώτερο τρεῖς. Ἡ σύσταση τοῦ Μητροπ. Ἀγαθαγγέλου ὑλοποιήθηκε τήν 3. 2. 1927, ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι Ἀββακούμ τῆς Παλαιᾶς Οὔφα, Ἀντώνιος τοῦ Ust Katavesky καί Πιτιρίμ τοῦ Νιζέγκοροντ συγκρότησαν ἐκκλησιαστικό δικαστήριο καί παρουσίᾳ τοῦ Ἀρχιεπ. Ἀνδρέα ἐκδίκασαν τήν ὑπόθεση. Ἡ ἀπόφαση τῶν τριῶν Ἀρχιερέων ὑπῆρξε ἀθωωτική καί παρουσιάσθηκε σέ Σύναξη Κλήρου καί λαοῦ τῆς Οὔφα, πού συγκλήθηκε ἀπό 3ης μέχρις 6η Φεβρουαρίου 1927.

Ἡ Κανονική θέση τῶν Παλαιοπίστων

Στήν ἱστορική πορεία ἔγιναν προσπάθειες γιά τήν θεραπεία τοῦ Σχίσματος τοῦ 1653, μέ τήν ἀπορρόφηση τῶν Παλαιοπίστων ἀπό τήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία καί τήν διατήρηση ἀπό πλευρᾶς τους τοῦ Παλαιοῦ Τυπικοῦ.

Τό 1721, μέ τήν ἵδρυση τῆς Ἁγίας Κυβερνῶσης Συνόδου ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Πέτρο Α’ τόν Μεγάλο, ἤρθησαν τά κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθέματα τῆς Συνόδου τοῦ 1666, ἐπί προεδρείας τοῦ Μητροπολίτου Στεφάνου Ἰαβόρσκυ.

Τό 1929 τό ὑπό τόν Μητροπ. Σέργιο Σοβιετοποιημένο Πατριαρχεῖο Μόσχας, προχώρησε στήν ἄρση τῶν κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθεμάτων. Τό 1971 τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀκύρωσε μέ ἐπισημότερο τρόπο τά κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθέματα.

Σύμφωνα μέ μία πηγή, παρόμοια ἀπόφαση πῆρε καί ἡ Νομαδική Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, τό 1928.

Τό 1974 ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, προχώρησε καί αὐτή στήν ἄρση τῶν κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθεμάτων. Μάλιστα ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς ζήτησε ἐξ ὀνόματος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας δημόσια συγγνώμη ἀπό τούς Παλαιοπίστους, γιά τά σφάλματα πού διαπράχθηκαν σέ βάρος τους. Τότε μεταφράστηκαν στήν Ἀγγλική γλῶσσα τά Λειτουργικά βιβλία τῶν Παλαιοπίστων.

Οἱ κινήσεις αὐτές – κινήσεις σκοπημότητας, μέ σκοπό τήν ἀπορρόφηση τῶν Παλαιοπίστων - δέν ἀπέδοσαν τά ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα. Λ. χ. στίς Ἡνωμένες Πολιτείες τῆς Ἀμερικῆς μόνο μία κοινότητα Παλαιοπίστων, στό Ἔριε τῆς Πενσυλβάνιας, ἑνώθηκε μέ τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς. Ἐπί Μητροπολίτου Βιταλίου πάντως χειροτονήθηκε ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς «παλαιοτυπικός» Ἐπίσκοπος γιά τούς Παλαιοπίστους (ὁ Ἐπίσκοπος Ἔριε Δανιήλ).


Ἡ σημερινή κατάσταση

Σήμερα οἱ Παλαιόπιστοι ἀριθμοῦν ἀπό 1.000.000 - 10.000.000 περίπου μέλη (τά στοιχεῖα εἶναι ἐξαιρετικά ἀσαφῆ) καί εἶναι διηρημένοι σέ δύο κύριες παρατάξεις, τούς Πόποβστυ (πού δέχονται τήν Ἱερωσύνη) καί Μπέζ Πόποβτσυ (πού δέν δέχονται τήν Ἱερωσύνη).

Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 δημιουργήθηκαν ἀξιόλογες κοινότητες Παλαιοπίστων στίς χώρες τοῦ Νέου Κόσμου, ὅπως στό Plamondon τῆς Ἀλμπέρτας, τό Woodburn τοῦ Ὄρεγκον, τό Ἔριε τῆς Πενσυλαβάνιας, τό Erskine τῆς Μινεσσότας, τήν Ἀλάσκα καί τό Σύδνεϋ τῆς Αὐστραλίας.


Διαφοροποιήσεις τῶν Παλαιοπίστων στό Ἐκκλησιαστικό Τυπικό καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή

Πρακτικά, στήν καθημερινή ἐκκλησιαστική καί κοινωνική ζωή, οἱ Παλαιόπιστοι διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία, ἀλλά καί τήν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδοξία, στά ἀκόλουθα σημεῖα:

Κάνουν τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μέ τά δύο δάκτυλα καί ὄχι μέ τά τρία.

Ψάλλουν τό "Ἀλληλούϊα" δύο καί ὄχι τρεῖς φορές.

Στή Λειτουργία χρησιμοποιοῦν 7 μικρά πρόσφορα, ἀντί τῶν 5 πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία καί οἱ Σλαβικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὅπως καί ἡ Ρουμανική, καί τοῦ ἑνός πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἑλληνορθόδοξοι καί οἱ Ἀραβόφωνοι Ὀρθόδοξοι.

Χρησιμοποιοῦν τά Λειτουργικά βιβλία καί τίς μεταφράσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς κ.ἄ. ἐκκλησιαστικῶν ἔργων πού ὑπῆρχαν πρίν τήν μεταρρύθμιση τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος.

Δέχονται τό Βάπτισμα τῶν τριῶν καταδύσεων καί ὄχι τό ράντισμα πού ἐπιβλήθηκε ἀργότερα στήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία (τό 1818, κατά τήν βασιλεία Ἀλεξάνδρου Α').

Εἶναι ἀντι - Οἰκουμενιστές.

Δέν χρησιμοποιοῦν πολυφωνική μουσική, ἀλλά μονοφωνική σλαβωνική.

Χρησιμοποιοῦν μόνο Παλαιορωσικές ἤ Βυζαντινές εἰκόνες καί ὄχι Ἀναγεννησιακές.

δέν γονατίζουν κατά τήν διάρκεια τῶν Ἀκολουθιῶν.

Ἡ διάρκεια τῶν Ἀκολουθιῶν τους εἶναι 2 - 3 φορές μεγαλύτερη ἀπό ἐκείνη τῆς ἐπίσημης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας

Στίς περισσότερες ὁμάδες οἱ ἄνδρες διατηροῦν γενειάδα (σύμφωνα μέ τόν σχετικό Κανόνα τῆς Συνόδου τῶν 100 Κεφαλαίων).

Κάποιες ὁμάδες χρησιμοποιοῦν μέσα στό ναό παραδοσιακές στολές καί σέ ὅλες γενικῶς οἱ γυναῖκες χρησιμοποιοῦν μακριά φορέματα καί καλύματα τῆς κεφαλῆς.

Κάποιες ὁμάδες ἀπαγορεύουν τήν χρήση τσαγιοῦ καί καφέ, ἐνῶ ὅλες θεωροῦν τό κάπνισμα σάν μεγάλη ἁμαρτία.

Κάποιες ὁμάδες δέν συντρώγουν μέ ἄτομα ἄλλων ὁμολογιῶν, οὔτε χρησιμοποιοῦν τά εἴδη τους.

Πρίν τήν Θεία Κοινωνία τηροῦν αὐστηρή νηστεία, τουλάχιστον μιᾶς ἑβδομάδος.

Κατά τήν Ἐξομολόγηση ἐπιβάλλουν μεγάλα ἐπιτίμια.

Χρησιμοποιοῦν δερμάτινα καί ὄχι πλεκτά κομποσχοίνια.

Δέν ἀναγνωρίζουν τούς μετά τό 1666 Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀναγνωρίζουν δικούς τους (ὅπως τόν Πρωθιερέα Ἀββακούμ, τόν Ἐπίσκοπο Κολόμνας Παῦλο, τόν Ἀρχιεπίσκοπο πρ. Σεράγιεβο Ἀμβρόσιο, τήν Μπογιαρίνια Μορόζοβα, κ.ἄ.).


Βιβλιογραφία

«Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», μετάφρασις Θεοδ. Βαλλιάνου, 1851.

M. Bulgakov, “Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», τ. 1 – 4, 1857 – 1878.

Golubinskij E., “History of the Russian Church”, 1900 - 1917.

“Contribution to our polemic with the Old believers”, COIDR, 1905.

Kapterv N. F., “Patriarch Nikon and his opponents in the correction of Church rituals”, 1913.

N. F. Kapterev, “Character of the relationships between Russia and the

Orthodox East in the XVI and XVII c.”, 1914.

Zenkovsky S. , “The Old Believer Avvakum”, Indiana Slavic Studies, I, 1 - 51, 1956.

Zenkovsky S. A., "The ideology of the Denisovbrothers", Harvard Slavic Studies, III, 49 – 66, 1957.

Zenkovsky S. A., “The Russian Schism”, Russian Review, XVI, 37 – 58, 1957.

Kartasov A. V., “Outlines of the history of the Russian Church”,1959.

Pascal P., «Avvacum et les debuts du Rascol”, 1963.

Cherniavsky M., “The Old Believers and the New Religion”. Slavic Review 25:1 – 39, 1966.

Crummey O. R., “The Old Believers and the World of Antichrist; The Vyg

Community and the Russian State”, 1970.

"Μεγάλη Σοβιετική Ἐγκυκλοπαίδεια", ἔκδοσις 1981, τόμος 26ος.

D. Bradbury, “The Russian Orthodox Church”, 1982.

Κ. Παπουλίδη, «Ἡ Ἐκκλησία στή νεώτερη Ρωσική Θεολογική σκέψη», 1988.

M. Garzaniti, “Il Christiano in Russia da Vladimir a Petro il Grande”, 1988.

Scheffel D. Z., “In the shadow of Antichrist: The Old Believers of Alberta”, 1991.

Meyendorff P., “Russia, ritual and reform – The Liturgical reforms of Nikon in the 17th c.”, 1991.

Peskov V., “Lost in the taiga: One Russian family's 50 year struggle for survival and religious freedom in the Siberian wilderness”, 1994.

Robson R. R., “Old Believers in Modern Russia”, 1995.

G. Vurgraft G. - Ushakov I. A., “The Old Believers: Figures, Subjects, Events and Symbols. An Encyclopedic Dictionary”, 1996.

Michels G. B., “At War with the Church: Religious Dissent in 17th c. Russia”. 1999.

Melnikov F. I., “Short history of the Old Orthodox (Old Ritualist) Church”, 1999.

Dmitrievskij A., “The correction of books under Patriarch Nikon and Patriarchs after him”, 2004.

A. N. Mouravieff, “A History of the Church of Russia”, 2004.

Zenkovsky S. A., “Russia’s Old Believers”, τόμοι 1 καί 2, 2006.

D. H. Shubin, “A History of Russian Christianity”, 2006.

Ἀντ. Μάρκου «Εἰσαγωγή στήν Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» (ἀνέκδοτο).

Τοῦ ἰδίου, «Πολιτική καί Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ρωσίας» (ἀνέκδοτο).

Τοῦ ἰδίου, «Ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν καί οἱ Ρώσοι Νεομάρτυρες» (ἀνέκδοτο).