Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Νεοημερολογίτες άγιοι και μάρτυρες της Ρουμανίας

Οι Νεομάρτυρες της Ρουμανίας, στο Ημερολόγιο 2014 της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας (από εδώ)

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο (το αναθεωρημένο Ιουλιανό) στις 17 Δεκεμβρίου 1923, μετά το «Πανορθόδοξο Συνέδριο» που έλαβε χώρα από 10 Μαΐου ώς 8 Ιουνίου 1923 στην Κωνσταντινούπολη (λεπτομέρειες εδώ).
Δυστυχώς, ακολούθησαν διώξεις εναντίον των Ρουμάνων ορθοδόξων που επέμειναν στο παλαιό ημερολόγιο, όπως αναφέρεται στη βιογραφία του αγ. Ιωάννη του Χοζεβά. Παρόμοιες διώξεις συνέβησαν και στην Ελλάδα.
Όμως από το 1947 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρουμανίας κατέλαβε την εξουσία, την οποία διατήρησε ώς τη λαϊκή εξέγερση και θανάτωση του Νικολάε Τσαουσέσκου τα Χριστούγεννα του 1989. Το Κόμμα επέβαλε σκληρό αθεϊστικό καθεστώς, που καθώς φαίνεται ήταν πιο απάνθρωπο κατά την πρώτη φάση της αθεϊστικής διακυβέρνησης, επί Γενικού Γραμματέα Γκεόργκε Γκεοργκίου-Ντέι (Gheorghe Gheorghiu-Dej), η οποία έληξε με το θάνατό του το 1965. Τα χρόνια αυτά στη Ρουμανία σημειώθηκε φρικτός διωγμός των χριστιανών, παρόμοιος με τους διωγμούς των ρωμαϊκών χρόνων. Εκτενή αφιερώματα εδώ & εδώ.
Οι ηρωικοί νεομάρτυρες και ομολογητές που άθλησαν σ' αυτό το διωγμό, στην πλειοψηφία τους, προφανώς ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο και ήταν κανονικά μέλη της επίσημης Εκκλησίας της Ρουμανίας. Άραγε, δεν ήταν ορθόδοξοι, αλλά σχισματικοί ή - ακόμα χειρότερα - αιρετικοί; Οι άγιοι Γέροντες της Ρουμανίας, ομολογητές ή μάρτυρες των φυλακών, δεν είναι κανονικοί ορθόδοξοι ιερείς, αλλά αχειροτόνητοι σχισματικοί ψευδοϊερείς και ψευδογέροντες, οικουμενιστές και προδότες της Ορθοδοξίας;
Για κάποιον προβληματισμό ως προς το θέμα, λαμβάνουμε το θάρρος να αναδημοσιεύσουμε μερικά κείμενα.

«Ένας άνθρωπος, στον οποίο ζούσε ο Χριστός»  (Άγιος Βαλέριος Γκαφένκου)

Του Ιωάννη Ιανολίδε, «Ρουμάνοι Ομολογητές και Μάρτυρες του 20ού αιώνα», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.

Βρήκα την ευκαιρία να εκθέσω και μερικές δραματικές ιστορίες για την πίστη. Γνώρισα ανθρώπους που είχαν φτάσει στην κατά το ανθρώπινο, πνευματική τελειότητα, στην αγιότητα, στο μαρτύριο - αλλά μέσω ενός εξαντλητικού κοσκινίσματος.
Έχω το θάρρος να ομολογήσω ότι είμαι ένας ευτυχής άνθρωπος, επειδή είδα έναν άνθρωπο στον οποίο ζούσε, σκεφτόταν, χαμογελούσε και νικούσε ο Χριστός. Αυτός ήταν ο Βαλέριος Γκαφένκου.
Μόλις βρήκε τον Κύριο, ο Βαλέριος, εγκατέλειψε τα πάντα και αφιερώθηκε σ' Αυτόν ολοκληρωτικά και οριστικά. Ακολούθησε η μεγάλη μάχη: ο πόλεμος με τα πάθη, η φύλαξη του στόματος και όλων των αισθήσεων, η αυτοκυριαρχία, η κάθαρση των λογισμών και των πιο λεπτών εσωτερικών κινήσεων, ώστε το άγιο Πνεύμα μπήκε βαθμιαία στο σώμα, στην ψυχή, στο νου, σε όλη τη ζωή του.
Στο κέντρο της αναταραγμένης ζωής της φυλακής, ο Βαλέριος ήταν ο ακράδαντος και ακλόνητος βράχος της πίστεως. Ο εσωτερικός του άνθρωπος είχε ήδη τελειοποιηθεί. Η σφοδρότητά του ήταν άκακη, τα ψυχικά του ύψη ήταν γεμάτα από ταπείνωση. Ήταν αθώος σαν ένα παιδί και ταπεινός σαν ένας μεγάλος αμαρτωλός. Παρόλο που ο Βαλέριος ήταν σεβαστός από όλους, όμως ήταν ταπεινός και υπάκουος. Μολονότι ήταν καταβεβλημένος από τα βάσανα, μυστικές δυνάμεις της θείας Χάριτος τον κρατούσαν δυνατό. Η προσευχή του ήταν η ίδια η ζωή του, η ψυχή του ήταν γεμάτη από τη θεία Χάρη, ο νους του ήταν φορτωμένος με ουράνια δώρα και φώτα. Το εγώ του ήταν νεκρό εν Χριστώ και ο Ιησούς ήταν ζωντανός μέσα του.
Είχε γίνει ένα σύμβολο κι ένα παράδειγμα ζωής, όχι με κενόδοξη πρόθεση, αλλά με τα βιώματά του. Όντας φορέας του Χριστού, ήταν ταπεινός, ευλαβής, νηφάλιος, πάντα ευχαριστημένος και πάντοτε δοξάζοντας το Θεό. Στον Βαλέριο είχε συνδυασθεί η ζωή αυτή με την αιωνιότητα, η ένωση του νου με την καρδιά, του σώματος με την ψυχή, του Θεού με τον άνθρωπο, του ανθρώπου με τη φύση, η ένωση όλων των ανθρώπων εν Χριστώ, η ειρήνη, η αρμονία και η ενότητα του κόσμου.
Επικοινωνούσε ζωντανά, έξυπνα, σοφά με τους ανθρώπους. Ήταν στολισμένος με μια μυστική δύναμη να προσελκύει, να εντυπωσιάζει, να φωτίζει τόσο τους φίλους, όσο και τους εχθρούς. Ο λόγος του ήταν πλήρης αυθεντίας, πειθούς, γνησιότητας. Ο Βαλέριος κατακτούσε, πόλωνε, θάμπωνε.

Θαυμαστά γεγονότα από την μαρτυρική ζωή του φυλακισμένου Αγίου Βαλερίου Γκαφένκου

Του Ιωάννη Ιανολίδε, από το προαναφερθέν έργο. Πηγή εδώ.

Η ζωντανή παρουσία της Παναγίας 

Τα Χριστούγεννα ο Βαλέριος ήταν αρκετά ζωογονημένος. Τη νύχτα εκείνη των αγγελικών ψαλμωδιών συνέθετε τα θαυμάσια κάλαντα των κρατουμένων του Τίργου Όκνα.


Στο διπλανό κρεβάτι ξεψύχησε ο αρχιμανδρίτης Γ. Είχε έλθει σε σοβαρή κατάσταση από το Κανάλι του Δούναβη και ήταν ένας από τους στύλους της αντίστασης. Τη νύχτα της Γεννήσεως του Ιησού ο αρχιμανδρίτης πέρασε στον ουρανό. Έφυγε με ακλόνητη την πίστη του. Επειδή δεν είχε καλά ρούχα, διότι τα δικά του ήταν βρεγμένα από τον ιδρώτα, ο Βαλέριος πρόσφερε τα δικά του και κράτησε για τον εαυτό του τα ρούχα του ιερέα.
-Αυτά είναι τα μοναστικά μου άμφια! Είπε συγκινημένος. Με αυτά να με κηδέψετε!
        Εκείνη τη νύχτα των Χριστουγέννων δε θα την ξεχάσω ποτέ. Τριγυρνούσα συνεχώς από τον ένα ασθενή στον άλλο, παίρνοντάς τους το σφυγμό και κοιτώντας τους. Κάθε τόσο κοίταζα και τον Βαλέριο. Ήταν χαρούμενος, μακάριος μέσα του, με τα βλέφαρα κλειστά, με το κεφάλι κατεβασμένο στο στήθος.
        Μόλις τελείωσα τη διακονία μου, αισθάνθηκα ότι με καλεί με τη ματιά του. Με παρακαλεί να πάω κοντά του. Με κοιτούσε με ένα βάθος που ποτέ μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν τον είχα αισθανθεί. Έκανε το σταυρό του. Μετά πήρε το χέρι μου. Ένα βαθύ ρίγος με διεπέρασε. Ο Βαλέριος ήταν πολύ συγκεντρωμένος, κάτι παράξενο γι' αυτόν διότι με την προχωρημένη πνευματική του κατάσταση μπορούσε να παραμείνει χαλαρός μέχρι και στις πιο οδυνηρές φάσεις, που έπρεπε όλοι εμείς να περάσουμε. Ένιωσα ότι θέλει να μου πει κάτι.
        -Ιωάννη, εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μου είπε. Αλλά τώρα δεν έρχομαι σαν φίλος σε σένα. Έρχομαι να σου ζητήσω μια συμβουλή, να σου κάνω υπακοή. Θέλεις να με ακούσεις;
        -Σε ακούω, απάντησα, αλλά δεν ξέρω αν είμαι άξιος για την εμπιστοσύνη σου σε μένα.
Ο Βαλέριος έκλεισε τα μάτια και μου είπε ήρεμος:
        -Αυτή την νύχτα αγρυπνούσα. Περίμενα να ακούσω τη μελωδία από τα κάλαντα που συνέθετα. Ήθελα να είναι πολύ ωραία. Την έψαλλα στο νου μου. Την αισθάνθηκα να κατεβαίνει από τους ουρανούς. Ήμουν άγρυπνος, νηφάλιος και ήρεμος όταν ξαφνικά σήκωσα τα μάτια μου και στην άκρη του κρεβατιού είδα την Παναγία, ντυμένη στα λευκά, όρθια, ζωντανή, πραγματική. Ήταν χωρίς το Βρέφος. Η παρουσία της μου φαινόταν ζωντανή. Η Παναγία ήταν πραγματικά δίπλα μου. Ήμουν πολύ ευτυχής. Είχα ξεχάσει τα πάντα. Τότε Αυτή μου είπε:
         Εγώ είμαι η αγάπη σου! Να μη φοβάσαι! Να μην αμφιβάλλεις! Η νίκη θα είναι του Υιού μου! Αυτός αγίασε τώρα αυτό τον τόπο και τον ετοίμασε για όσα θα γίνουν στο μέλλον. Οι δυνάμεις του σκότους αυξάνουν και ακόμη θα φοβίζουν τον κόσμο, αλλά θα αφανιστούν. Ο Υιός μου περιμένει τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην πίστη. Σήμερα οι υιοί του σκότους είναι πιο ατρόμητοι από τους υιούς του φωτός. Έστω κι αν σας φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια πίστη στη γη, να ξέρετε ότι η απολύτρωση θα έλθει, αλλά με φωτιά και εμπρησμούς. Ο κόσμος πρέπει ακόμη να υποφέρει. Εδώ, όμως, υπάρχει πολλή πίστη και ήρθα να σας ενθαρρύνω. Κρατείτε την ομολογία σας. Ο κόσμος ανήκει στον Χριστό!
       Μετά η Παναγία εξαφανίστηκε και εγώ έμεινα πλημμυρισμένος από ευτυχία.
       Ο Βαλέριος μιλούσε απλά, ανοιχτά, χωρίς υπηρηφάνεια. Η ψυχή του ήταν σαν ένα βάζο από γνήσιο κρύσταλλο, ένα βάζο που αξιώθηκε να δεχτεί τον Χριστό. Η ταπεινή του σκέψη και η ειρήνη με την οποία μου μίλησε μου έδωσαν την πεποίθηση ότι αυτό που έζησε δεν ήταν πλάνη. Αισθανόμουν κι εγώ αγιασμένος, ανακαινισμένος, συμμετέχοντας στο θαύμα. Με συστολή, αλλά και με πεποίθηση του είπα απλά:
        -Ο Θεός μας προστατεύει. Εμείς μπορούμε να πέσουμε, αλλά Αυτός θα νικά. Χρειαζόμαστε πίστη και τώρα μπορούμε να έχουμε περισσότερη. Να προσευχόμαστε!
        Είπαμε μαζί μια σύντομη προσευχή. Και, στην ησυχία του θαλάμου 4, που ήταν χώρος για τους ετοιμοθάνατους, για μια στιγμή οι ψυχές μας ενώθηκαν και ανέβηκαν στον ουρανό. 


  ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Του π. Δαμασκηνού Κρίστενσεν, της αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας (από εδώ).


Ο π. Γεώργιος Calciu [Καλτσίου] είναι ένας Ορθόδοξος ιερέας, ο οποίος τώρα έχει περάσει τα εβδομήντα. Στα είκοσί του, είχε μπει σε μια Ρουμανική κομμουνιστική φυλακή, όπου έμεινε για δεκαέξι χρόνια. Εκείνη την εποχή υπέστη το επιστημονικό πείραμα του Pitesti: το πιο διαβολικό σύστημα βασανιστηρίων που επινοήθηκε ποτέ, το οποίο επιχείρησε να ξεγυμνώσει την ανθρώπινη προσωπικότητα και να την αντικαταστήσει με τον κομμουνιστή «νέο άνθρωπο».  Όπως αναθυμόταν αργότερα, «δεν υπήρχε βασανιστήριο, είτε ηθικό είτε σωματικό, που να μην είχε χρησιμοποιηθεί».
Αφού τα θεμέλια της ψυχής του απογυμνώθηκαν, ο π. Γεώργιος πέρασε μια μακρά και οδυνηρή διαδικασία μετανοίας, όπου βρήκε την εσωτερική δύναμη να στραφεί προς το Χριστό και έλαβε την υπεράνθρωπη δύναμη να αγαπήσει και να συγχωρήσει τούς βασανιστές του. Όταν στα τριάντα έξι του βγήκε από τη φυλακή, φλεγόταν από αγάπη για το Θεό και για ολόκληρη τη δημιουργία αφού, ενώ υπέφερε αφάνταστα, το πνεύμα του είχε καθαρθεί, θεραπευτεί και αναγεννηθεί από το Θείο Πυρ. Έγινε ιερέας και λίγο αργότερα άρχισε να καλεί τούς νέους της Ρουμανίας, οι οποίοι είχαν ανατραφεί με το ψέμα του υλισμού, να επιστρέψουν στο αληθινό νόημα της ζωής. Παρόλο που οι κομμουνιστικές αρχές διαρκώς δεν τον άφηναν σε ησυχία και απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν, αυτός συνέχισε να διδάσκει δημόσια. Τελικά τον συνέλαβαν και πάλι και τον έριξαν στη φυλακή για έξι χρόνια ακόμη. Αυτά τα χρόνια είχε τις βαθύτερες εμπειρίες της ζωής του, γιατί κατ’ αυτά βίωσε την Θεία Ενέργεια του Χριστού όπως ποτέ πριν.
Όσο έμενε στο μοναστήρι μας, ο π. Γεώργιος ακτινοβολούσε μια αίσθηση υπερκόσμιας γαλήνης και μια χαρά παιδιάστικη. Μάλιστα έδειχνε και νέος, πράγμα αξιοσημείωτο, όχι μόνο λόγω της ηλικίας του, αλλά και γιατί έζησε σε υγρές, υπόγειες, γεμάτες αρρώστιες φυλακές, με ελάχιστα κομμάτια ψωμί. […] Είχε γίνει ένα μικρό παιδί.  Όποτε μιλούσε για τα βασανιστήρια πού υπέστη, χαμογελούσε ή και γελούσε ακόμη. Δεν είχε μίσος ή μνησικακία, είχε συγχωρήσει, και ήταν ελεύθερος. […]

Ο π. Βενέδικτος Ghius

[Διηγείται ο π. Γεώργιος Calciu] «Πριν με συλλάβουν, πάντοτε μου άρεσαν τα μοναστήρια. Έτσι κάθε φορά πού μου δινόταν η δυνατότητα να πάω σε κάποιο μοναστήρι, βρισκόμουν εκεί. Πολύ κοντά στο Βουκουρέστι βρίσκεται ένα πολύ σημαντικό μοναστήρι που ονομάζεται Cernica. Την καρδιακή προσευχή την πήρε ο Γεώργιος, ένας μαθητής του Παϊσίου Velichkovsky (ο άγ. Παΐσιος Velichkovsky (1722-1794) ήταν αυτός που ξανα-ανακάλυψε και συνέταξε την ανθολογία των αρχαίων κειμένων που είναι γνωστή ως Φιλοκαλία) και την έφερε στην Cernica. Από τότε και μέχρι τώρα – δύο αιώνες σχεδόν – κάθε μοναχός στην Cernica εφαρμόζει αυτή την προσευχή. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίωξης από τον Τσαουσέσκου τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει από το να προσεύχονται.
»Μια Κυριακή ήμουν στο ναό στην Cernica και λειτουργούσα μαζί με κάποιους μοναχούς. Στην αρχή της Θείας Λειτουργίας ήταν εκεί ο π. Βενέδικτος Ghius, ένας πολύ πνευματικός άνθρωπος. Ήταν ο πνευματικός ηγέτης της κίνησης της Καιομένης Βάτου στη Μονή  Antim, η οποία ήταν μια ομάδα αφοσιωμένη στην προσευχή, που είχε σχηματιστεί από μοναχούς για χάρη των πιο σημαντικών διανοητών στο Βουκουρέστι κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Άτομα από την Καιομένη Βάτο συλλαμβάνονταν μέχρι που η ομάδα εξολοθρεύτηκε και πολλοί από αυτούς πέθαναν στη φυλακή. Ο π. Ghius συνελήφθη επίσης, αλλά ελευθερώθηκε την ίδια εποχή με μένα – το 1965– και άφησε τα πάντα και μπήκε στη Μονή Cernica, όπου ασκούσε την Προσευχή του Ιησού. […] Ποτέ δεν τον είδα λυπημένο ή θυμωμένο.

Ο π. Βενέδικτος Ghius (μαρτυρίες γι' αυτόν)

»Επειδή ήταν πολύ ηλικιωμένος, δεν λειτουργούσε. Όταν αρχίσαμε τη Λειτουργία, αυτός καθόταν σε μια καρέκλα στο ιερό, ακίνητος. Κάποια στιγμή ένοιωσα κάτι παράξενο στο ιερό. Κοίταξα προς τα αριστερά μου και είδα ότι στη γωνία που καθόταν ο π. Ghius άρχισε να λάμπει ένα Φως. Το Φως κάλυπτε τον π. Ghius εντελώς, αλλά δεν απλωνόταν σε όλο το ιερό. Ηταν ακριβώς γύρω από το σώμα του. Είμαι σίγουρος πώς ο π. Ghius δεν είχε πάρει είδηση τι συνέβαινε σ’ αυτόν. Οι άλλοι μοναχοί είδαν ό,τι έβλεπα κι εγώ, αλλά δεν έδωσαν σημασία γιατί είχαν συνηθίσει σ’ αυτό. το είχαν δει πολλές φορές. Ήταν κάτι πολύ φυσιολογικό γι’ αυτούς. Είχα μείνει κατάπληκτος. Και αυτό το Φως συνέχιζε μέχρις ότου τελείωσε η Λειτουργία. Όταν ο π. Ghius ήρθε να κοινωνήσει, τα χέρια του ήταν χέρια Φωτός. Υποκλίθηκα μπροστά του, και αισθάνθηκε πολύ, πολύ ντροπιασμένος – πιστεύω γιατί αισθάνθηκε ότι δεν ήταν άξιος τέτοιου σεβασμού. Βγήκε από το ιερό χωρίς να κοιτάξει κανέναν. Καθώς έβγαινε, είδα το Φως να εξαφανίζεται και αυτός να γίνεται και πάλι κανονικός άνθρωπος.
»Καθόταν σε μια καρέκλα στο ιερό ακίνητος. Αλλά αν τον κοιτούσες, και χωρίς να ξέρεις τίποτα για το Φως του Χριστού, για το Άκτιστο Φως, μπορούσες να δεις το πρόσωπό του όλο Φως».

Στη Φυλακή

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου φυλάκισής του, είχε άλλες δύο εμπειρίες αυτού του Φωτός [σ.σ. εκτός από άλλες, που είχε νωρίτερα]. Διηγείται ο π. Γεώργιος, τη δεύτερη εμπειρία του.
«Ο Τσαουσέσκου ήταν πολύ θυμωμένος μαζί μου και ήθελε να με σκοτώσει στη φυλακή. Δεν μπορούσε να με καταδικάσει σε θάνατο γιατί η περίπτωσή μου ήταν πολύ γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο, έτσι διέταξε να με βάλουν σ’ ένα κελί με σαδιστές εγκληματίες. Με έβαλαν λοιπόν μαζί με δύο τέτοιους εγκληματίες. Ο ένας από αυτούς είχε σκοτώσει τη μητέρα του. Δεν την είχε απλά σκοτώσει. Την είχε βασανίσει επί πολλές μέρες, κόβοντας τα δάχτυλά της και το σώμα της. Ο άλλος είχε σκοτώσει δύο νεαρούς με τον ίδιο σαδιστικό τρόπο...
»Αμέσως οι δύο συγκρατούμενοί μου άρχισαν να με κακομεταχειρίζονται, αλλά όχι πολύ άσχημα. Ξέρετε, είχαν και κάτι το ανθρώπινο. Παρατήρησα ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς τίποτα στην ψυχή τους - εγκληματίες και κλέφτες και λοιπά – είχαν μέσα τους κάτι πολύ, πολύ αγαπητό, μέχρι και κάτι το άγιο.
»Κάθε μέρα αυτούς τους δύο αυτούς ανθρώπους τους καλούσε η διοίκηση. Νομίζω ότι τους μάλωναν γιατί δεν μου είχαν κάνει τίποτε. Νομίζω ότι τούς ζητούσαν να με σκοτώσουν. Μια μέρα, μετά από τρεις μήνες, τους κάλεσαν ξανά στη διοίκηση. Ήταν πολύ αναστατωμένοι όταν ήρθαν πίσω. Δύο φορές την εβδομάδα μας επέτρεπαν να βγούμε έξω σε μια μικρή αυλή, δεκαπέντε επί είκοσι πόδια. Πήγαμε έξω και μου είπαν, ‘Στάσου εκεί’. Πήγαν στην άλλη γωνία και μίλησαν μεταξύ τους. Ήμουν σίγουρος ότι είχε έρθει η ώρα να με σκοτώσουν. Στεκόμουν εκεί με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Προσευχόμουν, εξομολογούμενος τα αμαρτήματά μου στο Θεό. Μετά από δέκα λεπτά – είχαμε μόνο δέκα λεπτά για περίπατο – ήρθαν σε μένα και είπαν, ‘Πάτερ’ – αυτή ήταν η πρώτη φορά πού με έλεγαν Πάτερ – ‘Πάτερ, αποφασίσαμε να μη σε σκοτώσουμε. Ας σε σκοτώσουν οι φύλακες.’ Άρχισα να κλαίω. Το είχα για σίγουρο ότι θα πέθαινα. Μπήκαμε στο κελί και τώρα μιλήσαμε μαζί. Τους είπα για τον εαυτό μου και για τα πάντα. Μου είπαν για τη δική τους εμπειρία, και για το ότι τώρα πρόσεξαν πώς ήμουν καλός άνθρωπος. Την επόμενη μέρα πήρα την άδειά τους να κάνω Θεία Λειτουργία στο κελί.
»Ήσαν πολύ περίεργοι να δουν τι ήταν η Λειτουργία. Γι’ αυτούς, ο παπάς ήταν κάποιος πού εκμεταλλευόταν τούς ανθρώπους και τούς έπαιρνε χρήματα. Ή ίσως έβλεπαν τον παπά σαν ένα μάγο. Δεν ήξεραν τίποτα για την πίστη. ίσως ήξεραν λίγα πράγματα για τη θρησκεία και την εκκλησία, αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν ήξεραν τίποτα για τη Λειτουργία.
»Έτσι, την Κυριακή, άρχισα να ετοιμάζω τον άρτο, το νερό, το κάλυμμα. Με κοίταζαν. Εκείνη την Κυριακή δεν δούλευαν, έτσι είχαμε μια αργία της Εκκλησίας. Με αγριοκοίταζαν, ίσως γιατί νόμιζαν πως αυτά ήταν τα μαγικά μου εργαλεία. Άρχισα τις προσευχές μου με πολύ χαμηλή φωνή, γιατί οι φύλακες δεν επέτρεπαν να κάνουμε τελετή με δυνατή φωνή. Οι συγκρατούμενοί μου με πλησίασαν, απλά για ν’ ακούσουν τι έλεγα. Σιγά-σιγά, όσο προχωρούσε η Λειτουργία, η φλόγα της πίστης μου μετέφερε την ψυχή μου σε άλλο επίπεδο και αυτό τούς άγγιξε – είμαι σίγουρος. Δεν υπήρχε κίνηση. Δεν κουνήθηκαν. Δεν μίλησαν. Ήταν εκεί, μαζί μου, μέχρι το τέλος. Δεν στράφηκα προς το μέρος τους, αλλά μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, αφού κοινώνησα, στράφηκα προς αυτούς και έμεινα έκπληκτος. Τους είδα γονατιστούς, να προσεύχονται μαζί μου και να περιβάλλονται από το Φως. Ήταν μέσα σ’ αυτό το Φως, ορατό Φως, Άκτιστο Φως αλλά ορατό...Ο Θεός απλά άνοιξε τα μάτια μου για να δω αυτό το Φως, και αυτό τους περιέβαλλε. Παρατήρησα ότι ολόκληρο το κελί ήταν γεμάτο από Φως. Δεν ήξερα τότε και δεν ξέρω ούτε τώρα πότε εμφανίστηκε αυτό το Φως. Ίσως όταν άρχισα τη Λειτουργία το Φως να ήταν γύρω μας, αλλά ήμουν συγκεντρωμένος μόνο στην ιερή ακολουθία. Ίσως το Φως να εμφανίστηκε τη στιγμή που έλεγα την επίκληση και από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού το Φως απλώθηκε στο κελί. Ή ίσως το Φως να εμφανίστηκε ακριβώς τη στιγμή που στράφηκα προς αυτούς, ή ίσως να ήταν περικυκλωμένοι από το Φως συνεχώς.
»Αυτό το Φως μεταμόρφωσε τις ψυχές τους! Όχι οι προσευχές μου ούτε η ίδια η τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Ο Θεός μεταμόρφωσε τις ψυχές τους εκχύνοντας αυτό το Άκτιστο Φως πάνω τους. Μέσω αυτού του Φωτός ήμασταν ικανοί να αγαπηθούμε, να προσευχηθούμε και να νιώσουμε ότι έχουμε κάτι κοινό. Ήταν η παρουσία του Θεού, του Ιησού Χριστού.

»Το υπόλοιπο της ημέρας πέρασε με φιλία και αγάπη, μιλώντας για το Χριστό. Για πρώτη φορά μπόρεσα να τους μιλήσω για το Χριστό, για την πίστη, για την αγάπη. Ο ένας τους με ρώτησε: ‘Μπορεί ο Χριστός να με αγαπήσει; Σκότωσα τη μητέρα μου. Πώς μπορεί ο Χριστός να με αγαπήσει;’ Ο άλλος είπε, ‘Μπορεί ο Χριστός να με αγαπήσει αφού σκότωσα δύο νέους; Ίσως πάω και σκοτώσω και άλλους. Μπορεί ο Χριστός να με συγχωρήσει για το έγκλημα πού έκανα;’ Είπα, ‘Μπορεί. Ίσως η ανθρώπινη δικαιοσύνη να μη μπορεί να σας συγχωρήσει, αλλά ο Ιησούς θα σας συγχωρήσει, αν μετανοήσετε. Θα σας δώσει το Σώμα Του και το Αίμα Του, αν μετανοήσετε και αποφασίσετε να μην κάνετε άλλα εγκλήματα.’ Πίστεψαν και δεν πίστεψαν. Ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να καταλάβουν, γιατί σε όλη τους τη ζωή ήταν σε συνεχή σύγκρουση με την κοινωνία. Κοίταζαν να σκοτώσουν, να κλέψουν, να εξαπατήσουν την κοινωνία, και η κοινωνία κοίταζε να τους συλλάβει. Ήταν μία συνεχής πάλη και σε αυτή την πάλη δεν υπήρχε χώρος για αγάπη. Ο πρώτος δεν αγαπούσε τη μητέρα του – σκότωσε τη μητέρα του. Ο άλλος δεν αγαπούσε τους φίλους του – τους σκότωσε. Μια στιγμή αγάπης δεν είχαν. Ίσως όταν ήταν παιδιά η μητέρα τους και ο πατέρας τους να τους αγαπούσαν, αλλά όταν μεγάλωσαν η ζωή τους δεν είχε χώρο για αγάπη. Δεν καταλάβαιναν ακριβώς ποιο ήταν το νόημα της αγάπης – της αγάπης του Ιησού – αλλά η λέξη αγάπη ήταν μια λέξη που τους γοήτευε. Εκείνη την ημέρα επέμεινα στην αγάπη και τούς είπα, ‘Ο Ιησούς είπε, «Αγαπάτε αλλήλους... από αυτό οι άνθρωποι θα γνωρίσουν ότι είσαστε μαθητές μου, από το αν έχετε μεταξύ σας αγάπη... Αγαπάτε τους εχθρούς σας. Ευλογείτε αυτούς που σας καταριώνται. Ευεργετείτε αυτούς πού σας καταδιώκουν.’ Είπαν, ‘Αυτό είναι αδύνατον. Δεν είναι ανθρώπινο!’ ‘Έχετε δίκιο’ είπα, ‘δεν είναι ανθρώπινο. Αλλά τέτοια αγάπη υπάρχει στον κόσμο – είμαι ένα ζωντανό παράδειγμα για σας.’ Την επόμενη μέρα χωρίσαμε. Η διοίκηση κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε με μένα και ότι αυτοί οι άνθρωποι αρνούνταν να με σκοτώσουν, έτσι με άφησαν μόνο μου στο κελί.
»Δεν ξέρω αν αυτοί οι δύο άνθρωποι συνειδητοποίησαν την παρουσία του Φωτός που είδα στο κελί, αλλά αυτό το Φως λειτούργησε στην καρδιά τους και τους έκανε αδελφούς μου. Η Ενέργεια του Ιησού Χριστού τους έκανε ίσως από εγκληματίες αγίους. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ύστερα από αυτό έγιναν ξανά εγκληματίες. Είμαι πεπεισμένος ότι έχουν σωθεί, και προσεύχομαι γι’ αυτούς συνέχεια. Ακόμα και σήμερα προσεύχομαι γι’ αυτούς. Ποτέ στην προσευχή μου δεν τους βλέπω σαν εγκληματίες. Είμαι σίγουρος ότι έχουν σωθεί».

Το Δώρο του Φωτός

»Αυτό πού ήθελα να σας πω είναι ότι ο Θεός δίνει το Φως Του όχι μόνο σε κάποιους μοναχούς, αφού έχουν πρώτα κάνει μακρόχρονη άσκηση, καθισμένοι στην απομόνωση του κελιού τους συγκεντρωμένοι, ενώνοντας τον νου και την καρδιά, υποτάσσοντας το νου στην καρδιά. Δίνει επίσης το Φως Του σαν δώρο σε κάποιον χωρίς να το αξίζει, χωρίς να ζητάει κάτι από αυτό το άτομο. Μου έδωσε αυτό το Φως χωρίς να το αξίζω, χωρίς να μου ζητήσει να κάνω κάτι γι’ Αυτόν.
»Τα δώρα του Θεού δεν είναι μια ανταμοιβή για μας. Δεχόμαστε δώρα από το Θεό μόνο από την αγάπη Του για μας. Όπως είπα, ήμουν ο μεγαλύτερος αμαρτωλός σ’ εκείνη την πτέρυγα. Ωστόσο, ο Θεός με διάλεξε. Γιατί; Δεν υπάρχει εξήγηση. Αυτά τα παιδιά ήταν εγκληματίες, ωστόσο ο Θεός τους αγάπησε, μέσα στο Φως. Γιατί; Επειδή ήθελε να μεταμορφώσει τις ψυχές τους – και είμαι σίγουρος ότι τις μεταμόρφωσε».

Προσθήκη: το σκήνωμά του βρέθηκε άφθαρτο. Σχετική ανάρτηση και βίντεο εδώ.

Λείψανο άγνωστου νεομάρτυρα μυρόβλυσε επανειλημμένα στο Ιάσιο

(Από εδώ). Στις 19 Μαρτίου 2009, στο θέατρο Λουτσεάφαρουλ του Ιασίου της Ρουμανίας, παρουσία μερικών εκατοντάδων χριστιανών είχε γινει μια ομιλία με τελικό σκοπό να ξεκινησει μια καμπανια για να μαζευθούν υπογραφές υπέρ της αγιοποιησης των μαρτύρων των κομμουνιστικών φυλακών, από τη Ρουμανική Ιερά Σύνοδο (η οποία, σε αντίθεση με τους Ρώσους, αρνείται να το κάνει, για πολιτικούς λόγους)
Στο τέλος της ομιλίας οι παρευρισκόμενοι προσκλήθηκαν να προσκυνήσουν ένα λειψανάκι κάποιου από τους μάρτυρες-ομολογητές του Αϊούντ. Ξαφνικά άρχισε να αναβλύζει από αυτό μύρο!

Στις 19 Μαρτίου 2010 επαναλήφθηκε η συνάντηση στο ίδιο μέρος, στο θέατρο Λουτσεάφαρουλ του Ιασίου. Στο τέλος, όταν πήγαν να προσκυνήσουν τα ίδια λειψανα, άρχισε να τρέχει πάλι μύρο!
Τα λειψανάκια αυτα έχουν βρεθεί στους ομαδικούς τάφους όπου οι κομμουνιστές έριχναν τα θύματά τους, τους κρατουμένους των τρομερών φυλακών του Αϊούντ. Εκεί ο π. Ιουστίνος (Πίρβου) έχει φτιάξει προς τιμήν τους και ένα μνημείο (Διαβάστε εδώ και Εδώ). Τα λειψανάκια τα μοιράζει ως ευλογία σε ιερείς και όπου αυτός κρίνει ότι πρέπει.

Φέτος (2011) για τρίτη χρονιά στις 19 Μαρτίου έγινε στο ίδιο μέρος η συνάντηση με πολλούς ομιλητές. Μόλις τελείωσαν όλοι οι ομιλητές και οι περίπου χίλιοι παρευρισκόμενοι άρχισαν να προσέρχονται για να προσκυνήσουν τα λείψανα αυτά άρχισαν και πάλι να μυροβλύζουν. Φέτος μάλιστα ήταν δύο λειψανοθήκες!!

Ας είναι οι άγιοι αυτοί μάρτυρες ένα παράδειγμα για εμάς τους χριστιανούς των έσχατων καιρών.
Ίσως να είναι ένα σημάδι από το Θεό.
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012: Η μυροβλυσία επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά, στις 19 Μαρτίου 2012.

Παραπάνω η εικόνα των αγίων νεομαρτύρων & ομολογητών του Αϊούντ (ομολογητής = άνθρωπος που βασανίστηκε για το Χριστό, αλλά επιβίωσε, γι' αυτό δεν ονομάζεται μάρτυρας). Παρακάτω μια ζωγραφιά-εικόνα από το κολαστήριο Πιτέστι, όπου πλήθος ορθόδοξοι χριστιανοί βασανίστηκαν ή θανατώθηκαν και αγίασαν (λεπτομέρειες ΕΔΩ).


Θαυμαστά γεγονότα μετά την κοίμηση του γέροντα Ιουστίνου Πίρβου





Από εδώ. Αναδημοσιεύουμε από ρουμανικό ιστολόγιο Blog de Dogmatică Empirică, την συγκλονιστική μαρτυρία της καθηγήτριας Marian Maricaru, για τα θαυμαστά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την οσιακή κοίμηση του Γέροντα π. Ιουστίνου Pârvu στην Ιερά Μονή Petru Vodă της Μολδαβίας.
Ως γνωστόν ο μακαριστός γέροντας κοιμήθηκε την Κυριακή 16 Ιουνίου 2013 και τάφηκε την Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013. ["Ν": διώχθηκε κατά τους φρικτούς αθεϊστικούς διωγμούς της Ρουμανίας, όπως θα φανεί παρακάτω].
Σύμφωνα με την επώνυμη μαρτυρία, το σκήνωμα του Γέροντα δεν παρουσίασε νεκρική ακαμψία, όπως συμβαίνει και στους Αγιορείτες μοναχούς. Το δέρμα των χεριών του ήταν μαλακό, ακόμα και τέσσερις μέρες μετά την κοίμησή του και μια πρωτόγνωρη ευωδία έβγαινε από το λείψανό του. Ακόμα και όσοι αρχικά ήταν δύσπιστοι στο γεγονός της μυροβλυσίας, είδαν κατά τον ασπασμό του σκηνώματος σταγόνες υγρού, που έβγαζε μια εξαίσια ευωδία, να βγαίνουν από τα χέρια και στο μέτωπο του γέροντα.


 Η όλη ατμόσφαιρα της κηδείας ήταν αναστάσιμη. Θύμιζε Πάσχα. Πουθενά δεν θύμιζε τίποτα την θλίψη του θανάτου. Τα δάκρυα των ανθρώπων ήταν δάκρυα χαράς και λύπης. Το ίδιο το σκήνωμα του Γέροντα, με την οσιακή μορφή σε έκανε να αισθάνεσαι την χαρά της Αναστάσεως, γεγονός που δεν ένιωσε, όπως γράφει η κ. Marian Maricaru, σε καμία άλλη κηδεία.
Στα σχόλια στο παραπάνω άρθρο, που δημοσιεύτηκαν στο ίδιο ιστολόγιο, πολλοί άλλοι επιβεβαίωσαν τα γραφόμενα.


 Άλλη πηγή αναφέρει και το εξής. Μετά την κοίμηση του Γέροντα και κατά την διάρκεια της νύχτας της Κυριακής 16 προς 17 Ιουνίου 2013, δάκρυα έβγαιναν από τα μάτια του Γέροντα. Η Μονή κάλεσε ομάδα ιατρών να διαπιστώσει και να ερμηνεύσει το γεγονός χωρίς όμως κανένας από αυτούς να μπορέσει να δώσει επιστημονική εξήγηση. 

"Ν": στην αρχική πηγή του άρθρου δημοσιεύεται βίντεο με την αντίδραση δαιμονισμένης όταν πλησίασε το σώμα του π. Ιουστίνου. Κατά τη μαρτυρία της ρουμάνικης πηγής, η κοπέλα θεραπεύτηκε. To ευχόμαστε. Ο Θεός, διά των αγίων Του, ας την προστατεύει.

Γέροντας Ιουστίνος: «Αυτός που δεν αγωνίστηκε εναντίον των παθών του δεν θα βρει θεία βοήθεια στον καιρό των διωγμών».

Προσκυνητής

...αγαπητοί μου ή τώρα ή πιο αργά θα ξεκινήσει κάποιος πόλεμος, ο χριστιανός όμως πρέπει να είναι πάντα έτοιμος ν'αντιμετωπίσει το θάνατο. Ο Θεός κατά κάποιον τρόπο μας δείχνει σημάδια για να ετοιμαστούμε. Εμείς όμως δεν δίνουμε σημασία. Αυτό σημαίνει ότι τα πάθη μάς τύφλωσαν τόσο πολύ που δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το καλό από το κακό. Η γενιά αυτή είναι τόσο τυφλωμένη από τα πάθη που ακόμη κι αν δουν βομβαρδισμούς ή οτιδήποτε άλλο δεν πρόκειται να μετανοήσουν. Κι αυτό επειδή ο Θεός τους έκλεισε τα αυτιά για να μην ακούνε και τα μάτια για να μη βλέπουν (βλ. προφήτη Ησαΐα). Κι αυτό επειδή έχουν πωρωθεί στα πάθη.
Θυμάμαι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που πολεμούσα στην πρώτη γραμμή τον εχθρό βλέποντας το θάνατο κατάματα. Λίγα χιλιόμετρα πίσω από τις γραμμές οι χωριάτες γλεντούσαν και έπιναν. Πέθαιναν με τη βότκα κάτω από το κρεβάτι. Ήταν μία τρέλα. Γλένταγαν και κανείς δε σκεφτόνταν να γλυτώσει τη ψυχή του έστω και την ενδεκάτη ώρα. Και τώρα το ίδιο σκέφτονται. Προτιμούν να γλεντήσουν και να διασκεδάσουν παρά να σκεφτούν το θάνατο. Όπως λέει και η Γραφή ο καθένας είναι αλυσοδεμένος από κάποιο πάθος. Και όταν θα μας βρει το κακό τότε δεν θα έχουμε τη δύναμη να μετανοήσουμε. Ο καθένας προσπαθεί να ικανοποιήσει το πάθος του. Οι καρδιές έχουν πετρώσει. Αυτός που δεν αγωνίστηκε εναντίον των παθών του δεν θα βρει θεία βοήθεια στον καιρό των διωγμών.
Ο Θεός μας στέλνει σημάδια για να έλθουμε ''εν εαυτώ'' και να μετανοήσουμε. Να πάμε στους πνευματικούς για να εξομολογηθούμε, να κοινωνήσουμε με το σώμα και το αίμα του Χριστού για να πάρουμε δύναμη.



 

Τον καιρό των διωγμών οι χριστιανοί πρέπει να μαζευτούν γύρω από τους ιερείς τους. Εκεί που βρίσκεται ένα αντιμήνσιο και ένας ιερέας για να τελέσει την λειτουργία εκεί είναι και η εκκλησία. Έχουμε ως παράδειγμα τον διωγμό του περασμένου αιώνα όπου οι ιερείς πήγαιναν στα βουνα και στα χωριά με ένα αντιμήνσιο και τα λειτουργικά σκεύη στην πλάτη.
Η Λειτουργία και τα Μυστήρια θα δώσουν δύναμη στους χριστιανούς να αντιμετωπίσουν την πείνα και να προστατευτούν από παν κακό, ευρισκόμενοι υπο τη Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έπειτα να λεει την Ευχή του Ιησού ή το Υπερμάχω. Στη φυλακή αυτές οι προσευχές μας έσωσαν και δεν υποχωρήσαμε μπροστά στο κόκκινο θηρίο.

Ο πραγματικός χριστιανός όμως δεν περιμένει τον πόλεμο ή τον διωγμό για να φροντίσει την ψυχή του. Τον αληθινό χριστιανό δεν τον ενδιαφέρει πότε θα αρχίσει ο πόλεμος ή ο διωγμός. Είναι πάντοτε έτοιμος να υποδεχθεί τον Ουράνιο Νυμφίο με το καντήλι της ψυχής αναμμένο. Ο αληθινός χριστιανός δεν κοιτάει πότε θα έρθει ο πόλεμος ή δεν παραμονεύει να δει αν η βόμβα θα πέσει στο κεφάλι του, αλλά ψάχνει να δει πως θα θυσιαστεί για τον πλησίον του και για το Θεό. Ο αληθινός χριστιανός ψάχνει τη Βασιλεία των Ουρανών μέσα του και δε φοβάται τίποτα σε αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο. Γι αυτόν η λύπη είναι χαρά και ο σταυρός Ανάσταση.

Κλείνουμε με ένα βίντεο που παρουσιάζει το μεγάλο Ρουμάνο Γέροντα Κλεόπα Ελίε († 2 Δεκ. 1998). Προέρχεται από αυτή την ανάρτηση για τους σύγχρονους Γέροντες της Ρουμανίας:

Δεν υπάρχουν σχόλια: