Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Παλαιόπιστοι - Οι μαρτυρικοί "Γ.Ο.Χ." της Ρωσίας (Α΄)

Υπό τον παραπάνω τίτλο αναδημοσιεύουμε εξαιρετική μελέτη του κ. Αντ. Μάρκου, που ωστόσο -ως ΓΟΧ ο ίδιος- ασφαλώς δε θα συμφωνούσε ότι υπάρχουν αναλογίες και ομοιότητες μεταξύ παλαιοπίστων και ΓΟΧ. Χρεωνόμαστε λοιπόν εμείς τον τίτλο και την κατεύθυνση που δίνουμε στην αναδημοσίευση.
Παλαιόπιστοι ονομάζονται οι χριστιανοί που αποσχίσθηκαν από τη Ρωσική Εκκλησία αντιδρώντας στην εκκλησιαστική μεταρρύθμιση του πατριάρχη Μόσχας Νίκωνα το 1653. Στη συνέχεια καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους τσάρους και αναρίθμητοι από αυτούς βασανίστηκαν, ακρωτηριάστηκαν και θανατώθηκαν (αναμφίβολα πρόκειται για μια κατάμαυρη σελίδα στην ιστορία της Ρωσίας και της Ρωσικής Εκκλησίας - αυτό δεν μειώνει φυσικά την αξία των Ρώσων αγίων που έζησαν ανά τους αιώνες και που δεν είχαν σχέση με τις εκτροπές των ισχυρών, μάλιστα συχνότατα αντιδρούσαν σ' αυτές).



Αντί εισαγωγής:
1
Αν μπείς σε ναό παλαιοπίστων (οι οποίοι απεκόπησαν από την ρωσική Εκκλησία τον 16ο αιώνα μετά τις μεταρρυθμίσεις του πατριάρχη Νίκωνα και οι οποίοι ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα από απηνείς διωγμούς της κρατικοποιημένης Εκκλησίας) δε θα δεις πουθενά καρέκλες ή στασίδια ή καθίσματα.
Οι ακολουθίες τους διαρκούν διπλάσιο ή και τριπλάσιο χρόνο από τις δικές μας: Ψαλτήρια,κομποσχοίνια,αργά μελη κλπ.
Μάλιστα η ψαλτική τους δεν είναι πολυφωνική όπως της επίσημης εκκλησίας αλλά παραδοσιακή μονοφωνική κατά τα βυζαντινά πρότυπα.
Όλο αυτό τον χρόνο οι πιστοί στέκονται όρθιοι,μετανίζουν,γονατίζουν κλπ
Οι άντρες αφήνουν όλοι γενειαδα,οι γυναίκες δε μπαίνουν στον ναό με ακάλυπτη κεφαλή.
Kαι όμως αυτοί οι φιλότιμοι άνθρωποι είναι σχισματικοί....  
[Δύο αναρτήσεις πιο κάτω:] 
Νομίζω ότι οι ομοιότητες παλαιοπίστων-παλαιοημερολογιτών είναι πασιφανείς για όποιον ξεφυλλίσει λίγο την εκκλησιαστική ιστορία. 

Άποψη του ορθόδοξου μπλόγκερ Misha, από εδώ (από εκεί και το βίντεο).

2
Ἡ Κανονική θέση τῶν Παλαιοπίστων

Στήν ἱστορική πορεία ἔγιναν προσπάθειες γιά τήν θεραπεία τοῦ Σχίσματος τοῦ 1653, μέ τήν ἀπορρόφηση τῶν Παλαιοπίστων ἀπό τήν ἐπίσημη Ρωσική Ἐκκλησία καί τήν διατήρηση ἀπό πλευρᾶς τους τοῦ Παλαιοῦ Τυπικοῦ.
Τό 1721, μέ τήν ἵδρυση τῆς Ἁγίας Κυβερνῶσης Συνόδου ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Πέτρο Α’ τόν Μεγάλο, ἤρθησαν τά κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθέματα τῆς Συνόδου τοῦ 1666, ἐπί προεδρείας τοῦ Μητροπολίτου Στεφάνου Ἰαβόρσκυ.
Τό 1929 τό ὑπό τόν Μητροπ. Σέργιο Σοβιετοποιημένο Πατριαρχεῖο Μόσχας, προχώρησε στήν ἄρση τῶν κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθεμάτων. Τό 1971 τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀκύρωσε μέ ἐπισημότερο τρόπο τά κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθέματα.
Σύμφωνα μέ μία πηγή, παρόμοια ἀπόφαση πῆρε καί ἡ Νομαδική Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, τό 1928.
Τό 1974 ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, προχώρησε καί αὐτή στήν ἄρση τῶν κατά τῶν Παλαιοπίστων Ἀναθεμάτων. Μάλιστα ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς ζήτησε ἐξ ὀνόματος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας δημόσια συγγνώμη ἀπό τούς Παλαιοπίστους, γιά τά σφάλματα πού διαπράχθηκαν σέ βάρος τους. Τότε μεταφράστηκαν στήν Ἀγγλική γλῶσσα τά Λειτουργικά βιβλία τῶν Παλαιοπίστων. ["Σ": ο ειρηνοποιός άγιος Φιλάρετος της Νέας Υόρκης είναι εκείνος που αναγνώρισε τις χειροτονίες των ΓΟΧ που έγιναν από επισκόπους της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς το 1960 και 1971 (τουλάχιστον οι "φλωρινικοί" θα πρέπει να τον συμπαθούν)].
Οἱ κινήσεις αὐτές – κινήσεις σκοπιμότητας, μέ σκοπό τήν ἀπορρόφηση τῶν Παλαιοπίστων – δέν ἀπέδοσαν τά ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα. Λ. χ. στίς Ἡνωμένες Πολιτείες τῆς Ἀμερικῆς μόνο μία κοινότητα Παλαιοπίστων, στό Ἔριε τῆς Πενσυλβάνιας, ἑνώθηκε μέ τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς. Ἐπί Μητροπολίτου Βιταλίου πάντως χειροτονήθηκε ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς «παλαιοτυπικός» Ἐπίσκοπος γιά τούς Παλαιοπίστους (ὁ Ἐπίσκοπος Ἔριε Δανιήλ).

Καθηγητής Αντ. Μάρκου, από τη μελέτη που θα δημοσιεύσουμε εδώ.

Σχόλιο "Συγχώρησης": Έστω και μία κοινότητα που ενώθηκε, κάτι είναι κι αυτό για τη σωτηρία των αδελφών μας. Υποδεικνύει ωστόσο (κατά τη γνώμη μας), κυρίως προς την Εκκλησία του ν.ημ., ένα δρόμο άρσης του ημερολογιακού σχίσματος. (Το σχίσμα βέβαια ΔΕΝ θα λυθεί αν δε λυθεί το οξύτατο πρόβλημα του Οικουμενισμού).

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΠΑΛΑΙΟΠΙΣΤΩΝ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου - Το Συναξάριο της Εκκλησίας














Προλεγόμενα

Τό θέμα τῶν Ρώσων Παλαιοπίστων μελετᾶται ἀπό τόν γράφοντα ἀπό ἐτῶν, στά πλαίσια τῶν ἐρευνητικῶν ἐργασιῶν τοῦ Κέντρου Ἁγιολογικῶν Μελετῶν «Ὅσιος Συμεών ὁ Μεταφραστής» ἐπί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. Τά ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν καί τῆς μελέτης ἐξαιρετικῶς ἐκτεταμένης βιβλιογραφίας, περιλαμβάνονται σέ τρία ἀνεξάρτητα μέν μεταξύ τους κείμενα, πλήν ἀλληλένδετα λόγῳ τοῦ κοινοῦ θέματος τό ὁποῖο διαπραγματεύονται. Τά κείμενα αὐτά – πρός τό παρόν τύποις ἀνέκδοτα, πλήν διαθέσιμα σέ ἡλετρονική μορφή - εἶναι τά ἀκόλουθα:

· «Εἰσαγωγή στήν Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» (σσ. 150).
· «Ρωσική Πολιτική καί Ἐκκλησιαστική Ἡγεσία» (σσ. 145).
· «Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν καί οἱ Ρώσοι Νεομάρτυρες» (σσ. 240).

Τό παρόν κείμενο περί τῶν Ρώσων Παλαιοπίστων ἀποτελεῖ βελτιωμένη μορφή εἰσηγήσεως, κατόπιν ἀναθέσεως, ἐνώπιον τῆς ὑπό τόν Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκο Ἱερᾶς Μητροπολιτικῆς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, παρουσίᾳ καί τοῦ Σεβ. Μητροπ. Κιτίου καί Ἐξάρχου Κύπρου κ. Παρθενίου, τῆς Δευτέρας 14ης/27ης Ὀκτωβρίου τ. ἔ. 2008, κατά τήν ὁποία ἔγινε δεκτός σέ ἀκρόαση ὁ Μακ. Πατριάρχης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας κ. Ἀλέξανδρος, Προκαθήμενος τῆς Ρωσικῆς Παλαιορθοδόξου Ἐκκλησίας (τῆς Ἱεραρχίας Νοβοζιμπνόβσκαγια).

Τό παρόν κείμενο δέν ἐξαντλεῖ τό θέμα, διότι μόλις μετά τήν πτώση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος (1989) οἱ Παλαιόπιστοι ἀπολαμβάνουν ἐλευθερίας καί εἰρήνης καί εἶναι σέ θέση νά παρουσιάσουν τίς θέσεις τους, νά γράψουν τήν δική τους ἐκδοχή τῆς θλιβερῆς ἱστορίας τοῦ Σχίσματος τοῦ 1653. Τό κείμενο πάντως ἀποτελεῖ βοήθημα γιά τόν ἐνδιαφερόμενο καί τόν ἐρευνητή καί διαπραγματεύεται τό θέμα μέ κάθε δυνατή ἀντικειμενικότητα.

Τό Σχίσμα στή Ρωσική Ἐκκλησία τοῦ ἔτους 1653

Τό Σχίσμα τοῦ 1653 στή Ρωσική Ἐκκλησία, ἄλλως Σχίσμα τῶν Παλαιοπίστων, παρ' ὅλο τόν θρησκευτικό του χαρακτήρα, εἶχε - παραδόξως - ἀρχή καθαρά πολιτική. Ἦταν συνέπεια τῆς τάσεως ἐπιστροφῆς στίς Βυζαντινές ρίζες τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἡ ὁποία ἄρχισε μέ τήν ἄνοδο στό Ρωσικό Θρόνο τῆς Δυναστείας τῶν Ρωμανώφ (1613) καί ἡ ὁποία τάση προκάλεσε σοβαρή φιλονικεία σχετικά μέ τήν αὐθεντία ἤ μή τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας. Πίσω ἀπό τά ἐξωτερικά αἴτια, τίς μεταρρυθμίσεις - δηλαδή - γιά τήν προσαρμογή τοῦ Ρωσικοῦ Τυπικοῦ μέ ἐκεῖνο τῶν πρεσβυγενῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς καί τίς διορθώσεις τῶν λειτουργικῶν βιβλίων - ὑπῆρχε τό καυτό ἐρώτημα, ἄν ἡ Ρωσική Ὀρθοδοξία εἶχε τό δικαίωμα νά ἐνεργεῖ σάν μοναδικός ἀρχηγός τῆς Ὀρθοδοξίας – σύμφωνα μέ τήν Θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης - ἤ ἄν ὁ ρόλος της ἦταν ρόλος συνεργάτη τῆς Δεύτερης Ρώμης – Κωνστα-ντινουπόλεως καί μάλιστα δευτερευούσης σημασίας.

Ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης

Ἡ Θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης ἐμφανίσθηκε ὅταν ἐπιτεύχθηκε ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ρωσίας ἀπό τήν Ταταρική Κατοχή καί ἡ συνένωση τῶν περισσοτέρων Ρωσικῶν Ἡγεμονιῶν κάτω ἀπό τήν Ἡγεμονία τῆς Μόσχας, γεγονότα πού ὑπέθαλψαν τόν Ρωσικό σωβινισμό, πολιτικό καί ἐκκλησιαστικό.
Μέχρι τόν 15ο αἰ. οἱ Ρῶσοι θεωροῦσαν τήν ΚΠόλη σάν παγκόσμιο κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ προδοσία, ὅμως, τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἀπό τόν Βυζαντινό Αὐτοκράτορα καί τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, κατά τήν ἑνωτική Σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1439), προκάλεσε σοβαρή ἀναταραχή στή Ρωσία, ἡ ὁποία - ἐκτός ἀπό τήν ἀποκήρυξη τοῦ Λατινόφρονος Μητροπ. Ρωσίας Ἰσιδώρου - εἶχε καί ἄλλες σοβαρές συνέπειες. Ἡ Ἅλωση τῆς ΚΠόλεως ἀπό τούς Τούρκους (1453), θεωρήθηκε ἀπό τούς Ρώσους Ὀρθοδόξους σάν θεία τιμωρία καί ἡ Μόσχα - μόνη πλέον Χριστιανική πρωτεύουσα στήν Ἀνατολή - θεωρήθηκε διάδοχος τῆς ΚΠόλεως. Μάλιστα, μετά τόν γάμο τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα τῆς Μόσχας Ἰωάννη Γ' Βασίλιεβιτς (1462 – 1505) μέ τήν ἀνηψιά τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου (+ 1453), τήν Ζωή - Σοφία Παλαιολογίνα (τό 1472), οἱ Ρῶσοι Ἡγεμόνες θεωροῦσαν τούς ἑαυτούς τους καί θεωροῦνταν ἀπό τούς ὑπηκόους τους νόμιμοι κληρονόμοι - διάδοχοι τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ἐπικράτησε, λοιπόν, ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Μόσχα ἦταν διάδοχος τῆς ΚΠόλεως καί εἶχε ὁρισθεῖ ἀπό τόν Θεό συνεχιστής τοῦ ἔργου της, τῆς διατηρήσεως - δηλαδή - προστασίας καί διαδώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Ζωσιμᾶς (1490 - 1494), ἀποκαλοῦσε τόν Μεγ. Ἡγεμόνα Ἰωάννη Γ' "νέο Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τῆς Νέας Κωνσταντινουπόλεως"!
Ἡ θεωρία τῆς Μόσχας - Τρίτης Ρώμης διατυπώθηκε ἀπό τόν Μοναχό Φιλόθεο, ἕνα τῶν λογίων Γερόντων τῆς Μονῆς τῶν Σπηλαίων τοῦ Πσκώφ, σέ ἐπιστολή του πρός τόν Μεγ. Ἡγεμόνα τῆς Μόσχας Βασίλειο Γ' Ἰβάνοβιτς (1505 -1533), γιό τοῦ Ἰωάννη Γ’ καί τῆς Ζωῆς – Σοφίας Παλαιολογίνας, τό 1510 - 11. " Ἡ Ἐκκλησία τῆς παλαιᾶς Ρώμης - ἔγραφε - ἔπεσε ἐξ αἰτίας τῆς αἱρεσεώς της, οἱ πύλες τῆς δεύτερης Ρώμης, τῆς Κωνσταντινούπολης, πελεκήθηκαν ἀπό τά τσεκούρια τῶν ἀπίστων Τούρκων, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, ἡ Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης, φωτίζει λαμπρότερα ἀπό τόν ἥλιο ὁλόκληρο τό σύμπαν. Εἶσαι ὁ παγκόσμιος Ἡγέτης ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Νά κρατᾶς τά ἡνία μέ δέος πρός τόν Θεό. Φοβοῦ Αὐτόν πού σοῦ τά ἐμπιστεύθηκε. Δύο Ρῶμες ἔχουν πέσει, ἀλλά ἡ τρίτη στέκει σταθερά. Τέταρτη δέν πρόκειται νά ὑπάρξει. Τό Χριστιανικό σου βασίλειο δέν θά δοθεῖ σέ ἄλλον" (N. Zernov, «Οἱ Ρώσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», σελ. 58. Βλ. ἀκόμη V. Malinin, "Starets Eleazarova Monastyria Filofei i ego poslaniia", Κίεβο 1901, K. Medlin, "Moscow and East Rome", 1952 καί H. Schaeder, "Moskav das Dritte Rom", 1929).
Ἡ Θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης ἐνισχύθηκε ἀκόμη περισσότερο μέ τήν στέψη τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα τῆς Μόσχας Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (1547 – 1584) σέ Τσάρο (παραφθορά τοῦ Καίσαρ) πασῶν τῶν Ρωσιῶν, δηλαδή Αὐτοκράτορα, ἀπό τόν Μητροπ. Μόσχας ἅγ. Μακάριο (1442 – 1463). Τήν πράξη αὐτή ἀναγνώρισε - σιμωνιακά, κατά τόν Γάλλο Ἀκαδημαϊκό Ἀνρύ Τρουαγιά - τό 1561 ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Ἰωάσαφ. Ἡ Θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης κορυφώθηκε μέ τήν ἀνακήρυξη τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, τό 1589.
Γιά τήν ἐνίσχυση τῆς θεωρίας αὐτῆς κυκλοφόρησαν παραδόσεις ἀναλόγου πνεύματος. Μία ἀπό αὐτές ἀφορᾶ τήν Εὕρεση τῆς Παναγίας τοῦ Τιχβίν. Ἡ Εἰκόνα αὐτή κατά τήν παράδοση ἦταν ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστή Λουκᾶ καί διασώθηκε στήν Ἀντιόχεια μαζί μέ τό Βιβλίο τῶν Πράξεων, ἀπ' ὅπου μεταφέρθηκε στήν ΚΠολη - τόν 5ο αἰ. - καί κατατέθηκε στόν περίφημο Ναό τῶν Βλαχερνῶν. Τό 1383 μέ τρόπο παράδοξο "χάθηκε" ἀπό τήν Βασιλεύουσσα καί βρέθηκε στή Ρωσία - στίς ὄχθες τῆς Λίμνης Λαντόγκας, κοντά στό χωριό Τιχβίν - ὅπου κτίσθηκε Ναός καί δημιουργήθηκε Μονή. (Κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 ἡ Εἰκόνα διαφυλάχθηκε ἀπό πιστούς, μαζί μέ τά πολύτιμα ἀφιερώματά Της· τό 1943 φυγαδεύθηκε στίς Η.Π.Α. ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ρίγας Ἰωάννη Garkilavs καί κατατέθηκε στό Ρωσικό Ναό τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος Argo Σικάγου· τό 2004 ἐπιστράφηκε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀμερικῆς (Metropolia) στό Πατριαρχεῖο Μόσχας καί κατατέθηκε στή Μονή τοῦ Τιχβίν, ἡ ὁποία ἐπαναλειτούργησε).
Ἄλλη παράδοση ἀφορᾶ τήν λευκή μίτρα (belui klobuk, ἀκριβέστερα λευκοῦ ἐπανωκαλύμμαυχου), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ Σαβική ἐκδοχή τῆς λεγόμενης ψευδο - Κωνσταντίνιου δωρεᾶς. Σύμφωνα μέ ἕνα ἔργο τοῦ 1495 μέ τόν τίτλο «Ἱστορία τοῦ λευκοῦ ράσου», ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔστειλε ἕνα λευκό ράσο στόν Πάπα Ρώμης ἅγ. Σίλβεστρο (+ 335), σάν σύμβολο τῆς εἰδικῆς ἐξουσίας του στήν Ἐκκλησία. Ἀργότερα ἕνας ἄλλος Πάπας τό ἐπέστρεψε στήν ΚΠολη, ἀπό ὅπου ὁ Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος τό παραχώρησε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ Βασίλειο, τόν 14ο αἰ. Ἡ παράδοση αὐτή προέρχεται ἀπό τήν γνωστή ἱστορική πλαστογραφία τοῦ 8ου αἰ. πού εἶναι γνωστή σάν «Κωνσταντίνεια Δωρεά», κατά τήν ὁποία ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μεταφέροντας τήν Ρωμαϊκή πρωτεύουσα στήν Ἀνατολή, ἄφησε στόν Πάπα τήν πολιτική διακυβέρνηση τῆς Δύσεως, ἐνδεικτική τῆς ὁποίας ἦταν τό λευκό ράσο!
Ὁ πρῶτος πού χρησμοποίησε τήν λευκή μίτρα ἦταν ὁ Μητροπ. Ρωσίας ἅγ. Μακάριος (1442 – 1463). (Ἡ λευκή μίτρα - ἐπανωκαλύμμαυχο, σέ καμπύλη μορφή, ἀποτελεῖ σήμερα διακριτικό τοῦ Πατριάρχη Μόσχας· ἴδιου σχήματος, ἀλλά μαύρου χρώματος, εἶναι τό διακριτικό κάλυμμα τοῦ Καθολικοῦ - Πατριάρχη τῆς Γεωργίας· λευκό ἐπανωκαλύμμαυχο φέρουν ἐπίσης ὅλοι οἱ Μητροπολίτες τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί οἱ Προκαθήμενοι τῶν Σλαβικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν· στήν περίπτωση τοῦ Πατριάρχη Ρουμανίας, τό λευκό ἐπανωκαλύμμαυχο ἐπεκτάθηκε καί ἔγινε λευκό ράσο).
Οἱ ἐπιπτώσεις τῆς θεωρίας αὐτῆς στή γενικώτερη ἐκκλησιαστική ζωή τῆς Ἀνατολῆς ὑπῆρξαν σημαντικές. Στό ὄνομα αὐτῆς τῆς θεωρίας ἡ Ρωσική Ἐκκλησία σέ πολλές περιπτώσεις ὑπῆρξε ὄργανο στήν ὑπηρεσία τῆς κρατικῆς πολιτικῆς (Κ. Σαρδελῆ, "Θεοφάνης ὁ Ἕλληνας", σελ. 80). Ἡ θεωρία αὐτή, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ρῶσος διανοούμενος Παῦλος Evdokimov, "μετέβαλε τόν οἰκουμενικό μεσσιανισμό τοῦ Βυζαντίου σέ ἐθνικό μεσσιανισμό καί ἔπνιξε τήν οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στά ὕδατα τοῦ Ρωσικοῦ σωβινισμοῦ" (P. Evdokimov, "Ἡ Ὀρθοδοξία", μετάφραση Τ. Μουρτζόπουλου, σελ. 57). Ὁ δέ Ρώσος Μυστικός Θεολόγος, Ποιητής και Φιλόσοφος Βλαδίμηρος Σολόβιεφ (1853 – 1900) τήν χαρακτηρίζει σάν «ἕνα Προτεσταντισμό ἐθνικῆς παράδοσης». (Βλ. γενικά Nicholas Zernov, “Moscow, the Trird Rome”, 1937).

Ἡ Ρωσική κοινωνία στίς παραμονές τοῦ Σχίσματος

Ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης- ἡ ὁποία, πρέπει νά σημειωθεῖ, ἦταν κοινή πίστη ὅλων τῶν Ρώσων τοῦ 17ου αἰ. - βρῆκε τήν τέλεια ἔκφρασή της σέ μία κίνηση τοῦ ἐφημεριακοῦ Κλήρου, ἡ ὁποία ἄρχισε κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου (1645 - 1678). Σκοπός τῆς "Κινήσεως τῶν Ζηλωτῶν τῆς Εὐσεβείας" - τήν ὁποία ἀποτελοῦσαν Κληρικοί μέ παρρησία στή στηλίτευση τῶν κοινωνικῶν πληγῶν - ἦταν ἡ πνευματική ἀναγέννηση τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ, ὥστε νά μπορέσει νά ἀνταποκριθεῖ στή μεγάλη ἀποστολή τῆς Ρωσίας, στήν διατήρηση – δηλαδή – καί διάδοση τῆς Ὀρθοδοξίας στόν κόσμο.
Γύρω ἀπό τόν ἡγέτη τῆς Κινήσεως Πρωθιερέα Στέφανο Βονιφάτιεφ (Πνευματικό τοῦ Τσάρου, Προϊστάμενο τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Εὐαγγ. Θεοτόκου Κρεμλίνου), εἶχαν συσπειρωθεῖ ὁ Ἐπίσκοπος Κολόμνας Παῦλος, ὁ Ἀρχιμανδρίτης καί ἔπειτα Πατριάρχης Νίκων, οἱ Πρωθιερεῖς Ἰωάννης Νερόνωφ (Προϊστάμενος τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν Μόσχας), Ἀββακούμ, Δανιήλ τῆς Κοστρόμα, Λογγῖνος τοῦ Μούρωμ, Δανιήλ τοῦ Τεμνικώφ, ὁ Ἱερέας Λάζαρος, ὁ Αὐλικός Θεόδωρος Ρτίτσεφ κ.ἄ. προσωπικότητες.
Ὁ Πρωθιερεύς Ἰωάννης Νερόνωφ (1591 - 1670), ἧταν Ἱερέας στήν περιοχή τοῦ Νίζνι Νόβγκοροντ. Τό 1632 ἔπεσε στή δυσμένεια τοῦ Τσάρου Μιχαήλ, ἐπειδή ἐπέκρινε τήν εἰσαγωγή ξένων συμβούλων στό Ρωσικό Κράτος. Ὅταν ἀνέβηκε στό Θρόνο ὁ Τσάρος Ἀλέξιος (1645) ἀποκαταστάθηκε καί διορίσθηκε Προϊστάμενος τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν στή Μόσχα. Τό 1650 ἔπεσε πάλι σέ δυσμένεια, διότι ἐπέκρινε τήν εἰσαγωγή στή διοίκηση λογίων ἀπό τό Κίεβο καί τό 1653 ἐξορίστηκε γιά τήν ἀντίδρασή του πρός τό πρόσωπο καί τίς μεταρρυθμίσεις τοῦ Πατριάρχη Νίκωνα. Τό 1655 ἐπέστρεψε στή Μόσχα μεταμφιεσμένος σέ μοναχό, ἀλλά τό 1657 δέχτηκε τίς μεταρρυθμίσεις καί διορίστηκε Ἀρχιμανδρίτης τῆς Μονῆς Περεγιασλάβλ.
Ἡ ἐπιρροή τῆς Κινήσεως στό λαό ἦταν τέτοια, ὥστε πολλοί πίστευαν, ὅτι μετά τόν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἰωσήφ (1652), ὁ Στέφανος Βονιφάτιεφ θά ἀνέβαινε στόν Πατριαρχικό Θρόνο. Τήν ἐντύπωση αὐτή ἀνέτρεψε ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος Ἀλέξιος, ὅταν εὐνόησε γιά τόν Θρόνο τόν Μητροπολίτη Νόβγκοροντ Νίκωνα, μετά ἀπό ὑπόδειξη μάλιστα τοῦ ἴδιου τοῦ Στεφάνου.
Ὁ Νίκων χαρακτηρίζεται ὡς ἡ μεγαλύτερη μορφή τῆς Ρωσικῆς Ἱεραρχίας (Dean Stanley). Λόγῳ τῶν μεγάλων προσόντων του ἀναδείχθηκε ταχύτατα καί ἀπό ἡγέτης μαχητικῆς ὁμάδος μοναχῶν (τό 1543), βρέθηκε Μητροπολίτης Νόβγκοροντ δύο χρόνια ἀργότερα (τό 1545), γιά νά τοῦ προσφερθεῖ ὁ Πατριαρχικός Θρόνος τό 1552.
Τό Σχίσμα τοῦ 1653 ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα καί τῆς κοινωνικῆς καί πολιτιστικῆς καταστάσεως τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας κατά τόν 17ο αἰ., καταστάσεως πού τήν χαρακτήριζε ἡ προσκόληση τῶν μαζῶν στόν τύπο τῆς λατρείας καί στό γράμμα τοῦ νόμου. Χαρακτηριστικά εἶναι ὅσα προβλέπει γιά τήν κοινωνική ζωή τῶν Ρώσων πιστῶν ὁ περίφημος Ντομοστρόϊ, ὁ κώδικας – δηλαδή – κοινωνικῆς καί θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς πού συνέταξε ὁ σύμβουλος τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ Πρωθιερέας Σίλβεστρος (πιθανῶς καί μέ τήν συμμετοχή καί ἄλλων προσωπικοτήτων), σέ συνδιασμό μέ τά 100 Κεφάλαια, τά θέματα – δηλαδή – πού συνέταξε ὁ ἴδιος Τσάρος (μέ τήν βοήθεια τοῦ Πρωθιερέα Σιλβέστρου καί τοῦ Ἀλεξίου Ἀντάσεφ) καί τά ὁποῖα κλήθηκε νά ἐπιλύσει ἡ τοπική Σύνοδος τῆς Μόσχας τοῦ 1551 ὑπό τόν Μητροπ. Ρωσίας ἅγ. Μακάριο, ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἀπό τά 100 κεφάλαια στά ὁποῖα κλήθηκε νά δώσει ἀπαντήσεις, ὀνομάσθηκε Σύνοδος τῶν 100 Κεφαλαίων (Ρωσιστί Στογκλάβ).
Ὁ Κώδικας κατά τόν H. Troyat, «ἐμφορεῖται ἀπό ἕνα περίεργο μεῖγμα μυστικισμοῦ καί τυχοδιωκτισμοῦ, κυνισμοῦ καί φιλανθρωπίας. Ἡ στεονομυαλιά καί ἡ ὑλιστική του αὐστηρότητα, τονίζεται ἀκόμη περισσότερο μέ τίς συνεχεῖς ἀναφορές στή Βίβλο. Ἐγχειρίδιο καλῶν τρόπων καί Ἱερά Σύνοψη, ὁδηγός μαγειρικῆς, ἀλμνάκ κηπου-ρικῆς καί πραγματεία πολιτισμένης ἀγωγῆς, ἀποτελεῖ κρᾶμα ὅπου τό ἱερό καί τό ἀνίερο δέν ξεχωρίζουν. Σύμφωνα μ’ αὐτή τήν μισο-εἰδολωλατρική μισο-Χριστιανική κατήχηση, ὁ Θεός ἀγαπᾶ τήν οἰκονομία, τήν καθαριότητα, τόν πλοῦτο, τήν ἐργασία, τήν συνοπτική δικαιοσύνη καί τήν ὑποταγή τοῦ σκλάβου στόν ἀφέντη, τῆς γυναῖκας στόν ἄνδρα, τοῦ γιοῦ στόν πατέρα» (H. Troyat, «Ἰβάν ὁ Τρομερός», σελ. 58).
Κατά τόν Κώδικα ὁ εὐσεβής κρατάει τήν ἀναπνοή του, ὅταν ἀσπάζεται τίς ἱερές εἰκόνες, γιά νά μήν τίς μολύνει μέ τήν ἀκαθαρσία τῶν σπλάχνων του! (μάλιστα μετά τήν προσευχή οἱ εἰκόνες πρέπει νά σκεπάζονται). Ὅταν χτυπάει μία πόρτα λέει ὑποχρεωτικά «εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Οἱ γυναῖκες ἐκκλησιάζονται μόνον ὅταν τούς τό ἐπιτρέπουν οἱ ἐργασίες τους. Γιά τόν σωφρονισμό τῶν γυναικῶν ἐπιβάλλεται ἡ χρήση μαστιγίου, ἐνῶ ἀπαγορεύεται ἡ χρήση ράβδου ἤ μεταλλικοῦ ἀντικειμένου, ἀλλά ἡ χρήση πρέπει νά εἶναι διακριτική. Μακρυά ἀπό τά μάτια τῶν ξένων ὁ σύζυγος - ἀφέντης θά βγάλει τό πουκάμισο τῆς συζύγου του (διότι εἶναι πολύτιμο) καί θά τήν μαστιγώσει κατά τήν κρίση του, προσέχοντας ὅμως νά μήν διαταράξει τίς μεταξύ τους σχέσεις!!!
Ξυλοδαρμός συνιστᾶται καί στά παιδιά. Τό 17ο κεφάλαιο τοῦ Κώδικα συνιστᾶ στόν πατέρα -ἀφέντη: «Ἄν ἀγαπᾶς τόν γιό σου δέρνε τον καί μάλιστα συχνᾶ, στό τέλος θά καμαρώνεις γι’ αὐτόν… Μήν γελᾶς καί μήν παίζεις μαζί του… Νά τοῦ συντρίβεις τήν καρδιά ὅσο θά μεγαλώνει, γιατί ἄν αὐτή ἡ καρδιά σκληρύνει, δέν θά σέ ὑπακούει».
Στόν πιστό ἀπαγορεύεται ἀκόμη νά κόβει τά γένια καί τό μουστάκι του. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1551 τό περιέλαβε στούς Κανόνες της καί ἀπέδωσε τό ἔθιμο στόν Εἰκονομάχο Βυζαντινό Αὐτοκράτορα Κωνστανῖνο Ε’ τόν Κοπρώνυμο καί τούς Λατίνους!
Ἡ κατάσταση τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας τοῦ 17ου αἰ., φαίνεται καί ἀπό τά κρατοῦντα στόν τομέα τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνῶ ὁ Κώδικας τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (1550) προέβλεπε τήν συμμετοχή στά δικαστήρια καί δικαστῶν ἐκλεγμένων ἀπό τίς κοινότητες, ἡ δωροληψία ἦταν πραγματική πληγή τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκοῦνταν πρόσβαλε ἀκόμη καί τήν ἔννοια τῆς θρησκείας, ἀφοῦ πρίν ἀπό κάθε δίκη οἱ διάδικοι κατέθεταν χρήματα μπροστά στίς Ἅγιες Είκόνες!, «γιά τίς λαμπάδες», ἐνῶ τό Πάσχα τά κόκκινα αὐγά πρός τούς δικαστές συνοδεύονταν ἀπό εὐτραφῆ ἤ ἀδύνατα πουγκιά!
Ὁ Γερμανός Διπλωμάτης Ἐρρῖκος Φόν Στάντεν γράφει σχετικά: «Στήν πόρτα κάθε Γραμματείας καί Αἴθουσας Δικαστηρίου, στέκονταν δύο φρουροί πού ἐπέτρεπαν τήν εἴσοδο μόνον σέ ὅσους πλήρωναν… Ἡ Δικαιοσύνη βρισκόταν στά χέρια τῶν πλουσίων. Ὅποιος διέθετε περισσότερο χρήματα εἶχε δίκιο ἤ ἀθωόνονταν… Ἄν κάποιος πού εἶχε λεηλατήσει, δολοφονήσει ἤ κλέψει, ἔπαιρνε τήν περιουσία του καί κατέφευγε σέ μοναστήρι, ζοῦσε ἐκεῖ ἀνενόχηλητος, σάν νά βρισκόταν ἤδη στόν Παράδεισο» (H. Troyat αὐτ., σελ. 60).
Ἀκόμη, δέν εἶναι ἄμοιροι εὐθυνῶν γιά τήν δημιουργία τοῦ σχίσματος καί οἱ Κάτοχοι, μοναχικό ρεῦμα πού στήριζε τήν "ἐλέῳ Θεοῦ" ἀπολυταρχία τῶν Μεγ. Ἡγεμόνων - Τσάρων καί τῆς ὁποίας ἀπολυταρχίας μέρος ἦταν καί τό δικαίωμα τοῦ Μονάρχη νά ἐπεμβαίνει στά ἐσωτερικά τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Κάτοχοι - ἐπειδή, ὅπως πίστευαν, ἡ ἑνότητα τοῦ Ἔθνους καί τῆς Ἐκκλησίας κινδύνευε ἀπό τήν "ἄλλη γνώμη" - ὑποστήριζαν τόν διωγμό τῶν αἱρετικῶν! Ἔτσι, ἀντιγράφωντας τήν Ἱερά Ἐξέταση τῶν Παπικῶν, ἀντιμετώπιζαν τούς αἱρετικούς μέ διωγμούς, βασανιστήρια καί τόν διά πυρᾶς θάνατο!
Σέ ἕνα τέτοιο κοινωνικό καί πνευματικό ὑπόβαρθο ἀναπτύχθηκαν οἱ προϋποθέσεις τοῦ Σχίσματος τοῦ 1653.

Τό θέμα τῆς διορθώσεως τῶν Λειτουργικῶν βιβλίων καί τῆς προσαρμογῆς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἐθίμων

Τό θέμα τῆς διορθώσεως τῶν Λειτουργικῶν βιβλίων, ἀπασχόλησε τήν Ρωσική Ἐκκλησία ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 15ου αἰ. "Οἱ πάντες ἐγνώριζον τά σφάλματα τῶν Λειτουργικῶν βιβλίων - γράφει ὁ Καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς - ἀλλ' οὐδείς ἐτόλμα νά θέση χεῖρα ἐπί τῶν κειμένων, διά τόν φόβον τῶν ἀντιδράσεων ἐκ μέρους τοῦ ἀγραμμάτου Κλήρου καί λαοῦ, οἱ ὁποῖοι παρέμενον προσκεκολλημένοι εἰς τόν τύπον τῆς Θείας Λατρείας καί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί ἀπεδοκίμαζον πᾶσαν τάσιν καινοτομίας ὁποθενδήποτε προερχομένην" (Βλ. Φειδᾶ, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ρωσίας», σελ. 275).
Πρῶτος ὁ Πατριάρχης ἅγ. Ἑρμογένης (1606 - 1612) πῆρε μέτρα γιά τά ὑπάρχοντα σφάλματα. Στή συνέχεια καί ὁ Πατριάρχης Ἰωάσαφ (1634 – 1640) ἔκανε βήματα πρός τήν κατεύθυνση τῆς διορθώσεως τῶν Ἐκκλησιαστικῶν – Λειτουργικῶν βιβλίων. Στή συνέχεια ὁ Τσάρος Μιχαήλ Θεοδώροβιτς ὥρισε ἐπιτροπή γιά τήν διόρθωση τῶν σφαλμάτων, τήν ὁποία ἀποτελοῦσαν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος, ὁ μοναχός Ἀρσένιος καί ὁ Κληρικός Ἰωάννης Νασένσκυ. Τό ἔργο τῆς Ἐπιτροπῆς ἔγινε δεκτό μέ μεγάλες ἀντιδράσεις. Πρῶτος ἀντέδρασε ὁ λόγιος Λογγῖνος (1610) καί ἀκολούθησε ὁ Μητροπολίτης Ἰωνᾶς, μέ ἀποτέλεσμα οἱ διορθωτές νά καταδικασθοῦν ἀπό Σύνοδο (τό 1618) καί νά ὑποστοῦν διώξεις (ὁ ἀρχιμ. Διονύσιος ἀφορίστηκε, ἐξορίστηκε σέ μονή καί βασανίστηκε!).
Ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ (1642 – 1652) ὥρισε νέα ἐπιτροπή ἀποτελούμενη ἀπό τόν Πρωθιερέα τοῦ Τσερνίκωφ Μιχαήλ Ρογκώφ, τόν Ἰωάννη (Ἰωσήφ) Νασέντκυ, τόν ἀρχιμ. Σίλβεστρο, τόν Πρωθιερέα Ἀββακούμ κ. ἄ. Μέ τήν Ἐπιτροπή συνεργάσθηκαν διακεκριμένες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς ὅπως ὁ Πνευματικός τοῦ Τσάρου Στέφανος Βονιφάτιεφ, ὁ Μητροπολίτης Νόβγκοροντ Νίκων (ἔπειτα Πατριάρχης), ὁ Βογιάρος Θεόδωρος Ρτίστεφ, ὁ Πρωθιερέας Ἰωάννης Νερόνωφ, κ.ἄ.
Τό 1649 βρέθηκε στή Μόσχα ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Παϊσιος, συνοδευόμενος ἀπό τόν λόγιο Ἀρσένιο τόν Γραικό. Ὁ Ἀρσένιος ἦταν ἕνας ἐκκλησιαστικός καιροσκόπος. Εἶχε πραγματοποιήσει μεγάλες σπουδές Φιλοσοφίας καί Ἰατρικῆς στή Δύση (στό Ἑλληνικό Γυμνάσιο τῆς Βενετίας, στό Οὐνιτικό Κολλέγιο τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου καί στό Πανεπιστήμιο τῆς Πάδοβας,) καί εἶχε ἀσπαστεῖ τόν Ρωμαιοκαθολικισμό. Στή Βενετία μεταστράφηκε καί πάλι στήν Ὀρθοδοξία καί πέτυχε νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος ἀπό τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως. Δέν εἶναι γνωστό κάτω ἀπό ποιές συνθῆκες καί πού θεωρήθηκε κατάσκοπος ἀπό τούς Τούρκους, τό γεγονός πάντως εἶναι ὅτι γιά νά σώσει τήν ζωή του ἐξισλαμίσθηκε καί ὅταν κατάφερε νά διαφύγει, κατέφυγε μέσῳ Πολωνίας καί Βλαχίας στό Κίεβο, ὅπου διορίστηκε Καθηγητής τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Μητροπ. Πέτρου Μογίλα. Τό 1646 τόν προσέλαβε σάν διερμηνέα του ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Παϊσιος, χωρίς νά γνωρίζει τήν πραγματική του ταυτότητα, καί μαζί του πῆγε στή Μόσχα, ὅπου ὁ Ἀρσένιος ἐργάστηκε σάν Καθηγητής τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας. Ὅταν ὁ Παϊσιος πληροφορήθηκε τήν πραγματικότητα τόν κατήγγειλε στίς Ρωσικές Ἀρχές καί ὁ Ἀρσένιος συνελήφθη καί ἐξορίστηκε στή Μονή Σολόβκι. Ἐκεῖ τόν γνώρισε ὁ τότε Ἡγούμενος καί ἔπειτα Πατριάρχης Νίκων, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀνάρρησή του στόν Πατριαρχικό Θρόνο τόν κάλεσε στή Μόσχα καί τοῦ ἀνέθεσε τήν μετάφραση – διόρθωση τῶν Λειτουργικῶν βιβλίων.
Ὅταν ὁ Πατριάρχης Παϊσιος διαπίστωσε τά μεταφραστικά σφάλματα πού ὑπῆρχαν στά Ρωσικά Ἐκκλησιαστικά – Λειτουργικά βιβλία, τά κατήγγειλε στόν Τσάρο Ἀλέξιο, τόν Πατριάρχη Ἰωσήφ καί τόν Μητροπ. Νίκωνα καί αὐτοί ἀναγκάστηκαν νά στείλουν τόν ἑλληνομαθῆ Μοναχό Ἀρσένιο Σουχάνωφ στήν Ἀνατολή, γιά νά μελετήσει τά ἔθιμα καί τίς παραδόσεις τῶν πρεσβυγενῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων.
Τό 1651 πῆγε στή Μόσχα ὁ Μητροπ. Ναζαρέτ Γαβριήλ καί ἐπέστησε στούς Ρώσους Ἡγέτες τήν προσοχή σέ ἔθιμα πού ἦσαν ἄγνωστα στή λοιπή Ὀρθοδοξία. Τό 1652 ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πατελάρος ἐπισκεπτόμενος τήν Ρωσία, διατύπωσε τίς ἴδιες παρατηρήσεις. Ὅταν οἱ πληροφορίες γιά τά ἰδιαίτερα ἔθιμα τῶν Ρώσων ἔφθασαν στό Ἅγιο Ὄρος, μοναχοί - μέ τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη ΚΠόλεως Παρθενίου - ἔκαψαν δημόσια Ρωσικά Λειτουργικά βιβλία πού εἶχε φέρει στόν Ἄθωνα ὁ Ρῶσος Ἱερομόναχος Δαμασκηνός!
Ὁ Πατριάρχης Νίκων ἀνέθεσε τό ἔργο τῶν διορθώσεων σέ Ἕλληνες Κληρικούς. Τό 1653 ἐπέστρεψε στή Ρωσία ὁ Ἀρσένιος Σουχάνωφ. Στό "Προσκυνητάριο" πού ἐξέδωσε περιέγραψε τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι - παρά τόν Ὀθωμανικό ζυγό - εἶχαν πλήρη ὁμοφωνία στή λατρεία, ἔκαναν τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μέ τά τρία δάκτυλα καί ὄχι μέ τά δύο, ἔψαλλαν τρεῖς φορές τό Ἀλληλούϊα (ἤδη ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἕλληνα Μητροπολίτη Ρωσίας ἁγ. Φωτίου τοῦ Πελοποννησίου, ὁ Κλῆρος τοῦ Πσκώφ ὑποστήριζε, ὅτι τό "Ἀλληλούϊα" ἔπρεπε νά ψάλλεται δύο φορές), ἔκαναν τίς λιτανείες ἀπό δεξιά πρός τά ἀριστερά (τό θέμα προέκυψε κατά τά ἐγκαίνια τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου), κ.ἄ.

Ἡ δημιουργία τοῦ Σχίσματος

Θά πρέπει ἐκ προοιμίου νά ἀναλυθοῦν οἱ βασικές διαφορές μεταξύ Πατριάρχου Νίκωνος καί Τσάρου Ἀλεξίου.
Τόν Πατριάρχη Νίκωνα διέκρινε τό ὑπεράνω φυλετικῶν διακρίσεων καί ἐθνικῶν διαφορῶν οἰκουμενικό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι ἤθελε τίς μεταρρυθμίσεις γιά νά εὐθυγραμμίσει τήν Ἐκκλησία του μέ τήν οἰκουμενική Ὀρθοδοξία. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὑπῆρχε ἡ προσπάθεια τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου γιά ἕνωση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, μέ σκοπό τήν ἐκδίωξη τῶν Τούρκων, ἕνωση πού ἐμπόδιζαν ἐκτός τῶν ἄλλων καί οἱ Λειτουργικές διαφορές, οἱ ὁποῖες - καί γι' αὐτό τόν λόγο - ἔπρεπε νά ἐξαλειφθοῦν.
"Οἱ ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις - γράφει ὁ Μ. Ἀλεξανδρόπουλος - ἦταν περισσότερο ὑπόθεση κρατική· ἐκφράζαν τήν ἐπιθυμία τῆς Ρωσικῆς Ἡγεσίας νά εὐθυγραμμιστεῖ στούς ἐθιμολατρικούς τύπους καί στά ἱερά βιβλία μέ τήν ὑπόλοιπη Ὀρθοδοξία...
Δέν ἦταν, ἀπό τήν πλευρά τοῦ Τσάρου καί τοῦ Νίκωνα, χειρονομία φιλελληνισμοῦ, ὅπως ἔχουν γράψει κατά καιρούς κι ὅπως τήν ἑρμήνεψαν καί οἱ Παλαιόπιστοι, νιώθοντας νά θίγεται κατ' αὐτό τόν τρόπο ἡ ἐθνική τους φιλοτιμία. Ὁ Τσάρος καταλάβαινε πώς τό Ρωσικό Κρατός ἦταν τό μοναδικό πολιτικό στήριγμα τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου καί μέ τίς μεταρρυθμίσεις ἤθελε νά παραμερίσει ὅσα ἐμπόδια ἐξακολουθοῦσαν ἀκόμα νά ὑπάρχουν γιά μία πιό ἄρτια ἑνιαιοποίηση ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας μέ κέντρο τήν Ρωσία" ("Ὁ Βίος τοῦ Πρωτόπαπα Ἀββακούμ", ἀπόδοση Μ. Ἀλεξανδρόπουλος, ἔκδοσις ΚΕΔΡΟΣ 1976, σελ. 17).
Σ’ αὐτό τό σημεῖο οἱ θέσεις τῶν δύο κεφαλῶν τῆς Ρωσίας (Τσάρου καί Πατριάρχη) συνέπιπταν. Ὁ Νικ. Ἀρσένιεφ ὁμιλεῖ γιά τήν «μεγάλη ἰδέα» πού εἶχε κυριεύσει τόσο τόν Πατριάρχη Νίκωνα, ὅσο καί τόν Τσάρο Ἀλέξιο, πού «ἦταν ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀνάγκη προσαρμογῆς στή γενική συνήθεια ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, θυσιάζοντας τήν ἐντόπια παράδοση, ἀκόμη καί τήν μορφή τῶν πιό καταφανῶν λειτουργικῶν σχημάτων (ὅπως ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο γίνεται τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ), τήν ὁποία εἶχαν καθαγιάσει οἱ Πατέρες» (Νικ. Ἀρσένιεφ, «Ἡ Ἁγία Μόσχα», σελ. 75).
Ὅμως ὁ Νίκων, βασιζόμενος στή Βυζαντινή Ἐπαναγωγή, ἕναν κώδικα τοῦ 9ου αἰ. σχετικά μέ τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀγωνίζονταν καί γιά τήν ἀνεξαρτησία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν Τσαρισμό. Μέ δεδομένη ὅμως τήν πίστη τοῦ Ἀλεξίου, ὅτι ἦταν ἐκπρόσωπος τῆς ἐλέῳ Θεοῦ ἀπόλυτης μοναρχίας καί ὡς Τσάρος ἐκπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ στή γῆ, ἡ σύγκρουση μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν ἦταν ἀναμενόμενη καί ἐκδηλώθηκε κατά τήν ἀντιμετώπιση ὅσων δέν δέχτηκαν τίς μεταρρυθμίσεις τοῦ 1653, τῶν λεγομένων Παλαιοπίστων, οἱ ὁποῖοι διώχθηκαν μέ ἐξαιρετική σκληρότητα, ἀφοῦ θεωρήθηκαν ἐπαναστάτες κατά τοῦ θελήματος τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ. Κατά τόν π. Γ. Φλωρόφσκυ, ἡ σύγκρουση μεταξύ Νίκωνος καί Ἀλεξίου ἦταν τελικά σύγκρουση μεταξύ Ἱερωσύνης καί Βασιλείας καί κατέλειξε σέ βάρος τῆς πρώτης, τόσο βραχυπρόθεσμα (καταδίκη τοῦ Νίκωνος γιά ἀνυπακοή πρός τόν Ἄρχοντα ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ 1666), ὅσο καί μακροπρόθεσμα (κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου ἀπό τόν Μεγ. Πέτρο, 1721). (Βλ. Γ. Φλωρόφσκυ αὐτ. σελ. 152 καί Βλ. Φειδᾶ αὐτ. σελ. 217).
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὑπῆρχε ὁ Ρωσικός σωβινισμός, ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης καί ἡ Κίνηση τοῦ Κλήρου ὑπέρ τῆς ἀνωτερότητας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Νίκων, σάν Ἡγέτης τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας γνώριζε, ὅτι δέν εἶχε τά μέσα νά πείσει τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους, νά προσαρμοστοῦν αὐτοί στά Ρωσικά λειτουργικά ἔθιμα, γι' αὐτό προσπάθησε νά ἀναγκάσει τούς Ρώσους μέ ἕνα ἁπλό διάταγμα, νά ἐγκαταλείψουν αὐτοί τίς θέσεις τους .
Οἱ μεταρρυθμίσεις ἄρχισαν τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή τοῦ 1653, μέ μία ἐγκύκλιο τοῦ Πατριάρχη σύμφωνα μέ τήν ὁποία στό ἐξῆς στό Λειτουργικό Τυπικό θά ἀκολουθοῦνταν τά ἑλληνικά πρότυπα. Ἔτσι, τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ θά ἔπρεπε νά γίνεται μέ τά τρία καί ὄχι τά δύο δάκτυλα, τό "Ἀλληλούϊα" θά ἔπρεπε νά ψάλλεται τρεῖς ἀντί γιά δύο φορές, τό ὄνομα τοῦ Κυρίου θά ἔπρεπε νά γράφεται καί νά προφέρεται Ἰησοῦς καί ὄχι Ἰσοῦς, κ.ἄ.
Τό 1654 συγκλήθηκε στή Μόσχα Σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Νίκωνος, παρουσίᾳ τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου, στήν ὁποία συμμετεῖχαν 10 Ἀρχιερεῖς, 11 Ἀρχιμανδρίτες καί Ἡγούμενοι, 13 κρατικοί ἀξιωματοῦχοι καί ἡ Σύγκλητος τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους. Ἡ Σύνοδος τάχθηκε ὑπέρ τῆς διορθώσεως τῶν βιβλίων, μέ τήν ἀντιπαραβολή τῶν ρωσικῶν μεταφράσεων μέ τά ἑλληνικά πρώτυπα (γιά τόν σκοπό αὐτό ἀναπτύχθηκε ἀξιόλογη πρωτοβουλία γιά τήν συλλογή χειρογράφων· ὁ Ἀρσένιος Σουχάνωφ πέτυχε τήν συγκέντρωση 500 χειρογράφων καί οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας ἔστειλαν στή Μόσχα ἄλλα 200 χειρόγραφα).
Ἀκόμη ἡ Σύνοδος ἀπηύθυνε στόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Παϊσιο 26 ἐρωτήσεις γιά τό θέμα τῶν ἰδιαιτέρων Ρωσικῶν ἐθίμων. Ὁ Πατριάρχης Παϊσιος συγκάλεσε στά Ἱεροσόλυμα Σύνοδο 28 Ἀρχιερέων κ.ἄ. Κληρικῶν, μέ τήν ὁποία ἐνέκρινε τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Μόσχας.
Τό 1654 πῆγε στή Μόσχα ὁ Πατριάρχης Σερβίας Γαβριήλ καί τό 1655 ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Μακάριος. Καί οἱ δύο ἐργάστηκαν ὑπέρ τῆς διορθώσεως τῶν βιβλίων.
Τό 1655 συγκλήθηκε στή Μόσχα νέα Σύνοδος ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τίς ἀποφάσεις τῶν δύο προηγουμένων, Μόσχας καί Ἱεροσολύμων.
Ἀκόμη, ὁ Νίκων ζήτησε μέ ἐπιστολή του σχετικά μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τήν γνώμη τῶν τότε παρεπιδημούντων στή Ρωσία Ἀνατολικῶν Ἀρχιερέων (τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας Μακαρίου καί Σερβίας Γαβριήλ καί τῶν Μητροπολιτῶν Νικαίας καί Μολδοβλαχίας). Οἱ Ἀρχιερεῖς ἀπάντησαν ὁμόφωνα ὅτι γίνεται μέ τά τρία δάκτυλα, ὁ Πατριάρχης Μακάριος μάλιστα, δίδαξε δημόσια τούς πιστούς τόν σωστό τρόπο τελέσεως τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ.
Ἡ ἀντίδραση πρός τήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο καί τίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ὑπῆρξε πολύ σοβαρή. Ὁ Νίκων χαρακτηρίστηκε ἀποτυχημένος ποιμένας καί πολλοί στράφηκαν ἐναντίον του.
Πέντε χρόνια ἀργότερα (τό 1658), ὁ Νίκων ἦρθε σέ ρήξη μέ τόν ἴδιο τόν Τσάρο καί ἐνοχλημένος ἀπό τήν κατάσταση ἀποσύρθηκε στή Μονή τῆς Νέας Ἱερουσαλήμ, ἀφήνοντας γιά ὀκτώ χρόνια τήν Ρωσική Ἐκκλησία χωρίς Πατριάρχη.
Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ Νίκωνα ἄφησε στούς ἀντιπάλους του τήν εὐχέρεια τῶν κινήσεων. Ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ ἀπό τήν ἐξορία του ἀποκαλοῦσε τόν Πατριάρχη "Ἀντίχριστον, υἱόν γεέννης, φίλον τοῦ Σατανᾶ καί τόν χείριστον τῶν ἀπ' αἰῶνος αἱρετικῶν· τό αὐτό ἔπραττον καί οἱ ὁμόφρονες τοῦ Ἀββακούμ, οἱ ὁποῖοι κατηγόρουν τόν Πατριάρχην διά 70 περίπου αἱρετικάς πλάνας" (Βλ. Φειδᾶ αὐτ. σελ. 280).

Ἡ Σύνοδος τοῦ 1666 - 1667

Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1666 συγκλήθηκε Σύνοδος στή Μόσχα, ἀποκλειστικά Ρώσων Ἐπισκόπων. Ἀπό τήν Σύνοδο αὐτή ἀποσχηματίσθηκε ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ (ὁ ὁποῖος ἐξορίσθηκε γιά δεύτερη φορά) καί καταδικάσθηκαν οἱ Παλαιόπιστοι ὄχι γιά τίς θέσεις τους, ἀλλά γιά τήν ἀνυπακοή τους πρός τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή.
Παρά τήν ἐθελούσια ἀπομάκρυνση τοῦ Νίκωνα, τό πρόβλημα τῶν μεταρρυθμίσεων παρέμενε καί ἔτσι ὁ Τσάρος Ἀλέξιος ζήτησε τήν συνδρομή τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς γιά τήν ἐπίλυσή του. Ἔτσι τό 1666 συγκλήθηκε στή Μόσχα μεγάλη Σύνοδος, στήν ὁποία προήδρευσαν οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Παϊσιος καί Ἀντιοχείας Μακάριος. Κύριος διοργανωτής τῆς Συνόδου αὐτῆς ἦταν ὁ Μητροπ. Γάζης Παϊσιος Λιγαρίδης (1609 – 1678).
Ὁ Παϊσιος χαρακτηρίζεται ἀπό τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ σάν «ἀναίσχυντος καιροσκόπος». Εἶχε χειροτονηθεῖ Διάκονος στή Ρώμη ἀπό τόν Οὐνίτη Μητροπ. Κιέβου Ραφαήλ (Κόρσακ, + 1641) καί στή συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου χειροτονήθηκε Μητροπ. Γάζης. Ὀργάνωσε τήν Σύνοδο τοῦ 1666 – 67 χρησιμοποιῶντας πλαστά ἔγγραφα πού τόν παρουσίαζαν σάν ἐκπρόσωπο τοῦ Πατριάρχη ΚΠόλεως Διονυσίου, γεγονός πού ἦταν γνωστό στόν Τσάρο Ἀλέξιο, ἀλλά ἀποσιωπήθηκε γιά λόγους σκοπιμότητος.
Ἡ Σύνοδος - πού κράτησε δύο χρόνια, ἀπό τήν 1η Δεκεμβρίου 1666, μέχρι τό καλοκαίρι τοῦ 1667 - οὐσιαστικά κατέστρεψε τά ὄνειρα καί τίς ἐλπίδες τῶν Ρώσων. Κατά τήν διάρκεια μιᾶς σειρᾶς δραματικῶν συνεδριάσεων, οἱ ἀρχηγοί τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους, ἀλλά καί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀποκήρυξαν ἐπίσημα τήν Θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης.
Ἡ πρώτη πράξη τῆς Συνόδου ἦταν ὁ ἀναθεματισμός τῶν πιστῶν στή Ρωσική Παράδοση, τόν Μάϊο τοῦ 1667. Ὁ Πρωθιερέας Ἀββακούμ (ἡγέτης τῆς ἀντιδράσεως) καί οἱ ὀπαδοί του, καταδικάστηκαν ἐπίσημα ἀπό τήν Σύνοδο.
Δεύτερη πράξη τῆς Συνόδου ἦταν ἡ τιμωρία τοῦ δημιουργοῦ τῆς ὅλης καταστάσεως. Ὁ Νίκων, ἄν καί οὐσιαστικά ἔδρασε ὑπέρ τῶν Ἀνατολικῶν Πατριαρχείων, καθαιρέθηκε καί φυλακίστηκε στή Μονή Ferapodov, μέ τήν κατηγορία τῆς "παρανόμου ἐγκαταλείψεως θέσεως" καί τῆς "ἀσεβείας πρός τόν Ἄρχοντα"! Στόν Θρόνο τόν διαδέχθηκε ὁ Πατριάρχης Ἰωάσαφ Β'.
Ἡ τρίτη καί σπουδαιότερη πράξη τῆς Συνόδου ἀφωροῦσε τήν ἀναθεώρηση τῆς Συνόδου τῶν Ἑκατό Κεφαλαίων (1551), ἡ ὁποία εἶχε διακηρύξει τήν ἀνωτερότητα τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ πτῶση τοῦ Νίκωνα δέν μπορεῖ σέ καμμία περίπτωση νά θεωρηθεῖ σάν μία πτώση προσωπική. Μαζί του κατέρρευσε καί τό οἰκοδόμημα τῆς Μοσχοβίτικης Τσαροκρατίας, μέ τά ἰδανικά καί τίς ἐλπίδες του γιά ἕναν παγκόσμιο ρόλο τῆς Ρωσίας, ἐκεῖνο τῆς προστασίας καί διαδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Στό ἐξῆς ἡ Ρωσία, ἀπογοητευμένη ἀπό τήν ἀποτυχία της καί τήν στάση τῶν ὁμοδόξων της Ἀνατολικῶν, θά στραφεῖ πρός τήν Δύση καί θά ἀρχίσει νά τήν ἀντιγράφει (κυρίως τήν Προτεσταντική Γερμανία). Τό ἀποκορύφωμα τῆς παράλογης μανίας γιά ὁτιδήποτε Δυτικό, πού ἄρχισε μέ τήν βασιλεία τοῦ Πέτρου Α' τοῦ Μεγάλου, ὑπῆρξε ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1917, τό μοιραῖο ἀποτέλεσμα τῆς ἀρνήσεως τῆς Ρωσικῆς διανοήσεως, νά ἀκολουθήσει τήν παράδοση τῆς Ἁγίας Ρωσίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: