Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες του ν.ημ. δεν έχουν απαρνηθή την Ορθόδοξο εκκλησιολογία

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Βασιλείου Παπαδάκη «Το σχίσμα του ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού», Μέρος Γ΄, Κεφ. Β΄ (ολόκληρο το βιβλίο εδώ). Επιλεγμένα αποσπάσματα εδώ.

Αποκλίσεις των Ορθοδόξων θεολόγων από την Ορθόδοξο εκκλησιολογία στά πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως

Η εκτροπή των Ορθοδόξων θεολόγων η οποία έχει αδιαμφισβήτητα σκανδαλίσει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο τον Ορθόδοξο λαό, είναι η αποδυνάμωσις της αυτοσυνειδησίας τους, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία καί μόνο αποτελεί τήν Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Πράγματι, αρκετοί από τούς Ορθοδόξους που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνησι, υποστήριξαν μία δέσμη απαραδέκτων θεολογικών θεωριών προκειμένου νά αποδείξουν τήν εκκλησιαστικότητα των διαφόρων αιρετικών Εκκλησιών· τήν άποψι δηλαδή, ότι οι αποκομμένες από τήν Ορθοδοξία -τό σώμα του Χριστού- Εκκλησίες βρίσκονται εντός των ορίων της Καθολικής Εκκλησίας70. Οι ανωτέρω Ορθόδοξοι θεώρησαν προφανώς, ότι η ένωσις των ετεροδόξων Εκκλησιών μέ τήν Ορθόδοξο θά επιτευχθή ευκολώτερα, εάν κατορθώσουν νά αποδείξουν, ότι οι Εκκλησίες αυτές είναι ισότιμα μέλη του σώματος του Χριστού με την Ορθοδοξία.
Είναι βέβαια γεγονός ότι οι ανωτέρω Ορθόδοξοι θεολόγοι ουδέποτε αποδέχθηκαν71 την πλέον ακραία θεωρία του Οικουμενισμού, την θεωρία των κλάδων, παρά το ότι η εν γένει επίδρασίς της στήν εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία τους είναι αισθητή. Κατά της θεωρίας των κλάδων έχουν εκφρασθή και οι Οικουμενικοί πατριάρχαι Δημήτριος72 και Βαρθολομαίος73 (κατά τήν απάντησί του πρός τήν Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, 13-6-1999), καθώς και ο τέως αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος74.
Ο ισχυρισμός των Γ.Ο.Χ. πως οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν αποδεχθή την ανωτέρω θεωρία, ότι δηλαδή «η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μόνον ένας κλάδος του όλου δένδρου, ο οποίος μαζί με τους άλλους κλάδους των διαφόρων αιρέσεων αποτελούν ή θα αποτελέσουν στο μέλλον την Εκκλησία του Χριστού»75, είναι τελείως αναληθής. Καμμία Ορθόδοξος Εκκλησία δεν διανοήθηκε ποτέ να διακηρύξη τέτοια ασεβή φρονήματα, και γι᾿ αυτό οι Γ.Ο.Χ. Δεν έχουν να παρουσιάσουν ουδεμία σχετική απόδειξι ή μαρτυρία.
Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι καθολική υιοθέτησις της θεωρίας των κλάδων δέν σημαίνει απλά και μόνο αποδοχή της απόψεως, ότι οι αιρετικές Εκκλησίες βρίσκονται εντός Εκκλησίας, τελούν έγκυρα μυστήρια και αποτελούν ασφαλείς οδούς σωτηρίας. Κατά κύριο λόγο προϋποθέτει υιοθέτησι των απόψεων περί σημερινής ανυπαρξίας της Καθολικής Εκκλησίας και της θείας Αληθείας, καθώς καί περί πλήρους ισοτιμίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μέ όλες τίς προτεσταντικές ομολογίες ως πρός τήν κατοχή της Χριστιανικής Αληθείας. Οι απόψεις αυτές βέβαια είναι τελείως απαράδεκτες και καταδικάζονται από όλους τους Ορθοδόξους.
Αντιθέτως, πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι φαίνεται να επηρεάσθηκαν σημαντικά από τήν παπική θεωρία των διϊσταμένων (αδελφών) Εκκλησιών76. Σύμφωνα μέ αυτήν, εκτός από τήν πραγματική Εκκλησία του Χριστού (τήν παπική) ως αληθείς Εκκλησίες (έστω ατελείς) με αποστολική διαδοχή και έγκυρα μυστήρια θεωρούνται επίσης λόγω τού κοινού βαπτίσματος και οι απεσχισμένες, αιρετικές Εκκλησίες, οι οποίες αποτελούν παράλληλες οδούς σωτηρίας με την Καθολική Εκκλησία.
Οι διάφορες οικουμενιστικές θεωρίες που εμφανίσθηκαν κατά τόν κ΄ αιώνα εντός του σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί αδελφών Εκκλησιών, περί ευρείας Εκκλησίας, περί Εκκλησιών εκτός των Ορθοδόξων κανονικών ορίων, περί Εκκλησίας Χριστού εν τω συνόλω της, περί κοινού ή μοναδικού βαπτίσματος Ορθοδόξων - ετεροδόξων, περί δύο πνευμόνων της Εκκλησίας, περί ναρκισσευομένης Ορθοδοξίας, περί υπάρξεως αποστολικής διαδοχής και εγκύρων μυστηρίων στίς αιρετικές ομολογίες μαρτυρούν τήν επίδρασι της παπικής, περιεκτικής εκκλησιολογίας στήν Ορθόδοξο Ανατολική.
Πράγματι, ορισμένοι Ορθόδοξοι θεολόγοι εξέφρασαν μέσα στα πλαίσια των Θεολογικών Διαλόγων της Οικουμενικής Κινήσεως την πεποίθησι περί υπάρξεως «Εκκλησιών εκτός της αληθούς Ορθοδόξου Εκκλησίας... ένθα επεκτείνεται ανεμποδίστως η πανσθενουργός σωτήριος χάρις του Θεού»77. Τα χαρισματικά δηλαδή όρια της Μιάς Εκκλησίας δέν ταυτίζονται πάντοτε με τά κανονικά όριά της. Το βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος -Ορθόδοξο ή ετερόδοξο- αποτελεί τον παράγοντα εκείνο, που οριοθετεί την Εκκλησία του Χριστού78. Ορθόδοξοι λοιπόν και ετερόδοξοι, εφόσον είναι βαπτισμένοι, ανήκουν στην ίδια ευρεία Εκκλησία παρά τις δογματικές διαφορές και τις ορατές διαιρέσεις τους79: «Όλοι οι Χριστιανοί με το ίδιον βάπτισμα εγίναμεν μέλη του σώματος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία»80.
Φυσικό επακόλουθο των θεωριών της ευρείας Εκκλησίας και του κοινού - μοναδικού βαπτίσματος αποτελούν και οι οικουμενιστικές απόψεις ορισμένων Ορθοδόξων θεολόγων, ότι Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι συναποτελούν ένα και μοναδικό αδιαίρετο σώμα, μία οικογένεια, μία μοναδική Εκκλησία, την καθόλου Εκκλησία, τούς δύο πνεύμονας του σώματος του Χριστού: Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι «ανήκομε στην ίδια αυτή οικογένεια που είναι η Εκκλησία, Σώμα ζώντος Χριστού»81. «Η Ανατολή και η Δύσις αποτελούν τούς δύο πνεύμονας διά των οποίων αναπνέει η Εκκλησία. Η ενότης αυτών είναι ουσιώδης διά τήν υγιά ζωήν της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»82.
Τέλος δεν είναι σωστό να παραλείψουμε και την πλέον συνηθισμένη κατά τίς τελευταίες δεκαετίες ορολογία των Ορθοδόξων που συμμετέχουν στην Οικουμενική Κίνησι προκειμένου να δηλώσουν την σχέσι της Ορθοδόξου με την παπική ή ακόμη και προτεσταντικές Εκκλησίες, δηλαδή την φράσι «αδελφές Εκκλησίες». Επεξηγώντας τον όρο αυτό Ορθόδοξος θεολόγος δήλωνε τα εξής: «Εφ’ όσον κανείς μέσω του Διαλόγου της Αγάπης και του επισήμου Θεολογικού Διαλόγου ανακαλύψη και πάλι την αλήθεια, ότι είμεθα αδελφές Εκκλησίες - εφ’ όσον δηλαδή είμεθα πρόθυμοι νά αναγνωρισθούμε αμοιβαίως ως “Εκκλησίες” στήν πλήρη έννοια της λέξεως “Εκκλησία”...»83.
 
Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν έχουν απαρνηθή την αυστηρή Ορθόδοξο εκκλησιολογία

Είναι αναμφίβολο ότι οι ανωτέρω διακηρύξεις των Ορθοδόξων που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνησι κάθε άλλο παρά Ορθόδοξες είναι. Παρά ταύτα πιστεύουμε, ότι δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωσι επίσημη διακήρυξι αιρέσεως, καθώς δεν υιοθετήθηκαν ποτέ ως ακριβές φρόνημα των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά παρέμειναν σποραδικές και άνευ συνοδικών εγκρίσεων απόψεις μεμονωμένων θεολόγων.
Ουδέποτε δηλαδή κάποια Τοπική Ορθόδοξος Εκκλησία διεκήρυξε επίσημα ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από την Ορθόδοξο Εκκλησία ή ότι οι ετερόδοξες Εκκλησίες, όπως π.χ. η παπική ή η μονοφυσιτική, ανήκουν στο σώμα της Καθολικής Εκκλησίας, έχουν αποστολική διαδοχή, ιερωσύνη, ιερά Μυστήρια και αποτελούν ισότιμες με την Ορθόδοξο Εκκλησία οδούς σωτηρίας. Όσο και αν ερευνήση κανείς, είναι αδύνατο νά ανακαλύψη τέτοιου είδους επίσημες διακηρύξεις.
Η Εκκλησία της Γεωργίας μάλιστα το 1999 σε σχετική συνοδική της απόφασι διεκήρυξε τελείως αντίθετες απόψεις χαρακτηρίζοντας την θεωρία περί «υπάρξεως της Ζωοπαρόχου Χάριτος πέρα των κανονικών ορίων της Εκκλησίας»84 ως αιρετική.
Τήν άποψί μας αυτή παραδέχονται άλλωστε και αρκετοί Γ.Ο.Χ., οι οποίοι υποστηρίζουν τα εξής: «Πρωτίστως δέν είναι ορθόν, αλλ᾿ ούτε καί δίκαιον, νά χαρακτηρίζεται και θεωρήται μία Τοπική Εκκλησία συνολικώς ως οικουμενιστική, επειδή ένας αριθμός, ενίοτε μάλιστα μικρός, κληρικών της είναι όντως Οικουμενισταί: αυτοί βεβαίως δέν ταυτίζονται μέ τήν τοπικήν Εκκλησίαν. Αι Τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι σήμερον είναι κατά βάθος αντι-οικουμενιστικαί· η αδράνεια τής σιωπώσης πλειοψηφίας δέν σημαίνει οπωσδήποτε συμφωνίαν και επιδοκιμασίαν των οικουμενιστικών πράξεων και διδασκαλιών. Δέν θά πρέπει νά λησμονήται, ότι καμμία Τοπική Εκκλησία δέν εκήρυξε συνοδικώς τό κύριον δόγμα του Οικουμενισμού ως πιστευτέαν καί αναγκαίαν διά τήν σωτηρίαν διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας· αλλ᾿ ούτε και πανορθοδόξως διεκηρύχθη ποτέ τούτο»85. Μετά από αυτή τήν ομολογία «τί έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;» (Ματθ. κστ΄, 65).
Όπως μάλιστα θα δείξουμε κατωτέρω, (όταν δηλαδή θα αναφερθούμε στην αντίδρασι των αγίων Πατέρων σε παρόμοιες καταστάσεις), υπήρχαν και κατά το παρελθόν ορισμένοι Ορθόδοξοι κληρικοί, οι οποίοι διεκήρυτταν -καί μάλιστα έμπρακτα- απόψεις εφάμιλλες σε κακοδοξία με τις σημερινές, οικουμενιστικές. Ακόμη δηλαδή και μητροπολίται εξωμολογούντο στούς παπικούς, καπουτσίνους ιερομονάχους ή ανέθεταν σ᾿ αυτούς να εξομολογούν και να διδάσκουν τον Ορθόδοξο κλήρο και λαό εκφράζοντας έτσι την αντίθεσί τους προς την εκκλησιολογική, μυστηριολογική και σωτηριολογική αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρά ταύτα οι άγιοι Πατέρες δεν θεώρησαν εξ αιτίας των μεμονωμένων αυτών ατόμων ολόκληρη την Ορθόδοξο Εκκλησία αιρετική ούτε διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Απλά προσπάθησαν μέ κάθε τρόπο να τους βοηθήσουν να κατανοήσουν τα λάθη τους και να τα διορθώσουν.
Τήν ανωτέρω άποψί μας ότι οι σποραδικές, ανεπίσημες και άνευ συνοδικών εγκρίσεων κακόδοξες διακηρύξεις και ενέργειες μεμονωμένων Ορθοδόξων δεν συνιστούν επίσημη διακήρυξι αιρέσεως και συνεπώς δεν αποτελεί λόγο διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους αποδέχονται ακόμη και οι πλέον ακραιφνείς Γ.Ο.Χ., οι οποίοι υποστηρίζουν τα εξής: «Εν όσω η πανάθεσμος προσθήκη, (του filioque) υπό τινων, σποράδην, εδώ και εκεί, κατά μέρος εψιθυρίζετο, έξω του θρόνου της Ρώμης, τότε οι Ανατολικοί, επειδή ήτο η κεφαλή της Ρώμης υγιαίνουσα και καθαρά, δεν εκινήθησαν παντάπασι»86. Η επί αιώνας δηλαδή σποραδική διακήρυξις της αιρέσεως του filioque από λατίνους θεολόγους ή ακόμη και από Τοπικές Λατινικές Συνόδους87 δεν απετέλεσαν για τους Ανατολικούς επαρκή λόγο για να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία με την Δύσι.
Απόλυτα σύμφωνος μέ τήν άποψί μας περί διαφοράς μεταξύ επίσημης κηρύξεως αιρέσεως και σποραδικής είναι και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Σύμφωνα μέ δικούς του λόγους, ο Άγιος ζήτησε από τούς Λατίνους κατά την Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) «εκβληθήναι την προσθήκην εκ του αγίου συμβόλου... ης εκβληθείσης συναπόλοιτο αν και η δόξα (η κακοδοξία του filioque), και ούτως καλόν αν ην ει ενούμεθα μετά τούτου του τρόπου· ει δέ και υπελείποντό τινες δοξάζοντες ταύτην τήν δόξαν, τούτο ουδέν αν ήν πρός τό καθόλου πλήρωμα της Εκκλησίας· μή κηρυττούσης γάρ αυτής αυτήν διά του συμβόλου, εσβέννυτο αν κατά μικρόν και από της πάντων διανοίας, ή καί μετ᾿ ολίγου κόπου η Εκκλησία κατήργει αν αυτήν»88.
Τήν εμμονή του στην Ορθόδοξο εκκλησιολογία διεκήρυξε και ο Οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος ως κεφαλή της πρώτης τή τάξει Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε Επιστολή του προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Διά της Επιστολής του αυτής ο πατριάρχης απαντούσε ταυτόχρονα και στις διάφορες εναντίον του κατηγορίες των Γ.Ο.Χ. περί αποδοχής των οικουμενιστικών κακοδοξιών89 καί βλασφημίας κατά των αγίων Πατέρων90.
Ο πατριάρχης υποστήριξε μεταξύ άλλων, ότι το σώμα του Χριστού «είναι η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία»91, η οποία «είναι κάτοχος τής απολύτου εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι αληθείας»92. Ο πατριάρχης καταδίκασε επίσης την Ουνία, τό πρωτείο του πάπα, τις ποικίλες εκτροπές των Παπικών και τά νέα δόγματά τους προτρέποντάς τους να μετανοήσουν και να αλλάξουν τακτική: «Καί ούτω να ενωθήτε - ορθοδόξως φρονούντες και βιούντες- μέ τήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, διά να αποκατασταθή η ενότης υμών μέ τήν Μίαν Εκκλησίαν, από της οποίας οι προπάτορες υμών απέσπασαν υμάς»93. Τέλος ο πατριάρχης ωμολόγησε ότι «η μεταξύ ημών (δηλαδή των ρωμαιοκαθολικών και των ορθοδόξων) απόκλισις διαρκώς μεγενθύνεται και ότι το τέρμα, εις το οποίον οδηγούν οι δρόμοι ημών προοιωνίζεται διαφορετικόν»94.
Ευχή κάθε πιστού είναι οι Ορθόδοξες αυτές αλήθειες να ομολογούνται με παρρησία και σαφήνεια από κάθε Ορθόδοξο επίσκοπο παραμεριζομένης κάθε είδους διπλωματικής διγλωσσίας. Άλλωστε, συμφωνούμε απολύτως με την άποψι, ότι δεν είναι σωστό να «μεταβάλλωμεν τον πνευματικόν χώρον της Εκκλησίας, χώρον απλότητος, παρρησίας, ευθύτητος και ειλικρινείας, εις χώρον κοσμικών φιλοφρονήσεων και διπλωματικών ευγενών αποκρύψεων, διά να διατηρηθή απλώς κλίμα ψευδούς ειρήνης και συμφιλιώσεως εις βάρος των αληθειών της πίστεως»95.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

70 Κυπριανού αγιοκυπριανίτου, Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις, σελ. 17.

71 Ιω. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, σελ. 270.

72 Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος, φύλλο 796, σελ. 1.

73 Τίτου Θεοδώρου, Τό γράμμα και τό πνεύμα, σελ. 54.

74 Υπόμνημα περί Οικουμενισμού, σελ. 49.

75 Νικολάου Δημαρά, Περιοδικό Άγιοι Κολλυβάδες, τεύχος 28, σελ. 15.

76 Διάταγμα περί Οικουμενισμού, σελ. 7.

77 S. Bulgacov, παρά Γ. Γαλίτη, Η Εκκλησία και οι Εκκλησίες, εν περιοδικώ Γρηγόριος Παλαμάς, τεύχος 755, σελ. 543.

78 Περιοδικό Ορθόδοξος ένστασις και μαρτυρία, τεύχος 26-29, σελ. 35.

79 Ιω. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, σελ. 243.

80 Αθηναγόρα Κοκκινάκη, The Thyateira Confession, σελ. 204.

81 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Περιοδικό Επίσκεψις, τεύχος 518, σελ. 15.

82 Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, ένθ᾿ ανωτ. τεύχος 559, σελ. 6.

83 Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, ένθ᾿ ανωτ. τεύχος 488, σελ. 11-12.

84 Περιοδικό Ορθόδοξος Ενημέρωσις, τεύχος 32, σελ. 134.

85 Περιοδικό Ορθόδοξος ένστασις και μαρτυρία, τεύχος 1, 2000, σελ. 21.

86 Περί εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου..., σελ. 62.

87 Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, § 22, σελ. 343-344, 353-354.

88 Sylvestre Syropoylos, ένθ᾿ ανωτ. Τμήμα η΄, κεφ. λστ΄, σελ. 422-424.

89 Περιοδικό Άγιος Αγαθάγγελος, τεύχος 169, σελ. 2-3.

90 Θεοδωρήτου ιερομονάχου, Περιοδικό Εκκλησιαστική Παράδοσις, φύλλο 106, σελ. 11.

91 Εφημερίς Ορθόδοξος Τύπος, φύλλο 1332, σελ. 5.

92 Ένθ᾿ ανωτ. φύλλο 1333, σελ. 1.

93 Ένθ᾿ ανωτ. φύλλο 1334, σελ. 1.

94 Ένθ᾿ ανωτ. φύλλο 1331, σελ. 1.

95 Θ. Ζήση, Ουνία - Νεώτερες εξελίξεις, σελ. 47.

Δεν υπάρχουν σχόλια: